Αρθρογραφια |

Η Ελλάδα Και Η Παγκόσμια Προσπάθεια Μετριασμού Της Κλιματικής Αλλαγής

Πώς το εθνικό συμφέρον της χώρας επιβάλλει την άμεση και ριζική αλλαγή της ενεργειακής πολιτικής και τη σύμπλευση με τις προοδευτικές χώρες που ήδη πραγματοποιούν την ενεργειακή μετάβαση.

Ο Τάκης Γρηγορίου είναι υπεύθυνος για θέματα ενέργειας και κλιματικών αλλαγών στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace. 

Ηνέα μελέτη της διαΝΕΟσις για τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών στη χώρα μας ρίχνει μία επιβεβλημένη, φρέσκια ματιά στις αλλαγές που πρέπει να δρομολογηθούν έγκαιρα προκειμένου η Ελλάδα να ξεκινήσει από σήμερα κιόλας τη διαδικασία προσαρμογής στις αναπόφευκτες κλιματικές επιπτώσεις. Η μελέτη καθιστά σαφές ότι η αλλαγή του κλίματος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα αυστηρά περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά αντίθετα αφορά άμεσα ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. Συνεπακόλουθα, η κλιματική διάσταση πρέπει να διαπνέει σχεδόν κάθε δραστηριότητα του Κράτους και της Πολιτείας, από την εκπαίδευση των μαθητών και την πολιτική προμηθειών του δημοσίου τομέα έως την αναπτυξιακή στρατηγική και τον ενεργειακό σχεδιασμό.

Μετά την απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του Παρισιού, την τελευταία ίσως συλλογική προσπάθεια της ανθρωπότητας να συγκρατήσει την άνοδο της πλανητικής θερμοκρασίας σε βιώσιμα επίπεδα (+1,5 - 2°C), η συζήτηση για τον μετριασμό των κλιματικών αλλαγών είναι πιο επίκαιρη και επείγουσα από ποτέ. Υπό αυτό το πρίσμα, η έγκαιρη και οριστική απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, εντός των αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων που επιτάσσει η επιστήμη λογίζεται ως ύψιστη προτεραιότητα.

Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις του ΟΗΕ, ο περιορισμός της πλανητικής θερμοκρασίας με σημαντικές πιθανότητες (50%) κατά 1,5°C προϋποθέτει την πλήρη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα στα μέσα του αιώνα (2045 – 2055, πίνακας). Αυτό συνεπάγεται την πλήρη απεξάρτηση από τη χρήση ορυκτών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή έως τη δεκαετία του 2030 και τον εξηλεκτρισμό του τομέα μεταφορών, της θέρμανσης και ψύξης με 100% καθαρή ενέργεια. Περαιτέρω καθυστέρηση αυτής της ενεργειακής μετάβασης, καθιστά την προσπάθεια συγκράτησης της αύξησης της θερμοκρασίας ακόμα και στο οριακό σημείο των +2°C δυσχερέστερη και ακριβή.

Σενάρια μετριασμού των κλιματικών αλλαγών. Για >50% πιθανότητες επίτευξης του 1,5°C απαιτείται εκμηδενισμός της χρήσης ορυκτών καυσίμων το διάστημα 2045-2055. Πηγή: The Emissions Gap Report 2015, UNEP

Είναι σαφές ότι σε εθνικό επίπεδο χρειάζεται να επανασχεδιαστεί ριζικά η ενεργειακή πολιτική ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες προκλήσεις. Παρά τα θετικά βήματα στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα απέχει πολύ από την πλήρη εκμετάλλευση του ανανεώσιμου δυναμικού της, ενώ εξακολουθεί να συνδέει το μέλλον της με τα ορυκτά καύσιμα: με τις ευλογίες και της σημερινής πολιτικής ηγεσίας, κατασκευάζονται νέες λιγνιτικές (Πτολεμαΐδα) και πετρελαϊκές μονάδες (Ρόδος), ενώ προωθείται επιθετικά η έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων.

Η μελέτη της διαΝΕΟσις προειδοποιεί για σημαντικές επιπτώσεις σε όλο το εύρος της οικονομίας, εκτιμώντας ένα ‘ρεαλιστικό’ σενάριο αύξησης της θερμοκρασίας ως τα μέσα του αιώνα. Βεβαίως, όπως επισημαίνουν οι συντάκτες της έκθεσης, η αύξηση της θερμοκρασίας μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερη και οι συνέπειες δριμύτερες, σε ένα εφιαλτικό σενάριο όπου η ανθρωπότητα δεν λειτουργεί συλλογικά και αποτυγχάνει να εκμηδενίσει εγκαίρως τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Η Μεσόγειος, άλλωστε, έχει χαρακτηριστεί ως μία ιδιαίτερα ευάλωτη περιοχή στην άνοδο της θερμοκρασίας.

Υπάρχουν ωστόσο και λόγοι αισιοδοξίας. Πρώτον, η απόφαση του προέδρου Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα συσπείρωσε όλα τα ισχυρά κράτη γύρω από τη Συμφωνία, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι αποτελεί συλλογικό κεκτημένο της ανθρωπότητας και προϊόν σκληρών διαπραγματεύσεων μεταξύ όλων των χωρών του ΟΗΕ επί 23 χρόνια. Εκτός των ΗΠΑ, σήμερα ουσιαστικά μόνο η Συρία παραμένει εκτός της Συμφωνίας (και η Νικαράγουα, η οποία όμως δεν έχει υπογράψει για τον αντίθετο λόγο: δεν την θεωρεί αρκετά φιλόδοξη).

Δεύτερον, η ενεργειακή μετάβαση έχει ήδη ξεκινήσει και είναι κοινώς αποδεκτό ότι είναι μη-αναστρέψιμη. Όλο και περισσότερες χώρες ανακοινώνουν ή προετοιμάζουν σχέδια για οριστική απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και στροφή σε σύγχρονες και καθαρές τεχνολογίες. Η Δανία έχει ανακοινώσει σχέδιο για 100% ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας ως το 2050. Η Ολλανδία και η Νορβηγία θα σταματήσουν τις πωλήσεις αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης το 2025. Η Γαλλία το φθινόπωρο του 2017 θα ακυρώσει όλες τις νέες άδειες για εξορύξεις υδρογονανθράκων. Παγκοσμίως, το 50% των υπό σχεδιασμό μονάδων άνθρακα ακυρώθηκε το 2016, με την Κίνα να αναδεικνύεται στον απόλυτο πρωταγωνιστή. Στις ΗΠΑ ο Ήλον Μασκ και η Tesla φέρνουν τη δική τους επανάσταση στους συσσωρευτές, υποχρεώνοντας την Ευρώπη να επιταχύνει τις επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης ενέργειας.

Συνεπώς, η γρήγορη μετάβαση της Ελλάδας σε μία σύγχρονη και 100% καθαρή οικονομία που θα αξιοποιεί το σημαντικό της ανανεώσιμο δυναμικό, δεν θα αποτελεί μία μεμονωμένη προσπάθεια, αλλά μέρος μίας πραγματικής συλλογικής ενεργειακής μετάβασης που ήδη συμβαίνει με ταχύτατα αυξανόμενους ρυθμούς.

Η πολιτική απόφαση για πλήρη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα στην ηλεκτροπαραγωγή ως τη δεκαετία του 2030 δεν αναμένεται να είναι εύκολη. Είναι όμως επιβεβλημένη. Είναι επίσης η μόνη ρεαλιστική απόφαση η οποία συμβαδίζει με τη διεθνή πραγματικότητα. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας και η ενεργή συμμετοχή της χώρας στη συλλογική προσπάθεια μπορεί να καλλιεργήσει την ελπίδα ότι η Ελλάδα που θα κληρονομήσουν τα παιδιά μας θα μοιάζει αρκετά με την Ελλάδα που παραλάβαμε από τους γονείς μας.