Η Εισαγωγή του πρόσφατου τόμου της διαΝΕΟσις, που περιέχει τις προτάσεις που διατυπώθηκαν στο ανοιχτό συνέδριο που διοργάνωσε ο οργανισμός, για μια γόνιμη Συνταγματική Αναθεώρηση σε οκτώ κρίσιμα πεδία: Κοινοβούλιο· Δικαιοσύνη· Ανεξάρτητες Αρχές· Εκτελεστική Λειτουργία: ΠτΔ-Κυβέρνηση-Δημόσια Διοίκηση· Θρησκεύματα· Ατομικά Δικαιώματα· Κοινωνικό Κράτος· Οικονομία.
διαβάστε ακόμα

Προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Ένα σύγχρονο και ανθεκτικό Σύνταγμα είναι ο θεμέλιος λίθος που ενισχύει τους θεσμούς, διασφαλίζει την ευημερία των πολιτών και θωρακίζει την κοινωνική συνοχή.
Το ανοιχτό συνέδριο, το οποίο διοργάνωσε η διαΝΕΟσις από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2025, είχε ως σκοπό να θέσει τις βάσεις για έναν ανοιχτό και πολυεπίπεδο διάλογο, ο οποίος θα φωτίσει τα ζητήματα που απαιτούν προσαρμογή, ώστε με την επόμενη Αναθεώρηση, το ελληνικό Σύνταγμα να απαντήσει αποτελεσματικά στις σύνθετες προκλήσεις του 21ου αιώνα.
Το συνέδριο αυτό χωρίστηκε σε οκτώ θεματικές ενότητες, στις οποίες αντιστοιχούσε μία ξεχωριστή εκδήλωση, όπου ένας ειδικός είχε τον ρόλο του συντονιστή. Στις οκτώ εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν, συνολικά 52 εισηγητές διατύπωσαν τις θέσεις τους για τα αντίστοιχα θέματα, για το πώς συνδέονται –ή δεν συνδέονται– με την αποστολή του Συντάγματος, καθώς και για το πώς αυτά θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε μια πιθανή Αναθεώρηση. Στη συνέχεια, οι προτάσεις που διατυπώθηκαν σχολιάστηκαν και εμπλουτίστηκαν από μια Στρογγυλή Τράπεζα σημαντικών προσωπικοτήτων από ένα ευρύ φάσμα ειδικοτήτων. Οι εισηγητές και οι συντονιστές έλαβαν υπ’ όψιν τους τον ζωντανό διάλογο στις εκδηλώσεις και παρέδωσαν σε επόμενο χρόνο την πλήρη εισήγησή τους,1 καθώς και μία περίληψή της. Ο κάθε συντονιστής έγραψε μια επιτελική σύνοψη των όσων ακούστηκαν στην αντίστοιχη ενότητα.
Η έκδοση της διαΝΕΟσις συγκεντρώνει τις επιτελικές συνόψεις των συντονιστών, καθώς και τις περιλήψεις των 58 εισηγήσεων. Οργανώνεται σε οκτώ κεφάλαια, αντίστοιχα με τις θεματικές ενότητες του συνεδρίου: Κοινοβούλιο· Δικαιοσύνη· Ανεξάρτητες Αρχές· Εκτελεστική Λειτουργία: Πρόεδρος της Δημοκρατίας-Κυβέρνηση-Δημόσια Διοίκηση· Θρησκεύματα· Ατομικά Δικαιώματα· Κοινωνικό Κράτος· Οικονομία.
Παρακάτω μπορείτε να βρείτε μια συνοπτική παρουσίαση των προτάσεων που διατυπώθηκαν στα τελικά κείμενα των εισηγήσεων. Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε ότι η διαΝΕΟσις δεν υιοθετεί απαραιτήτως το σύνολο των προτάσεων που ακούστηκαν, ή όσες σταχυολογούνται παρακάτω, παρά μόνο τις συγκεντρώνει και τις καταθέτει ανοιχτά στον δημόσιο διάλογο, με σκοπό να τον εμπλουτίσει και να τον διευρύνει.
I. Κοινοβούλιο
διαβάστε ακόμα

Προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Μια Συνταγματική Αναθεώρηση είναι πολύ πιθανό να αναζωπυρώσει μια διαχρονική συζήτηση: τον εκσυγχρονισμό του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Η διαδικασία της Αναθεώρησης προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για να δούμε ξανά κρίσιμες θεσμικές διατάξεις που αφορούν την καρδιά της δημοκρατίας, τη λειτουργία του Κοινοβουλίου.
- Είναι σημαντικό το ζήτημα των βουλευτικών κωλυμάτων και ασυμβιβάστων, όπου η ομοφωνία μεταξύ των ειδικών είναι σαφής: Οι υφιστάμενες συνταγματικές διατάξεις είναι υπερβολικά αναλυτικές και περίπλοκες, δημιουργώντας σύγχυση και δυσκολίες στην ερμηνεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διατηρεί μια τόσο λεπτομερή ρύθμιση αυτών των ζητημάτων στο ίδιο το Σύνταγμα. Η προτεινόμενη λύση είναι η μεταφορά αυτών των ρυθμίσεων σε επίπεδο κοινού νόμου, ώστε το Σύνταγμα να περιοριστεί στην αναφορά γενικών αρχών και κατευθύνσεων. Μια τέτοια αλλαγή θα προσφέρει μεγαλύτερη ευχέρεια στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων και, κυρίως, θα ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου.
- Ένα ζήτημα που προκαλεί διαρκή και έντονο συνταγματικό διχασμό είναι η απαγόρευση συμμετοχής πολιτικών κομμάτων στις εκλογές. Η αντιπαράθεση πηγάζει από την απουσία ρητής πρόβλεψης, δημιουργώντας δύο ισχυρά, αντικρουόμενα αφηγήματα: Η μία πλευρά τονίζει ότι το Σύνταγμα αποκλείει ρητά μια τέτοια δυνατότητα, καθώς είχε απορριφθεί κατηγορηματικά από την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, ενώ η άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι μια τέτοια απαγόρευση μπορεί να είναι συνταγματικά ανεκτή, λειτουργώντας ως έσχατη δικλίδα ασφαλείας για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Δεδομένης αυτής της νομικής αβεβαιότητας, η ρητή διευθέτηση σε επερχόμενη Αναθεώρηση είναι σημαίνουσας σημασίας. Η πρόταση κινείται προς την ενσωμάτωση αυστηρών δικαστικών εγγυήσεων και τη δημιουργία ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο θα έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνει αυτά τα ζητήματα.
- Στην περίπτωση του εκλογικού νόμου, είναι σαφές ότι η «συνταγματοποίησή» του θα αφαιρούσε την αναγκαία πολιτική ευελιξία, οδηγώντας πιθανώς σε κυβερνητικά αδιέξοδα. Ωστόσο, προτείνεται η επανεξέταση του χρόνου ισχύος του, καθώς η ισχύουσα διάταξη του 2001 (εφαρμογή από τις μεθεπόμενες εκλογές) έχει χάσει την πρακτική της αξία. Στην έκδοση που κρατάτε διατυπώνονται προτάσεις για την εφαρμογή του νέου εκλογικού νόμου είτε έπειτα από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. 18 μήνες ή πενταετία) είτε άμεσα, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα της θεσμοθέτησης ενός προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας του εκλογικού νόμου πριν από τις εκλογές, μια κίνηση που θα αποτρέψει μεταγενέστερες αμφισβητήσεις και νομικές αβεβαιότητες.
- Επιπροσθέτως, η πρόωρη διάλυση της Βουλής επηρεάζει τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος. Η εμπειρία συνηγορεί υπέρ μιας συνολικής Αναθεώρησης του άρθρου 41 παρ. 5, το οποίο προβλέπει τη διάλυση λόγω μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Υποστηρίζεται η κατάργηση τόσο αυτής της διάταξης όσο και των προβλέψεων για «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας», οι οποίες συχνά χρησιμοποιήθηκαν προσχηματικά για την πρόκληση πρόωρων εκλογών. Η πρακτική έχει δείξει ότι μια κυβέρνηση μπορεί να προκαλέσει εκλογές μέσω παραίτησης, καθιστώντας τις εν λόγω διατάξεις περιττές και αναχρονιστικές.
- Επιπλέον, προτείνονται μέτρα για την ουσιαστική ενίσχυση της λειτουργίας του Κοινοβουλίου και του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Συγκεκριμένα, προτείνεται η κατάργηση της δυνατότητας πρόωρης λήξης της τακτικής συνόδου, ενός καταλοίπου της βασιλευομένης δημοκρατίας, που εμποδίζει σημαντικές λειτουργίες, όπως η συζήτηση πρότασης δυσπιστίας. Τονίζεται η ανάγκη ενίσχυσης του κοινοβουλευτικού ελέγχου μέσω της συμμετοχής της αντιπολίτευσης στις προεδρίες των επιτροπών (εξεταστικών και τακτικών), ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων. Τέλος, προτείνονται μέτρα όπως η συνταγματική κατοχύρωση της καλής νομοθέτησης, η θεσμοθέτηση απαρτίας στις συνεδριάσεις, η σταθερή σύνθεση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και η ορθολογικοποίηση της διαδικασίας των άσχετων διατάξεων με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου.
II. Δικαιοσύνη
Η Δικαιοσύνη αποτελεί πάντοτε έναν από τους πιο κρίσιμους άξονες κάθε συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ωστόσο, όπως παρατήρησαν πολλοί συμμετέχοντες στο ανοιχτό συνέδριο, προτού διατυπωθούν προτάσεις αλλαγών, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι για πολλά από τα προβλήματα που καταγράφονται σήμερα δεν απαιτείται Αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά αρκούν στοχευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις και η συνεπής εφαρμογή τους. Το Σύνταγμα, με άλλα λόγια, δεν είναι πανάκεια: Οι υπερβολικές διακηρύξεις ή η συσσώρευση νέων διατάξεων δεν διασφαλίζουν από μόνες τους την ποιότητα και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Αντίθετα, η πληθωρική ρύθμιση μπορεί συχνά να λειτουργήσει αντίστροφα, καθώς η Ελλάδα είναι πιθανώς η μόνη ευρωπαϊκή χώρα με τόσο εκτεταμένες συνταγματικές προβλέψεις για τη Δικαιοσύνη, πολλές από τις οποίες θα μπορούσαν να εντάσσονται στη δικονομική νομοθεσία.
Η συζήτηση αυτή διεξάγεται, ωστόσο, σε μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης των θεσμών, και ιδιαιτέρως της Δικαιοσύνης. Η επιφυλακτικότητα σημαντικού μέρους της κοινής γνώμης ως προς την ανεξαρτησία της από την εκτελεστική εξουσία, ακόμη και αν δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, πλήττει αναπόφευκτα το ίδιο το κράτος δικαίου. Η Αναθεώρηση, συνεπώς, δεν μπορεί να αγνοήσει αυτήν τη διάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Οι προτάσεις που διατυπώνονται επικεντρώνονται κυρίως σε δύο μεγάλες θεματικές: τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου.
- Για να ενισχυθεί η εσωτερική και εξωτερική ανεξαρτησία του Σώματος, προτείνεται η ανασύνταξη του πλαισίου λειτουργίας των δικαστικών συμβουλίων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται η διεύρυνση της σύνθεσής τους με συμμετοχή προσώπων εκτός δικαστικού σώματος, όπως πανεπιστημιακών και δικηγόρων, καθώς και η αύξηση των αρμοδιοτήτων τους, περιλαμβανομένων της επιθεώρησης, της πειθαρχικής ευθύνης και της παροχής συμβουλευτικού έργου προς τις άλλες εξουσίες. Επιπλέον, προτείνεται η οργανωτική και οικονομική αναβάθμιση των συμβουλίων και ο περιορισμός των παρεμβάσεων του υπουργού Δικαιοσύνης στις διαδικασίες τους, με σκοπό την ενίσχυση της θεσμικής τους αυτοτέλειας.
- Το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων αποτελεί ξεχωριστό αντικείμενο ανάλυσης. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης πρέπει να συνδυάζεται με τη διοικητική ικανότητα και την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος. Σύμφωνα με τις προτάσεις για την επιλογή ηγεσίας, τα πρόσωπα που επιλέγονται οφείλουν να διαθέτουν όχι μόνο ήθος και κύρος, αλλά και διοικητικές δεξιότητες για να διαχειριστούν σύνθετες οργανωτικές προκλήσεις. Αν και η εμπλοκή της εκτελεστικής εξουσίας στην επιλογή δεν θεωρείται ιδανική, οι προβλεπόμενες διαδικαστικές ασφαλιστικές δικλίδες, όπως η γνωμοδότηση της Βουλής και η περιορισμένη θητεία, θεωρούνται αποτρεπτικές έναντι καταχρήσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η νομοθετική ρύθμιση του 2024, η οποία εισήγαγε τη γνωμοδότηση των Ολομελειών των ανώτατων δικαστηρίων, καθώς θεωρείται ουσιαστικά κεκαλυμμένη συνταγματική μεταβολή. Ένα ακόμα σημαντικό σημείο αφορά την απαγόρευση συμμετοχής των δικαστών σε διοικητικά όργανα, η οποία θεσπίστηκε το 2001. Τονίζεται ότι αυτή η διάταξη εκφράζει μάλλον δυσπιστία προς το δικαστικό σώμα, παρά ενίσχυση της ανεξαρτησίας του. Αντίθετα, η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε επιτροπές ή διοικητικά όργανα μπορεί να συμβάλει στη λήψη πιο ορθών αποφάσεων και να προσφέρει χρήσιμη εμπειρία στους δικαστές.
- Στο πεδίο της αποτελεσματικότητας και της οργάνωσης του δικαστικού συστήματος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν οι προτάσεις για τη χρήση τεχνολογικών μέσων. Υποστηρίζεται η ανάγκη προσαρμογής του άρθρου 93 του Συντάγματος, προκειμένου να επιτραπεί ρητά η διεξαγωγή δικών με ψηφιακά μέσα και η δημοσίευση αποφάσεων μέσω των ολοκληρωμένων πληροφοριακών συστημάτων της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η αξιοποίηση της τεχνολογίας πρέπει να έχει σαφή όρια, καθώς ορισμένες διαδικασίες δεν μπορούν να υποκατασταθούν από ψηφιακές πρακτικές. Επίσης, προτείνεται η προσθήκη ρήτρας ευελιξίας στη διάταξη για την αιτιολογία των αποφάσεων, ώστε ο βαθμός αιτιολόγησης να μπορεί να καθορίζεται από τον νόμο, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε υπόθεσης.
- Ένα άλλο σημείο έντονης συζήτησης είναι η ευθύνη του Δημοσίου για σφάλματα δικαστικών λειτουργών. Η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπενθυμίζει ότι το πλαίσιο πρέπει να οριοθετείται με αυστηρότητα, ώστε να μη διακινδυνεύεται η προσωπική ανεξαρτησία του δικαστή. Αντίστοιχα, επανέρχεται το διαχρονικό ερώτημα για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Επισημαίνεται ότι, παρά ορισμένες ατέλειες του συστήματος διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας, η δημιουργία ενός ειδικού Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν θα ενίσχυε ουσιαστικά την ασφάλεια δικαίου, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Προτιμότερη λύση θεωρείται η εισαγωγή ενός μηχανισμού ευθείας συνταγματικής προσφυγής προς τις Ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων ή το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, με δικαίωμα άσκησης από συγκεκριμένα πολιτειακά όργανα, όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή ο Πρόεδρος της Βουλής.
- Αναφορικά με τη Διοικητική Δικαιοσύνη, προτείνεται η μεταφορά του τεκμηρίου αρμοδιότητας των ακυρωτικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) στα δικαστήρια της ουσίας, διατηρώντας στο ΣτΕ μόνο τις διαφορές κανονιστικού χαρακτήρα και τον έλεγχο συνταγματικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, το ΣτΕ θα μπορούσε να επικεντρωθεί στον ρόλο του ως ανώτατου δικαστηρίου και να επιταχυνθεί η απονομή Δικαιοσύνης.
- Πέρα από τις συνταγματικές διαστάσεις, διατυπώνονται σκέψεις για τη βελτίωση της ποιότητας του δικαιοδοτικού έργου, καθώς η πολυνομία και η κακονομία αποδυναμώνουν την ασφάλεια δικαίου. Προτείνεται καλύτερη εκπαίδευση των δικαστικών υπαλλήλων, αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, προώθηση της εναλλακτικής επίλυσης διαφορών και πιο ορθολογική κατανομή των διαθέσιμων πόρων. Επίσης, τονίζεται ότι ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να επικεντρώνεται στη νομιμότητα και όχι στην ορθότητα των πολιτικών επιλογών του νομοθέτη, καθώς η υπέρβαση αυτού του ορίου υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου και τις συναλλαγές.
III. Ανεξάρτητες Αρχές
διαβάστε ακόμα

Σειρά Εκδηλώσεων για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Οι Ανεξάρτητες Αρχές (ΑΑ) εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη περίπου πριν από 35 χρόνια και, αν και αρχικά αντιμετωπίστηκαν με αμφιβολίες ως προς τη συνταγματικότητά τους, γρήγορα αναδείχθηκαν σε σημαντικό θεσμό της σύγχρονης Ελληνικής Δημοκρατίας.
Στην αρχική τους φάση, υπήρξαν αντιφάσεις ως προς την πολιτική και δημοκρατική νομιμοποίηση αυτών των διοικητικών οργάνων. Οι αμφιβολίες επικεντρώνονταν στο κατά πόσον οι ΑΑ μπορούσαν να συνυπάρξουν αρμονικά με την κοινοβουλευτική αρχή, τη διάκριση των εξουσιών και τη δημοκρατική αρχή εν γένει.
Η κατάσταση άλλαξε ριζικά το 2001, όταν η συνταγματική κατοχύρωση των ΑΑ παρείχε ένα πιο σταθερό και εγγυημένο θεσμικό πλαίσιο για πέντε βασικές Αρχές. Παράλληλα, ο νομοθέτης θέσπισε έναν γενικό μηχανισμό για τη λειτουργία και τη συγκρότησή τους, καθώς και εγγυήσεις για την ανεξαρτησία τους. Η συνταγματική αυτή κατοχύρωση ενίσχυσε τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε νέες προκλήσεις σχετικά με την πολιτική και θεσμική τους εξάρτηση.
Η πρόσφατη εμπειρία του πολιτικού αδιεξόδου στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, το οποίο οδήγησε στην αδυναμία επιλογής νέων μελών για τις ΑΑ, κατέδειξε με σαφή τρόπο τον κίνδυνο της πολιτικής παρεμβατικότητας και την απειλή της θεσμικής παράλυσης. Αυτή η κρίση ανέδειξε την ανάγκη για εξορθολογισμό του πλαισίου λειτουργίας των Αρχών. Στόχος είναι να αρθεί η εξάρτησή τους από την εκάστοτε πολιτική βούληση, διασφαλίζοντας έτσι την αποτελεσματική και αδιάλειπτη λειτουργία τους.
- Σύμφωνα με τις προτάσεις για την ενίσχυση και τη βελτίωση της λειτουργίας των ΑΑ, υπογραμμίζεται η επέκταση της συνταγματικής τους κατοχύρωσης, με δυνατότητα ένταξης νέων Αρχών που αφορούν το Διαδίκτυο, την ψηφιακή πληροφορία και την Τεχνητή Νοημοσύνη. Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη συγχώνευσης συγκεκριμένων Αρχών λόγω της συναφούς φύσης των αρμοδιοτήτων τους.
- Η διαδικασία επιλογής των μελών των ΑΑ έχει προκαλέσει εκτεταμένη συζήτηση, καθώς η αλλαγή του 2019 με την επιλογή νέων μελών από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με την πλειοψηφία των 3/5 αλλοίωσε την αρχική συναίνεση που απαιτούν οι ΑΑ και εξαρτά σε μεγαλύτερο βαθμό τη λειτουργία τους από την πολιτική εξουσία. Για την αποφυγή της πολιτικής παρέμβασης, προτείνεται η επιλογή μελών από ένα συμβούλιο εμπειρογνωμόνων, που θα προέρχονται από την Κοινωνία των Πολιτών, τη Βουλή και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
- Η δυσκολία συγκρότησης νέων ΑΑ οδήγησε στην εισαγωγή του θεσμού της αυτοδίκαιης παράτασης της θητείας των υπηρετούντων μελών μέχρι την επιλογή των νέων. Ωστόσο, η παράταση αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, καθώς δημιουργείται κίνδυνος εξάρτησης των ΑΑ από την αναποφασιστικότητα των πολιτικών φορέων.
- Πέρα από τις συνταγματικά κατοχυρωμένες Αρχές, η συζήτηση άγγιξε και τις ΑΑ του κοινού Δικαίου. Υποστηρίζεται συχνά από νομικούς ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει συνολικά τον θεσμό, παρέχοντας κατεύθυνση για λελογισμένη σύσταση Αρχών. Επικρίνονται, ωστόσο, εξίσου τακτικά τα «παθολογικά συμπτώματα» που παρατηρούνται στις ΑΑ του κοινού Δικαίου, όπως ο άναρχος πολλαπλασιασμός τους, η αδικαιολόγητη ανομοιογένεια του καθεστώτος τους και ο κατακερματισμός της δικαιοδοσίας ως προς τη δικαστική προστασία. Ως απάντηση σε αυτήν την παθογένεια, προτείνεται η υιοθέτηση ενιαίων προτύπων οργάνωσης και ομογενοποίηση του κανονιστικού πλαισίου σε όλες τις Αρχές. Επιπλέον, κρίνεται σημαντική η ενδυνάμωσή τους μέσω της ενθάρρυνσης συνεργειών μεταξύ των Αρχών, ώστε η σύστασή τους να μη λειτουργεί ως μια οδός αποποίησης της πολιτικής ευθύνης των κυβερνώντων.
- Τέλος, ένας άλλος σημαντικός τομέας είναι η ευθυγράμμιση του συνταγματικού πλαισίου με το ενωσιακό Δίκαιο, καθώς τα ερείσματα σύστασης πολλών ΑΑ κείνται στο ενωσιακό Δίκαιο. Όπως τονίζεται, οι παράμετροι του ενωσιακού Δικαίου πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψιν σε κάθε αναθεωρητική πρωτοβουλία, με έμφαση στην πλήρωση των κριτηρίων της ανεξαρτησίας, στην αντικειμενική αμεροληψία και τη διασφάλιση επαρκών πόρων. Συναφώς, όσον αφορά τις κανονιστικές και ρυθμιστικές αρμοδιότητες των ΑΑ, επισημαίνεται η τάση νομοθετικής υπερρύθμισης, η οποία είναι αντίρροπη της ανάθεσης αρμοδιοτήτων στις Ρυθμιστικές Αρχές. Γι’ αυτό προτείνεται στη σχετική ενότητα να συμπεριληφθεί στο άρθρο 106 του Συντάγματος ρητή διάταξη περί σεβασμού των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων των ΑΑ.
IV. Εκτελεστική Λειτουργία: ΠτΔ-Κυβέρνηση-Δημόσια Διοίκηση
Η εκτελεστική λειτουργία αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία στη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Το σύγχρονο ελληνικό κράτος έχει οικοδομηθεί πάνω σε μια διαδρομή έντονων πολιτικών παρεμβάσεων, διακομματικών εξαρτήσεων και διοικητικών ασταθειών, που οδήγησαν στη δημιουργία ενός μηχανισμού συχνά δυσκίνητου και εσωστρεφούς. Η δημόσια διοίκηση διαμορφώθηκε συχνά μέσα από πελατειακές σχέσεις, με διαρκείς μεταβολές στη δομή και τη λειτουργία της, με προσλήψεις χωρίς αντικειμενικά κριτήρια και με έντονη εξάρτηση από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Συνεπώς, η κρατική μηχανή χαρακτηρίζεται από ευνοιοκρατία, νομικισμό και χαμηλή απόδοση ευθύνης, αδυνατώντας να υποστηρίξει μακροπρόθεσμα τον σχεδιασμό και την υλοποίηση συνεκτικών δημόσιων πολιτικών.
Η συζήτηση για την Αναθεώρηση, επομένως, δεν μπορεί να αγνοήσει την κρίση αποτελεσματικότητας, νομιμοποίησης και αντιπροσώπευσης του ελληνικού κράτους.
- Η ανάγκη για μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και τη διοίκηση, ανάμεσα στο κεντρικό κράτος και την αυτοδιοίκηση, αναδεικνύεται ως προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Η έννοια του «επιτελικού κράτους», που εισήχθη με τον Ν. 4622/2019, αποτέλεσε απόπειρα να απαντηθεί αυτή η πρόκληση, ενισχύοντας τον ρόλο του πρωθυπουργού, συγκεντρώνοντας στο «κέντρο διακυβέρνησης» τον σχεδιασμό και τον συντονισμό της πολιτικής. Εισήγαγε τεχνοκρατικούς μηχανισμούς παρακολούθησης και διαχωρισμό πολιτικής και διοικητικής ευθύνης. Από την άλλη πλευρά, τυχόν υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων θέτει εκ νέου το ζήτημα των θεσμικών αντιβάρων και της ισορροπίας εξουσιών.
- Σε αυτό το πλαίσιο, μια πρόταση αφορά τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, επισημαίνοντας την ανάγκη για ήπια ενίσχυση του ρόλου του. Υποστηρίζεται στη σχετική ενότητα η δυνατότητα του θεσμού να συγκαλεί συμβούλιο πολιτικών αρχηγών ή να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και των Ανεξάρτητων Αρχών, χωρίς να επηρεάζεται ή να ανατρέπεται το ισχύον κοινοβουλευτικό σύστημα.
- Η κεντρική πρόταση για την εκτελεστική εξουσία αφορά τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης κράτους και διακυβέρνησης. Προτείνεται η δημιουργία «κράτους-στρατηγείου», που θα είναι ταυτόχρονα λιτό και αποτελεσματικό, θα καθορίζει τους προγραμματικούς στόχους και θα ασκεί επιτελικές λειτουργίες, αφήνοντας την εφαρμογή των πολιτικών στις αποκεντρωμένες δομές και την αυτοδιοίκηση. Αυτή η πρόταση συνδέεται με την καθιέρωση ενός συστήματος πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, την ενίσχυση της συμμετοχικής διοίκησης και τη συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Παράλληλα, επισημαίνεται η ανάγκη για έναν σύγχρονο και σαφή καθορισμό των οργανωτικών και λειτουργικών αρχών του κράτους στο άρθρο 101 του Συντάγματος, με βάση τις αρχές της συνεργασίας, της λογοδοσίας και της αξιοκρατίας.
- Όσον αφορά την οργάνωση και λειτουργία της κυβέρνησης, προτείνονται η ενίσχυση του ρόλου του Υπουργικού Συμβουλίου, η σταθερότητα στην κυβερνητική διάρθρωση και η αποσύνδεση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης από υπουργικά καθήκοντα, ώστε να επικεντρωθεί στον επιτελικό συντονισμό. Η υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο γραφείο του πρωθυπουργού προτείνεται να περιοριστεί, με τροποποίηση του άρθρου 82 του Συντάγματος, προκειμένου να προστατευτεί η θεσμική αυτοτέλεια της διοίκησης.
- Σχετικά με την ποινική ευθύνη των μελών της κυβέρνησης, προτείνεται ο εκσυγχρονισμός του άρθρου 86 του Συντάγματος: Η πρωτοβουλία για προκαταρκτική εξέταση να ανήκει στις εισαγγελικές αρχές και όχι στη Βουλή, η διάταξη να διευκρινίζει ότι η ευθύνη αφορά πράξεις που τελούνται κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, και να προβλεφθεί ρητά ότι δεν αναγνωρίζονται άλλοι λόγοι εξάλειψης του αξιοποίνου πέραν αυτών που ορίζει το γενικό Ποινικό Δίκαιο και το Σύνταγμα.
- Τέλος, οι προτάσεις για τη δημόσια διοίκηση επικεντρώνονται στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού του άρθρου 103 του Συντάγματος. Προτείνεται να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής του κανόνα της μονιμότητας, να κατοχυρωθούν συνταγματικά οι αρχές της αξιοκρατίας και της ορθολογικής οργάνωσης, και να εισαχθούν ρήτρες για την αξιολόγηση, τη λογοδοσία και την αμεροληψία των υπαλλήλων. Παράλληλα, προτείνεται ο μισθός να συνδεθεί με τα προσόντα και την απόδοση, ώστε η εξέλιξη και οι αμοιβές να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και την αποτελεσματικότητα του κράτους.
Συνολικά, οι προτάσεις συγκλίνουν σε μία κεντρική κατεύθυνση: Η επόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση πρέπει να στοχεύει σε ένα αποτελεσματικό, αξιοκρατικό και αποκεντρωμένο κράτος, που θα συνδυάζει την επιτελική ικανότητα της κεντρικής διοίκησης με την επιχειρησιακή ευελιξία των αποκεντρωμένων δομών. Η ενίσχυση των θεσμικών αντιβάρων, η διαφάνεια και η λογοδοσία στο εσωτερικό της εκτελεστικής εξουσίας και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος συνιστούν όχι μόνο ζητούμενα συνταγματικού εκσυγχρονισμού, αλλά θεμέλια για μια νέα πολιτική και διοικητική κουλτούρα στη χώρα.
V. Θρησκεύματα
διαβάστε ακόμα

Δημόσια Εκδήλωση "Θεσμοί και Ανάπτυξη"
Οι συνταγματικές διατάξεις που ρυθμίζουν τα θρησκεύματα και, ειδικότερα, τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας αποτελούν από τα πιο ανθεκτικά τμήματα του ελληνικού Συντάγματος. Σήμερα, ωστόσο, κρίνεται από πολλούς ότι είναι ώριμη η ανάγκη επανεξέτασης αυτών των διατάξεων. Ο στόχος δεν είναι συγκρουσιακός ή αντικληρικός, αλλά η αποσαφήνιση διατυπώσεων και η απομάκρυνση ρυθμίσεων που λειτουργούν ως κατάλοιπα ενός άλλου ιστορικού πλαισίου. Στο επίκεντρο αυτής της επανεξέτασης βρίσκονται το προοίμιο και τα άρθρα 3, 13, 16 παρ. 2 και 33 παρ. 2 του Συντάγματος.
- Η επίκληση «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», που κοσμεί κάθε ελληνικό Σύνταγμα από το 1822, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και στερείται νομικής σημασίας. Η διατήρησή της, ωστόσο, δημιουργεί σύγχυση ως προς το κατά πόσον ολόκληρο το Σύνταγμα οφείλει να ερμηνεύεται υπό το φως αυτής της θρησκευτικής αναφοράς. Η απάλειψή της, επομένως, θεωρείται από πολλούς ειδικούς ότι δεν θα έβλαπτε τη συνταγματική συνοχή, ενώ ταυτόχρονα θα απομάκρυνε περιττούς συνειρμούς περί «θεοκρατικού υποβάθρου» του Συντάγματος.
- Το άρθρο 3, που ρυθμίζει τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, παραμένει το πιο ευαίσθητο σημείο. Ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν την πλήρη κατάργησή του και τον καθολικό χωρισμό κράτους και Εκκλησίας, κρίνεται ότι η διατήρησή του είναι σκόπιμη, αλλά με ουσιαστικές διορθώσεις. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το άρθρο δεν αφορά μόνο την εσωτερική σχέση της Πολιτείας με την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά και τις σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι οποίες έχουν και διεθνή διάσταση. Οι προτεινόμενες διορθώσεις που διατυπώθηκαν περιλαμβάνουν: Την αποσαφήνιση, μέσω ερμηνευτικής δήλωσης, ότι ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» δεν συνιστά θεσμική ή αξιακή υπεροχή, αλλά απλώς περιγραφική αναφορά στην πλειοψηφική θρησκευτική ταυτότητα των Ελλήνων πολιτών. Τη διαγραφή του κτητικού «ημών» από τη διατύπωση για τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το οποίο υπονοεί ότι όλοι οι Έλληνες είναι ορθόδοξοι χριστιανοί. Και, τέλος, την αναδιατύπωση της περιγραφής της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς ο όρος «αυτοκέφαλη» δεν αποδίδει με ακρίβεια την πραγματικότητα της σύνθετης σχέσης με τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, περιορίζοντας την αναφορά στον Πατριαρχικό Τόμο και την Πράξη του 1928 αποκλειστικά στο πεδίο διοίκησης της Εκκλησίας.
- Επιπλέον, θα μπορούσε να εξεταστεί η περίπτωση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας, ο οποίος σήμερα αποτελεί νόμο του κράτους, ώστε να μετατραπεί σε κανονιστική πράξη της ίδιας της Εκκλησίας, κατόπιν συμφωνίας με την Πολιτεία και έγκρισης από τη Βουλή. Μια τέτοια ρύθμιση θα εξασφάλιζε την αυτονομία του Εκκλησιαστικού Κανονικού Δικαίου, χωρίς να θίγει τη δημόσια τάξη. Τέλος, η απαγόρευση μετάφρασης της Αγίας Γραφής, που εισήχθη το 1911, δεν έχει πλέον θέση σε ένα σύγχρονο Σύνταγμα και πρέπει να απαλειφθεί.
- Όσον αφορά το άρθρο 13, που κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία, προτείνεται η κατάργηση του όρου «γνωστή θρησκεία», ο οποίος πιθανόν εισάγει αδικαιολόγητο περιορισμό και έρχεται σε αντίθεση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Εξίσου αναχρονιστική θεωρήθηκε από συμμετέχοντες η απαγόρευση του προσηλυτισμού. Αντίστοιχα, η αναφορά στις «γνωστές θρησκείες» και στους «λειτουργούς της επικρατούσας θρησκείας» θα μπορούσε να επαναδιατυπωθεί, σε συμφωνία με τη νέα, ερμηνευτικά αποσαφηνισμένη έννοια της «επικρατούσας».
- Η πρόβλεψη του άρθρου 16 παρ. 2 για την «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης» στο πλαίσιο της κρατικής παιδείας προκαλεί επίσης προβληματισμό. Η αναφορά αυτή, κατά την άποψη πολλών ειδικών, δεν ανταποκρίνεται πλέον στη συνταγματική ουδετερότητα του κράτους. Επομένως, η απάλειψή της θα καθιστούσε σαφέστερη την αποστολή της εκπαίδευσης ως πεδίου καλλιέργειας της ελευθερίας, της κριτικής σκέψης και της υπεύθυνης πολιτειότητας.
- Ανάλογης σημασίας είναι και η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2, που ορίζει τον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας «εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Η διατύπωση αυτή, με ρίζες στη μοναρχική περίοδο, θεωρήθηκε ότι αποκλείει έμμεσα μη χριστιανούς ή άθεους πολίτες από το ανώτατο αξίωμα, αντίκειται στην αρχή της ισότητας και παραβιάζει τον πυρήνα της θρησκευτικής ελευθερίας. Η αντικατάστασή της με διαβεβαίωση «στην τιμή και στη συνείδηση» του εκλεγμένου Προέδρου συνιστά μια λύση συμβατή με τις αρχές του φιλελεύθερου συνταγματισμού.
Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο δεν είναι ένας «αντιεκκλησιαστικός χωρισμός», αλλά μια ώριμη θεσμική εξισορρόπηση. Μια νέα συνταγματική διατύπωση πρέπει να κατοχυρώνει την πλήρη ελευθερία της πίστης και της συνείδησης, να διασφαλίζει τον αυτοδιοίκητο χαρακτήρα των θρησκευτικών κοινοτήτων, και ταυτόχρονα να επιβεβαιώνει τον κοσμικό, δημοκρατικό χαρακτήρα του ελληνικού κράτους. Η συνύπαρξη Πολιτείας και Εκκλησίας οφείλει να μετατραπεί από ιστορική συνήθεια σε ώριμη θεσμική επιλογή, στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της συνταγματικής νομιμότητας.
VI. Ατομικά Δικαιώματα
Η συζήτηση για τα ατομικά δικαιώματα στο ελληνικό Σύνταγμα εγείρει το ερώτημα αν απαιτείται Αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων, δεδομένου ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εξελίσσεται συνεχώς μέσω της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Παρά τον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, τα εθνικά Συντάγματα διατηρούν κρίσιμο ρόλο, συνδιαμορφώνοντας την ευρωπαϊκή συναίνεση και παρέχοντας υψηλότερο επίπεδο προστασίας. Η ανάγκη επικαιροποίησης των διατάξεων είναι, επομένως, σημαντική, λόγω των νέων κοινωνικών, τεχνολογικών και αξιακών προκλήσεων.
- Η πρώτη δέσμη προτάσεων αφορά την αρχή της ισότητας και την απαγόρευση των διακρίσεων. Υποστηρίζεται η ενίσχυση της έμφυλης ισότητας με ρητή απαγόρευση διακρίσεων βάσει βιολογικού ή κοινωνικού φύλου, καθώς και η κατοχύρωση του δικαιώματος στην άμβλωση ως θεμελιώδους, ώστε να προστατευτεί από ενδεχόμενες πολιτικές οπισθοδρομήσεις. Επιπλέον, προτείνεται η επέκταση της συνταγματικής προστασίας έναντι διακρίσεων για νέες κατηγορίες, όπως η αναπηρία, η ηλικία, η ταυτότητα φύλου, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η κοινωνική προέλευση, με ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση συμπεριληπτικής γλώσσας στις συνταγματικές διατάξεις.
- Αναφορικά με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, προτείνεται η διεύρυνση της απαγόρευσης διακρίσεων, καθώς και η ενσωμάτωση σαφών ερμηνευτικών δηλώσεων στο άρθρο 5 παρ. 4 για την ελευθερία κίνησης, ιδίως μετά την εμπειρία της πανδημίας. Επιπλέον, υποστηρίζεται η συνταγματική κατοχύρωση της Κοινωνίας των Πολιτών και του Εθελοντισμού, αναγνωρίζοντας τον ρόλο των οργανώσεων αυτών στη δημοκρατική λειτουργία και επιβάλλοντας στο κράτος θετική υποχρέωση υποστήριξής τους.
- Στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, προτείνεται εκτενής εκσυγχρονισμός των άρθρων 14 και 15, ώστε να ενσωματώνουν το νέο ψηφιακό περιβάλλον, να θέτουν κανόνες διαφάνειας και αυτορρύθμισης των ΜΜΕ, και να προστατεύουν το δικαίωμα απάντησης και επανόρθωσης στα ψηφιακά Μέσα. Ειδικά για τη ραδιοτηλεόραση, υποστηρίζονται η ενίσχυση της ανεξαρτησίας του ΕΣΡ και η αναδιοργάνωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης με διαδικασίες επιλογής σύμφωνα με τα πρότυπα των Ανεξάρτητων Αρχών.
- Στο θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, τονίζεται η ανάγκη Αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος για την άρση των περιορισμών που είναι αντίθετοι με το ενωσιακό Δίκαιο και την κατοχύρωση του δικαιώματος ίδρυσης ιδιωτικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ), με διασφάλιση των αρχών του αυτοδιοίκητου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
- Στον τομέα της προστασίας της ιδιοκτησίας, υποστηρίζεται από εισηγητές η Αναθεώρηση των άρθρων 17, 18 και 24 για να διασφαλιστεί πλήρης και έγκαιρη αποζημίωση σε περιπτώσεις απαλλοτρίωσης και περιορισμού της χρήσης της ιδιοκτησίας χωρίς απαλλοτρίωση. Επίσης, προτείνονται μέτρα για την αναζωογόνηση του αστικού χώρου, όπως η δυνατότητα Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης και αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων κτηρίων για κοινωνικούς σκοπούς.
- Για το απόρρητο των επικοινωνιών, προτείνονται η μεταφορά της εξουσίας άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας σε ειδικό συμβούλιο δικαστών του Συμβουλίου και η ενίσχυση του ελεγκτικού ρόλου της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), προκειμένου να διασφαλίζεται ο δικαστικός και διοικητικός έλεγχος με δυνατότητα ένδικης προστασίας.
- Τέλος, υποστηρίζεται η συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ως ανεξάρτητου θεσμού για την προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
VII. Κοινωνικό Κράτος
διαβάστε ακόμα

Η διαΝΕΟσις συμμετέχει στον διάλογο για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Η συζήτηση για το κοινωνικό κράτος στο πλαίσιο της Συνταγματικής Αναθεώρησης αναδεικνύει την ανάγκη προσαρμογής των σχετικών συνταγματικών διατάξεων στις νέες κοινωνικές και δημοσιονομικές συνθήκες. Η προστασία του κοινωνικού κράτους, όπως διαμορφώνεται από τα άρθρα 21, 22 και 25 του Συντάγματος, πρέπει να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις και στους κινδύνους που προκύπτουν από τη γήρανση του πληθυσμού, τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, τις νέες τεχνολογίες και τις οικονομικές κρίσεις. Για να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος κοινωνικής προστασίας και να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητά του, προτείνονται συγκεκριμένες συνταγματικές τροποποιήσεις.
- Οι συνταγματικές ρυθμίσεις για το κοινωνικό κράτος θεωρείται ότι πρέπει να ενσωματώνουν γενικές αρχές που θα ενδυναμώσουν το θεσμικό πλαίσιο, όπως η κοινωνική αποδοτικότητα, η στοχευμένη αναδιανομή, η σύνδεση των κοινωνικών παροχών με την αγορά εργασίας και η δημοσιονομική συμβατότητα. Αυτές οι αρχές θα βοηθήσουν το κοινωνικό κράτος να γίνει πυλώνας μιας εθνικής στρατηγικής για οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή.
- Για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας, προτείνεται η θέσπιση ενός κοινωνικού προϋπολογισμού που θα επιτρέπει τη διαφανή και στοχευμένη αξιολόγηση του συστήματος κοινωνικής προστασίας, δημοσιεύοντας τις κοινωνικές δαπάνες και αξιολογώντας τις με βάση κριτήρια αποτελεσματικότητας, διαφάνειας και ισότητας.
- Ειδικότερα, στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται η ανάγκη Αναθεώρησης ώστε να ληφθεί υπ’ όψιν η διαγενεακή δικαιοσύνη, ειδικά στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Προτείνεται η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 22, προκειμένου το κράτος να διασφαλίσει την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων με βάση την αρχή της διαγενεακής δικαιοσύνης. Επιπλέον, κρίνεται σημαντική η αποσαφήνιση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων, λόγω των διαφορετικών ερμηνειών του άρθρου 22 παρ. 5 από το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο, με στόχο την ομοιόμορφη εφαρμογή του Συντάγματος.
- Η ατζέντα για το κοινωνικό κράτος ολοκληρώνεται με δύο θεμελιώδεις προτεραιότητες: την ενίσχυση της μακροχρόνιας φροντίδας υγείας και την αποτελεσματική καταπολέμηση της φτώχειας. Δεδομένης της γήρανσης του πληθυσμού, η μακροχρόνια φροντίδα αναγνωρίζεται ως άμεση προτεραιότητα, ενώ προτείνεται η ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα ως ένας ρεαλιστικός μηχανισμός για την ανταπόκριση στις διευρυνόμενες απαιτήσεις. Επιπλέον, η αντιμετώπιση του κινδύνου φτώχειας απαιτεί, κατά πολλούς ειδικούς, τη θέσπιση προστατευτικών μέτρων και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Προς την κατεύθυνση αυτήν, κρίνεται σημαντική η θεσμική κατοχύρωση οικονομικών δικλίδων ασφαλείας, όπως ο κατώτατος μισθός και το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, ώστε να θωρακιστεί ουσιαστικά ο πολίτης από την ένδεια.
VIII. Οικονομία
Το ελληνικό «οικονομικό Σύνταγμα» περιλαμβάνει τις διατάξεις του θεμελιώδους κειμένου που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τις οικονομικές σχέσεις, όπως το άρθρο 106 για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, το άρθρο 107 για την προστασία των ξένων επενδύσεων, τα άρθρα 75 και 78-80 για τη φορολογία και τα δημόσια οικονομικά, καθώς και τα θεμελιώδη οικονομικά δικαιώματα (άρθρα 5 παρ. 1 και 17).
Οι διατάξεις αυτές, όμως, θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένες. Το Σύνταγμα του 1975 διαμορφώθηκε σε μια εποχή όπου πολλές διεθνείς εξελίξεις μετέπειτα, όπως η παγκοσμιοποίηση, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η κινητικότητα των κεφαλαίων, δεν υπήρχαν καν ως προοπτική. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του 1975 αναγνώριζε το κράτος ως αποκλειστικό ρυθμιστή της οικονομίας, ο οποίος προσπαθούσε να θεραπεύσει τις αστοχίες της αγοράς, πολλές φορές χωρίς να αναγνωρίζει την έννοια του υγιούς ανταγωνισμού και των θεσμών της ελεύθερης αγοράς. Αυτό το φιλοκρατικό υπόβαθρο έχει προκαλέσει αναπόφευκτα ζητήματα, ιδιαίτερα εν όψει των ενωσιακών προδιαγραφών και των απαιτήσεων της ελεύθερης αγοράς.
- Υποστηρίχθηκε ότι η μη Αναθεώρηση του άρθρου 106 από το 1975 και τις μεταγενέστερες Αναθεωρήσεις αναδεικνύει την αδυναμία του υπάρχοντος συνταγματικού πλαισίου να προσαρμοστεί στις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας. Ενώ οι διατάξεις αποτυπώνουν την πρόθεση του συνταγματικού νομοθέτη να διατηρήσει μια «ανοιχτή» προσέγγιση, το ενωσιακό «οικονομικό Σύνταγμα» έχει προκαλέσει την αναγκαία προσαρμογή του ελληνικού Συντάγματος στην ευρωπαϊκή νομολογία. Οι θεσμοί της αγοράς, ο ανταγωνισμός και η αποφυγή των κρατικών ενισχύσεων έχουν αποκτήσει πρωταρχική σημασία στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα το Σύνταγμα του 1975 να είναι σε πολλές περιπτώσεις ασυμβίβαστο με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις.
- Η ανάγκη Αναθεώρησης του ελληνικού «οικονομικού Συντάγματος» κρίνεται σημαντική. Πολλοί αναγνωρίζουν ότι η Αναθεώρηση θα έχει τόσο συμβολική όσο και πρακτική σημασία. Η ενσωμάτωση σύγχρονων οικονομικών εννοιών, όπως η κοινωνική οικονομία της αγοράς, η αναγνώριση του ελεύθερου ανταγωνισμού και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της Τεχνητής Νοημοσύνης στο Σύνταγμα, μπορεί να προσφέρει σταθερότητα και μεγαλύτερη σαφήνεια στην ελληνική οικονομία.
- Η Αναθεώρηση συγκεκριμένων άρθρων, όπως τα άρθρα 78, 79, 106 και 107, ενδεχομένως να αναδείξει τη μη αναστρέψιμη «ευρωποίηση» του ελληνικού οικονομικού συστήματος. Η μεταβολή του συνταγματικού πλαισίου δεν αποσκοπεί στην πλήρη αλλαγή της κατεύθυνσης του κράτους στην οικονομία, αλλά στην προσαρμογή του στους θεσμούς της ελεύθερης αγοράς και στη νέα πραγματικότητα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Αντί να επαναδιατυπωθούν οι υπάρχουσες διατάξεις, προτείνεται η επικέντρωση στην αναγνώριση νέων θεματικών που προκύπτουν από τις σύγχρονες προκλήσεις. Για παράδειγμα, είναι αναγκαίο το Σύνταγμα να λάβει υπ’ όψιν το πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι ψηφιακές τεχνολογίες θα επηρεάσουν την οικονομική δραστηριότητα. Επίσης, είναι σημαντικό το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και η ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη να ενσωματωθούν ως κατευθυντήριες αρχές του «οικονομικού Συντάγματος». Η αναγνώριση της βιωσιμότητας με τις τρεις βασικές διαστάσεις της (οικολογική, κοινωνική και οικονομική) προτείνεται να καταστεί βασικός άξονας της οικονομικής πολιτικής, ενσωματώνοντας τον στόχο της αειφόρου ανάπτυξης στο Σύνταγμα.
- Επιπλέον, ζητήματα όπως οι δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, η προστασία των στρατηγικών επενδύσεων και η φορολογική και δημοσιονομική βιωσιμότητα είναι πιθανό να χρειάζονται επικαιροποίηση. Ειδικότερα, η συνταγματική κατοχύρωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού ως Ανεξάρτητης Ρυθμιστικής Αρχής και η σαφέστερη αναφορά στον φορολογικό σχεδιασμό και τις δημοσιονομικές πρακτικές θα προσφέρουν μια πιο ξεκάθαρη κατεύθυνση για την ελληνική οικονομία.
Αυτές είναι, συνοπτικά, οι βασικές προτάσεις που προέκυψαν μέσα από την πρωτοβουλία της διαΝΕΟσις αναφορικά με τους οκτώ κεντρικούς άξονες. Όλες, όσο κι αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με αυτές, συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: Η Αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι απλώς μια τεχνοκρατική διαδικασία, αλλά μια βαθιά πολιτική απόφαση που αντανακλά τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας. Συνιστά, ουσιαστικά, μια αναγνώριση των ραγδαίων αλλαγών και μια συντονισμένη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός εύρωστου θεσμικού πλαισίου που θα ανταποκριθεί στις ήδη ορατές προκλήσεις του 21ου αιώνα. Ελπίζουμε ότι η αναλυτική παρουσίαση των παραπάνω, και ακόμα περισσότερων, προτάσεων στον νέο τόμο της διαΝΕΟσις θα συμβάλει καταλυτικά προς αυτήν την κατεύθυνση.
Παραπομπές
1. Μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το υλικό της πρωτοβουλίας, μαζί με τις πλήρεις εισηγήσεις, εδώ.




