Τι πιστεούν οι Δημόσιοι Υπάλληλοι
Photography: Christian Schnettelker / Flickr
Αρθρογραφια |

Τι Πιστεύουν οι Δημόσιοι Υπάλληλοι

Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης σχολιάζει τις απαντήσεις των Δημοσίων Υπαλλήλων στις ερωτήσεις της έρευνας "Τι πιστεύουν οι Έλληνες".

 

O Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι μέλος της ομάδας του Ινστιτούτου Έρευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών και πρώην βουλευτής.

-----

Το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί να ερμηνεύσει τα ερευνητικά ευρήματα της δημοσκόπησης “Τι πιστεύουν οι Έλληνες”. Δεν σχολιάζει μεθοδολογικές παραδοχές της έρευνας ούτε τις πρακτικές που ακολουθήθηκαν για την διεξαγωγή της. Θα δοθεί έμφαση στις απαντήσεις που δίνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι και όχι ο γενικός πληθυσμός και μόνον επ’ ευκαιρία θα συσχετιστούν οι απαντήσεις των δύο ομάδων.

Οι απαντήσεις των δημοσίων υπαλλήλων στο ερωτηματολόγιο παρουσιάζουν δύο χαρακτηριστικά: Το πρώτο είναι ότι δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς επί των απαντήσεων που αφορούν θέματα που άπτονται βασικών αρχών και πεποιθήσεων της ελληνικής κοινωνίας. Τούτο, κατά τη γνώμη μου, σημαίνει ότι οι διαφορετικές αντιλήψεις και στάσεις των κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων δεν διασπούν την εθνική ομοψυχία επί κεφαλαιωδών ζητημάτων ταυτότητας και προσανατολισμού της χώρας. Το γεγονός είναι, οπωσδήποτε, θετικό και αισιόδοξο υπό τις παρούσες συνθήκες της βαρύτατης κρίσης.

Το δεύτερο εισαγωγικό σχόλιο είναι ότι υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις των απαντήσεων των δημοσίων υπαλλήλων σε ζητήματα που αφορούν την stricto sensu θεσμική τάξη και το κράτος δικαίου. Θεωρώ απολύτως φυσικό οι δημόσιοι υπάλληλοι να έχουν περισσότερο οξυμένα αντανακλαστικά στα σχετικά θέματα.

Ακολουθεί η αναλυτική παρουσίαση και ο σχολιασμός των απαντήσεων των δημοσίων υπαλλήλων ανά κατηγορία ερωτημάτων.

 

Δημόσιοι υπάλληλοι και Ευρωπαϊκή Ένωση

Οι απαντήσεις των δημοσίων υπαλλήλων σ’ αυτή την ενότητα δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τις απαντήσεις του γενικού πληθυσμού, ακόμη και σε εκείνα τα πεδία στα οποίοι οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να έχουν καλύτερη πληροφόρηση σε σχέση με τον λοιπό πληθυσμό. Η απάντηση, για παράδειγμα, ότι η χώρα είναι ζημιωμένη από τη συμμετοχή της στην Ε.Ε ως προς την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία της  συγκεντρώνει τα ίδια, περίπου, ποσοστά απαντήσεων του γενικού πληθυσμού και των δημοσίων υπαλλήλων (38% και 34%, αντιστοίχως).

Μόνο το 30% των δημοσίων υπαλλήλων θεωρεί πως η Ελλάδα βγήκε ωφελημένη από την Ε.Ε σε επίπεδο οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης

Εάν προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τις λεπτομέρειες στις οποίες διαφοροποιούνται οι δύο ομάδες, θα έλεγα ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν μια ελαφρώς πιο “φιλοευρωπαϊκή” στάση έναντι του γενικού πληθυσμού, γεγονός το οποίο ερμηνεύεται λόγω της μεγαλύτερης εγγύτητάς τους με τις “Βρυξέλλες” και τον τρόπο λειτουργίας της Ε.Ε. Σημαντικά διαφοροποιείται, για παράδειγμα, η απάντηση των δημοσίων υπαλλήλων στην ερώτηση, εάν η συμμετοχή μας στην Ε.Ε. ζημίωσε την οργάνωση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, ειδικότερα. Απαντούν θετικά 30% των ερωτώμενων, ενώ ο γενικός πληθυσμός δίνει την ίδια απάντηση σε ποσοστό 43%. Παρότι θεωρώ απογοητευτικό  ένα ποσοστό 30% των δημοσίων υπαλλήλων να υπερασπίζεται, εν τέλει, το πελατειακό κομματικό κράτος το οποίο είναι το μοναδικό που οι ελληνικές κυβερνήσεις κατάφεραν να δημιουργήσουν, αντιλαμβάνομαι ότι η στάση τους έχει καθοριστεί, εν πολλοίς, από τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στο πλαίσιο των μνημονίων.

Πολλά θα μπορούσαν να λεχθούν και να γραφτούν γι’ αυτό, αλλά ο περιορισμένος χώρος αυτού του άρθρου επιβάλλει μια πολύ σύντομη γενική τοποθέτηση. Η Ε.Ε. με την συμμετοχή της στην τρόικα έδειξε δύο αδιαμφισβήτητες αδυναμίες της σε σχέση με τις αλλαγές στο ελληνικό δημόσιο: Κατά πρώτον, υπο-εκτίμησε (λόγω άγνοιας και προχειρότητας) το εγγενές πελατειακό κράτος και πρότεινε/επέβαλε στη θέση των σωστών αλλαγών, δοκιμασμένες, αλλαχού, μεταρρυθμίσεις με επίκεντρό τους την οριζόντια μείωση δομών και ανθρώπων (“downsizing”). Κατά δεύτερον, ακόμη και όπου έγιναν δομικές αλλαγές (ιδίως, στην φορολογική διοίκηση και την υγεία), παρά τον αδιαμφισβήτητα θετικό τους χαρακτήρα, αυτές δεν κατάφεραν να αλλάξουν, συνολικά, την κρατούσα διοικητική κουλτούρα. Η αδυναμία στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων σε συνδυασμό με την λήψη σκληρών δημοσιονομικών μέτρων, οδήγησαν σε “μεταρρυθμιστική κόπωση” (reform fatigue). Οι “one size fits all” μεταρρυθμίσεις, ουσιαστικά, απέκτησαν αρνητικό πρόσημο στην πλειοψηφία (και) των δημοσίων υπαλλήλων. Από την άλλη, η πολιτική εκμετάλλευση των αδυναμιών των μνημονίων και η παροχολογία του ΣΥΡΙΖΑ βοήθησε σημαντικά στην εδραίωση μιας αρνητικής στάσης έναντι του συνόλου των δράσεων των μνημονίων, η οποία είχε ως φυσικό επακόλουθο την αρνητική στάση έναντι των δανειστών, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η Ε.Ε.  

To 40% των δημοσίων υπαλλήλων θεωρεί πως η Ε.Ε, παρά τις αδυναμίες της, μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση προς το συμφέρον των πολιτών

Αντιθέτως, η εικόνα της Ε.Ε. είναι θετική όσον αφορά τη συμβολή της στην ενδυνάμωση της εξωτερικής θέσης της χώρας, στην βελτίωση του επιπέδου της παιδείας και του πολιτισμού. Εμφανώς, πρόκειται για περιοχές οι οποίες δεν σχετίζονται με τα μνημόνια. Εν συνόλω, πάντως, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι απαισιόδοξοι σε σχέση με την προοπτική σύγκλισης της χώρας μας στην Ε.Ε. με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι (40%) εκφράζουν, ωστόσο, την εκτίμηση ότι η Ε.Ε., παρά τις αδυναμίες της μπορεί να αλλάξει προς μια κατεύθυνση εκπροσώπησης των συμφερόντων των ευρωπαίων πολιτών.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι, σε ποσοστά ανάλογα με εκείνα του γενικού πληθυσμού, επιβεβαιώνουν στοιχεία του κυρίαρχου αντι-ευρωπαϊκού αφηγήματος, προτάσσουν τον πατριωτισμό τους ως ασπίδα έναντι των ευρωπαϊκών επιβουλών, ενώ, ταυτόχρονα δέχονται ότι η Ελλάδα είναι σε παρακμή η οποία οφείλεται σε δικές μας αδυναμίες (88%). Η σύγχυση που αποτυπώνεται στις απαντήσεις αυτές είναι χαρακτηριστική των ψευδαισθήσεων και των μαξιμαλισμών που διακινήθηκαν από τα κόμματα που επένδυσαν στον αντιευρωπαϊσμό μέσω της αντιμνημονιακής ατζέντας. Είναι εντυπωσιακά υψηλά τα ποσοστά των απαντήσεων στην ταυτοποίηση των ενόχων της παρακμής, δηλαδή, των ελληνικών κυβερνήσεων (82%). Ενώ, όμως, σ’ αυτή την απάντηση έχει κανείς την αίσθηση ότι οι απαντώντες έχουν συνείδηση του ενόχου της κρίσης, έστω και σε μια αντεστραμμένη κατανόησή της, που δεν είναι άλλος από το πελατειακό κράτος (το οποίο όλες οι κυβερνήσεις υπηρέτησαν), αμέσως μετά, όμως, η διεθνής οικονομική κρίση ονοματίζεται ως βασικός παράγοντάς της. Ακόμη μια φορά, η σύγχυση και η κατασκευή ενός ιδεολογικού σκιάχτρου είναι εμφανής. Θεωρώ εξόχως ανησυχητικά αυτά τα ευρήματα και, στην περίπτωση προώθησης μιας μεταρρυθμιστικής ατζέντας, θα χρειαστεί πολλή και επίπονη προσπάθεια προκειμένου να αποδομηθούν.   

Στην κατεύθυνση αυτή είναι, ωστόσο, ενθαρρυντικό ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δείχνουν σταθερή προσήλωση στην αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων στο δημόσιο. Σε μεγαλύτερο ποσοστό από εκείνο του γενικού πληθυσμού (67% έναντι 57%) δηλώνουν ότι “χρειαζόμαστε βελτίωση του κράτους που έχουμε σήμερα χωρίς ούτε να μεγαλώσει ούτε να μικρύνει”. Η μεταρρυθμιστική διαθεσιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων έχει αποτυπωθεί και στο παρελθόν σε σχετικές έρευνες αλλά, ατυχώς, δεν αξιοποιείται από τους όποιους (ημεδαπούς/αλλοδαπούς) πολιτικούς σχεδιασμούς. Στο εμβληματικό θέμα της κατάργησης της μονιμότητας, ωστόσο, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι αντίθετοι - αν και βραχεία κεφαλή - σε σχέση με εκείνους οι οποίοι δέχονται ότι η κατάργησή της θα βελτιώσει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Εννοείται ότι η διαφορά με τις απαντήσεις του γενικού πληθυσμού είναι σημαντική.

 

Πολιτικές και οικονομικές πεποιθήσεις των δημοσίων υπαλλήλων

Περνώντας στον πυρήνα των πεποιθήσεων των δημοσίων υπαλλήλων υπάρχουν δύο σημεία τα οποία πρέπει, οπωσδήποτε, να σχολιαστούν: Το πρώτο αφορά το ότι οι  δημόσιοι υπάλληλοι προκρίνουν ένα κράτος με υψηλή φορολογία (παρότι οι ίδιοι φορολογούνται αυστηρά και, εν πάση περιπτώση, δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν και, παρότι δέχονται ότι βασική αιτία της φοροδιαφυγής είναι η απουσία φοροελεγκτικών μηχανισμών) το οποίο, ωστόσο, θα είναι ένα ισχυρό κράτος. Και εδώ, η  διαφορά από τις απαντήσεις του γενικού πληθυσμού είναι σημαντική. Ως επακόλουθο αυτής της πεποίθησης, είναι αντίθετοι στις ιδιωτικοποιήσεις. Να υποσημειωθεί, ωστόσο, ότι δηλώνουν, αναφανδόν, υπέρ των ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα. Η εκ πρώτης όψεως αντιφατική στάση τους έναντι της ελεύθερης αγοράς ερμηνεύεται, μάλλον, εκ του γεγονότος της άφρονος πολιτικής των κυβερνήσεων να παραχωρούν, ουσιαστικά, μετά από αποτυχημένες διαπραγματεύσεις, δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς έναντι ευτελών ανταλλαγμάτων.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι πιστεύουν πως οι επενδύσεις δεν σέβονται τα εργασιακά δικαιώματα

Βεβαίως, οι δημόσιοι υπάλληλοι, ξανά σε σύμπλευση με τον λοιπό πληθυσμό, πιστεύουν ότι οι ξένες επενδύσεις δεν σέβονται τα εργασιακά δικαιώματα (αν και με μικρή διαφορά από εκείνους που δέχονται το αντίθετο) και απειλούν την ύπαρξη των ελληνικών επιχειρήσεων. Αμφότερες οι απαντήσεις αξιολογούνται ως συμπληρωματικές μιας κουλτούρας περιχαράκωσης που τους διακρίνει. Σ’ αυτήν,  ακριβώς, την κουλτούρα πρέπει να αποδοθεί και η σαφής προτίμησή τους προς την ταυτότητα που ήδη διαθέτουν και την οποία δεν προτίθενται να την αλλάξουν με κάποια άλλη. Δεν θα επέλεγαν, δηλαδή, μια δουλειά με μεγάλες αποδοχές και προοπτικές εξέλιξης που δεν τους προσφέρει εργασιακή ασφάλεια. Το δημόσιο αξιολογείται, ακόμη, ως διασφαλίζον την εργασιακή ασφάλεια η οποία είναι αξία υπέρτερη και της οικονομικής ανάπτυξης αλλά και του ρίσκου της επιτυχίας, το οποίο δεν θέλουν να αναλάβουν. Οι συντηρητικές επιλογές των Ελλήνων απαντώνται και αλλού στην Ευρώπη (π.χ. “καπιταλισμός του Ρήνου”, Μ. Αlbert), ιδίως δε, σε χώρες που δεν είχαν ναυτική παράδοση και οι κάτοικοί τους παρέμεναν στα πάτρια. Νομίζω ότι πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι, εάν σταθεροποιηθεί η αντίληψη των δημοσίων υπαλλήλων (που πλειοψηφεί, πάντως, και στον γενικό πληθυσμό), τότε οι Έλληνες θα έχουμε απωλέσει την ταυτότητα των ανοιχτών οριζόντων και των διακινδυνεύσεων που μας διασφάλισε την όποια ευμάρεια και καταξίωση μεταξύ των άλλων λαών. Η περιχαράκωση και “δημοσιοϋπαλληλοποίηση” της κοινωνίας σ’ αυτή την ιστορική στιγμή θα ισοδυναμούσε με βέβαιο μαρασμό και απομόνωση της χώρας.

Από τα ερωτήματα που διερευνούν διεξοδικά τα στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας, αξίζει να αναφερθούμε στην πλειοψηφική εκείνη απάντηση των δημοσίων υπαλλήλων (42%) στην οποία δηλώνουν ότι πιστεύουν ότι οι Έλληνες δεν αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας. Το ποσοστό εκείνων που δέχονται το αντίθετο είναι εξαιρετικά μικρό (19%). Με την ίδια άνεση δηλώνουν, κατά πλειοψηφία, ότι οι Έλληνες είναι λαός στον οποίο δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη. Είναι, συνεπώς, εύλογο να διερωτηθεί κανείς πως αυτές οι αντιλήψεις συμβαδίζουν με το αίσθημα υπερηφάνειας που δηλώνουν, σε απόλυτο ποσοστό, ότι μας διακρίνει, επειδή είμαστε Έλληνες (93% έναντι 95% του γενικού πληθυσμού). Αλλοτριωμένη συνείδηση;

Πάντως, αυτή δεν είναι η μόνη σημαντική αντίφαση που καταγράφεται στις απαντήσεις. Μια ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι εκείνη που δείχνει ότι 85% των δημοσίων υπαλλήλων δέχονται ότι η ανταγωνιστικότητα είναι «καλό» πράγμα, όπως και το ότι οι αποκρατικοποιήσεις είναι επίσης καλό. Μόλις λίγο παραπάνω, όμως, έχουν δηλώσει ότι οι ιδιωτικοποιήσεις των ΔΕΚΟ είναι κακό πράγμα. Επίσης δηλώνουν ευθαρσώς και ότι ο καπιταλισμός είναι κακό πράγμα (70%) ενώ ότι η αριστερά είναι καλό.  Το επιβεβλημένο σχόλιο εδώ είναι ότι θα πρέπει να καταβληθεί σημαντική προσπάθεια προκειμένου να αποκατασταθεί το νόημα των εννοιών στη χώρα μας. Περαιτέρω, το ότι η αποκατάστασή τους συνεπάγεται κάποιες οδυνηρές παραδοχές είναι επίσης για τον αντικειμενικό μελετητή του ερωτηματολογίου μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Εν τέλει, η υποχώρηση του βολονταρισμού μπορεί να βλάπτει εκείνον που τον έχει αλλά, σίγουρα, θα έχει ευεργετικές συνέπειες στην συλλογική αυτογνωσία (και τις πολιτικές προτεραιότητες, κατά συνέπεια).

Η αποδοχή της οικονομίας της αγοράς μέσα σε κανόνες και μάλιστα αριστερής απόχρωσης, διατρέχει και τις υπόλοιπες απαντήσεις των ερωτώμενων. Το Χρηματιστήριο, για παράδειγμα, αντιπροσωπεύει κάτι κακό, όπως και οι πολυεθνικές. Μάλλον δέχονται ότι τα κακά της οικονομίας της αγοράς μπορούν και πρέπει να ελεγχθούν από δομές και κανόνες αριστερόστροφης λογικής.

Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο όταν μεταφερόμαστε από την οικονομία στην κοινωνική πολιτική. Στο θέμα των μεταναστών, οι δημόσιοι υπάλληλοι διαφοροποιούνται από την αριστερόστροφη αντίληψη της χωρίς όρια αποδοχής τους που κυριάρχησε για μια περίοδο. Από τις διαδοχικές απαντήσεις τους προκύπτει η σταθερή πεποίθησή τους ότι οι μετανάστες είναι πηγή προβλημάτων: Η παρουσία τους οδηγεί σε αύξηση της εγκληματικότητας και της ανεργίας. Έχει αρνητικές συνέπειες στην οικονομία και δεν εμπλουτίζει τον πολιτισμό μας. Οι μετανάστες δεν βοηθούν, καν, στο δημογραφικό. Σε ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο του γενικού πληθυσμού, οι δημόσιοι υπάλληλοι πιστεύουν ότι θα πρέπει οι παράνομοι μετανάστες να προωθούνται στη χώρα επιλογής τους. Ερμηνεύοντας αυτή την, εκ πρώτης, διαφοροποιημένη στάση τους από την αριστερόστροφη ρητορεία, κατανοούμε ότι το αίτημα που διατυπώνουν είναι ότι πρέπει να υπάρξουν ενεργητικές πολιτικές για την ασφάλεια και την ανάπτυξη και ότι η υπόθεση του μεταναστευτικού δεν είναι, μόνο, υπόθεση προάσπισης δικαιωμάτων.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι (όπως και ο γενικός πληθυσμός) δέχονται ότι ο ρατσισμός στην Ελλάδα είναι αρκετά διαδεδομένος και, προφανώς διαχωρίζουν τη θέση τους από ανάλογες πρακτικές που εκπορεύονται από αυτόν. Δέχονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό ότι τα παιδιά των μεταναστών που γεννώνται στην Ελλάδα πρέπει να παίρνουν την ελληνική υπηκοότητα.

Κατά τα λοιπά, στα θέματα των δικαιωμάτων κρατούν μια συνεπή θέση υπεράσπισής τους. Για παράδειγμα, δέχονται το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών, ενώ απορρίπτουν τους γάμους και την τεκνοθεσία από άτομα του ιδίου φύλου. Δεν τους ενοχλεί, επίσης, η ανέγερση τζαμιών ούτε στην Αθήνα ούτε στην περιοχή που ζουν οι ίδιοι.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι πιστεύουν στον Θεό, αλλά διακρίνουν τα θέματα της πίστης από εκείνα της εκκλησίας. Θεωρούν, δηλαδή, (στα ίδια ποσοστά με τον γενικό πληθυσμό) ότι οι οι ιερείς πρέπει να πληρώνονται από πόρους της εκκλησίας και όχι από το ελληνικό δημόσιο.

Κατά τα λοιπά, εξακολουθούν να πιστεύουν σε μεγάλα ποσοστά ότι “δεν υπάρχει καλύτερο πολίτευμα από την κοινοβουλευτική δημοκρατία” αν και είναι αρκετά επικριτικοί ως προς την ποιότητα της εφαρμογής της στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, είναι σκεπτικοί στο κατά πόσον ισχύει στην Ελλάδα η βασική αρχή του κράτους δικαίου, δηλαδή, της ισότητας απέναντι στον νόμο και ότι η δικαιοσύνη λειτουργεί, όντως, τυφλά. Σαφώς, υφέρπει πίσω από τις απαντήσεις αυτές το πάγιο αίτημα για αναβάθμιση της ποιότητας τόσο του κράτους δικαίου όσο και της απονομής της δικαιοσύνης.

Ενδιαφέρον, συναφώς, έχει η απάντηση στην ερώτηση για το θεωρούμενο ως μεγαλύτερο πρόβλημα για την δημοκρατία στη σημερινή Ελλάδα. Ως πρώτη απειλή για την δημοκρατία αξιολογείται η διαφθορά/διαπλοκή και ως δεύτερη το κομματικό/πελατειακό κράτος. Αντιλαμβάνομαι- και αυτή την απάντηση- στην ίδια σκεπτικιστική στάση των συνελλήνων έναντι της ποιότητας της Δημοκρατίας μας. Η πίστη τους, πάντως, έναντι των θεσμών της δημοκρατίας δεν έχει διασαλευθεί. Εξακολουθούν να απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης των πολιτικών και των δημοσίων υπαλλήλων τόσο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όσο και ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση. Αντιθέτως, υπάρχει απόρριψη των πολιτικών κομμάτων όπου το “λίγο” και το “καθόλου” συγκεντρώνουν τη μη αμφισβητούμενη πλειοψηφία (86%).  Εξίσου σαφής είναι και η απόρριψη των ΜΜΕ, όπου οι απαντήσεις στην ερώτηση “πόσο τα εμπιστεύεστε;” το “καθόλου” και το “λίγο” συγκεντρώνουν 88%.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι τοποθετούνται ιδεολογικά, κατά πλειοψηφία, στην “κεντροαριστερά” με σαφέστερη διαφορά σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό

Μετά απ’ όλα αυτά, οι δημόσιοι υπάλληλοι τοποθετούνται ιδεολογικά, κατά πλειοψηφία, στην “κεντροαριστερά” με σαφέστερη διαφορά σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό (33% έναντι 22%).Το πρόσημο, ωστόσο, της ελληνικότητας είναι σαφέστατο. Δεν μιλάμε για μια σοσιαλδημοκρατία “by the book” αλλά για μια ελληνική εκδοχή της η οποία περιέχει πολλά και σημαντικά ιδεοτυπικά κριτήρια. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και η πεποίθηση ότι εμείς οι Έλληνες, παρά τα προβλήματά μας, ζούμε σε μια μοντέρνα χώρα που δεν διαφέρει πολύ από τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Μάλιστα, με σαφέστατο τρόπο, τόσο ο γενικός πληθυσμός όσο και οι δημόσιοι υπάλληλοι δηλώνουν ότι “οι Έλληνες είναι ένας λαός με μεγάλη ιστορία που παρά τη σημερινή κρίση ξεχωρίζει ακόμη για την ευφυΐα και τον πολιτισμό του”. Οψόμεθα...