Σκέψεις Για Μια Σύγχρονη Και Αποτελεσματική Δικαιοσύνη

Η ομιλία της Αντιπροέδρου του ΣτΕ Αικατερίνης Σακελλαροπούλου στην εκδήλωση με τίτλο «Οι Πέντε Δράκοι»: Τι εμποδίζει την ανάπτυξη.

Είναι κοινός τόπος στην εποχή μας ότι συστατικό στοιχείο μιας δημοκρατίας δυτικού τύπου είναι το κράτος δικαίου, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου αποτελεί η ύπαρξη ανεξάρτητης και αποτελεσματικής δικαιοσύνης.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι πλούσια ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όπου σημαντικότατη θέση κατέχει και η απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Δυστυχώς, στο ζήτημα αυτό η χώρα μας παρουσιάζει, κατά το ΕΔΔΑ, στρέβλωση συστημικού χαρακτήρα, τόσο στη διοικητική δικαιοσύνη όσο και στην πολιτική και ποινική.

Σε ενωσιακό επίπεδο, από το 2013, Επιτροπή ανέλαβε το έργο της σύνταξης ετησίως του λεγόμενου «Πίνακα Αποτελεσμάτων της Δικαιοσύνης» (Justice Scoreboard) με στόχο την προώθηση της ποιότητας, της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων δικαιοσύνης στην ΕΕ. Στην παρουσίαση του Πίνακα Αποτελεσμάτων για το 2014, που έγινε τον Μάρτιο του 2014, η τότε Επίτροπος Δικαιοσύνης Βίβιαν Ρέντινγκ, συνδέοντας με άμεσο τρόπο την ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης με την οικονομία, δήλωσε ότι: «Η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης ισοδυναμεί με άρνηση απονομής δικαιοσύνης. Ο πίνακας αποτελεσμάτων σχετικά με την ευρωπαϊκή δικαιοσύνη είναι βασικό εργαλείο της οικονομικής στρατηγικής της Ε.Ε., καθώς συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις».

Το πρόβλημα της καθυστέρησης στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης προσπάθησε να ανιχνεύσει η Ολομέλεια του ΣτΕ σε Συμβούλιο (Πρακτικό 17/2011), όπου επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Είναι γεγονός ότι η δικαιοσύνη στην Ελλάδα απονέμεται με ιδιαίτερα βραδείς ρυθμούς και ότι η βραδύτητα αυτή παρατηρείται και στη διοικητική δικαιοσύνη, τόσο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όσο και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Είναι, εξάλλου, προφανές ότι η καθυστερημένη απονομή της δικαιοσύνης, εκτός από τις σοβαρές κοινωνικές, οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις που συνεπάγεται για τους πολίτες και το Κράτος, αποτελεί και σημαντικό πλήγμα στο Κράτος Δικαίου. Το πρόβλημα της καθυστέρησης στην επίλυση των διοικητικών διαφορών σε όλα τα επίπεδα οφείλεται σε πολλαπλές αιτίες και, ως εκ τούτου, για την αντιμετώπισή του πρέπει να ερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν συνολικά όλοι οι παράγοντες που έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση, η οποία συγκροτεί πλέον πρόβλημα με δομικό χαρακτήρα. Βασική αιτία συνιστά ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός ένδικων βοηθημάτων και ένδικων μέσων σε σχέση με τις δυνατότητες των δικαστηρίων. Ακόμη και αν όλοι οι δικαστές υπερέβαιναν τις δυνατότητές τους, δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθούν οι επιθυμητοί χρόνοι διεκπεραίωσης των δικών. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι η υπερφόρτωση των πινακίων των δικαστηρίων οφείλεται σε σημαντικό βαθμό σε ένδικα μέσα, τα οποία ασκούν το Δημόσιο και νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου. Η αναντιστοιχία που παρατηρείται μεταξύ εισαγόμενων και διεκπεραιούμενων υποθέσεων επιτείνεται από σειρά αιτίων που μπορούν να καταταγούν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση των δικών, όπως είναι οι ατέλειες της νομοθεσίας, οι οποίες δεν συνίστανται μόνο σε ασάφεια και αντιφατικότητα των διατάξεων, αλλά οφείλονται και στις συχνές νομοθετικές μεταβολές που παρατηρούνται, ιδίως στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Επίσης, η έλλειψη κωδικοποιήσεων σε πολλούς τομείς του δημοσίου δικαίου επιτείνει την ανασφάλεια του δικαίου και αποτελεί βασική αιτία δημιουργίας διαφορών. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν η κακή λειτουργία της Διοίκησης, η οποία αποτελεί μηχανή παραγωγής διαφορών, καθώς και η ευχέρεια που παρέχεται από τη νομοθεσία, αλλά και από την επιεική τακτική των δικαστηρίων, να ασκούνται προδήλως αβάσιμα ένδικα βοηθήματα και μέσα και να παρατείνεται αδικαιολογήτως με ενέργειες των διαδίκων η εκκρεμοδικία, χωρίς συνέπειες για τους στρεψόδικους και κακόπιστους διαδίκους που θα αποθάρρυναν την προπετή προσφυγή στα δικαστήρια. Δεύτερη κατηγορία αιτίων καθυστέρησης συγκροτούν οι αδυναμίες στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων. Σοβαρές δυσλειτουργίες δημιουργούνται λόγω της ανορθολογικής χωροταξικής κατανομής των διοικητικών εφετείων και ιδίως των διοικητικών πρωτοδικείων, και από τις ελλείψεις σε υποδομές και σε προσωπικό της γραμματείας. Ο αριθμός των δικαστών είναι τριπλάσιος περίπου από τον αριθμό των δικαστικών υπαλλήλων, η αναλογία δε αυτή, η οποία είναι ακριβώς αντίστροφη από τα ισχύοντα στις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες, καταδεικνύει τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι δικαστικοί λειτουργοί στην απρόσκοπτη εκτέλεση του δικαιοδοτικού τους έργου. Το φαινόμενο αυτό, που επιτείνεται με τα γενικά νομοθετικά μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί προσφάτως για τη δημόσια διοίκηση, αλλά καταλαμβάνουν και τις γραμματείες των δικαστηρίων, παρατηρείται και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με αποτέλεσμα οι δικαστικοί λειτουργοί να εκτελούν σε μεγάλο βαθμό εργασίες γραμματείας».

Η προσφυγή στη δικαιοσύνη είναι ένδειξη εκδημοκρατισμού μιας κοινωνίας, αλλά ο μεγάλος όγκος των εκκρεμών υποθέσεων στη διοικητική δικαιοσύνη συνδέεται και με τις αστοχίες του νομοθέτη και την αβελτηρία της διοίκησης.

Η προσφυγή στη δικαιοσύνη είναι ένδειξη εκδημοκρατισμού μιας κοινωνίας, αλλά ο μεγάλος όγκος των εκκρεμών υποθέσεων στη διοικητική δικαιοσύνη συνδέεται και με τις αστοχίες του νομοθέτη και την αβελτηρία της διοίκησης. [Η σαφήνεια του νομοθετικού καθεστώτος, που επιτρέπει στους πολίτες να προβλέψουν σε ικανοποιητικό βαθμό τις συνέπειες των πράξεών τους, αποτελεί, κατά το ΕΔΔΑ, στοιχείο του καλού νόμου.] Οι συχνές μεταβολές των φορολογικών ρυθμίσεων δεν διευκολύνουν το έργο της δικαιοσύνης ούτε βελτιώνουν το επενδυτικό κλίμα. Η πολυπλοκότητα και ασάφεια της φορολογικής νομοθεσίας καταδεικνύεται και από το γεγονός της εκδόσεως πολύ μεγάλου αριθμού εγκυκλίων (λ.χ. εντός του 2013 εκδόθηκαν από το υπουργείο Οικονομικών 1.100 εγκύκλιοι), με σκοπό την παροχή διευκρινίσεων για φορολογικά θέματα.

Η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης επιδρά αποφασιστικά στην απονομή της δικαιοσύνης. Μια διοίκηση δυσλειτουργική, ανορθολογική, χωρίς αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης που να επιτρέπει τη δημιουργία ενός έμπειρου σώματος στελεχών, φαινόμενα επικαλύψεων αρμοδιοτήτων, ευθυνοφοβίας, τυπολατρείας οδηγούν με βεβαιότητα στην προσφυγή στη δικαιοσύνη για οποιοδήποτε ζήτημα, σημαντικό ή ασήμαντο. Αρνητικά συμβάλλει στο ζήτημα που μας απασχολεί η χαμηλή απόδοση του συστήματος ενδικοφανών προσφυγών, που μοιάζει να λειτουργούν για να καθυστερήσουν και να αποθαρρύνουν τους πολίτες και όχι για να επιλύουν θέματα.

Σημαντική συμβολή στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων έχουν οι εξωδικαστικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών (διαμεσολάβηση και διαιτησία). Για ένα μεγάλο μέρος των ιδιωτικών διαφορών η διαμεσολάβηση εμφανίζεται ως ο ενδεδειγμένος τρόπος επίλυσης τους. Παρ' όλο όμως που υπάρχει πλήρες σχετικό νομικό πλαίσιο στη χώρα μας, τα αποτελέσματα είναι ακόμη πενιχρά.

Η επιβάρυνση των δικαστηρίων ολοκληρώνεται με τη δημιουργία πολλαπλών δικών που προκαλούνται από την άρνηση της Διοίκησης να εκπληρώσει τη συνταγματική επιταγή για συμμόρφωση με τις δικαστικές αποφάσεις.

Ιδιαίτερη σημασία στο θέμα της ορθολογικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης έχει η δημιουργία νέου δικαστηριακού χάρτη. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, ο χωροταξικός σχεδιασμός αποτελεί την χωρική έκφραση των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ανήκει στην αρμοδιότητα του Κράτους, το οποίο υποχρεούται να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι κατά το δυνατόν βέλτιστοι όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας. Ειδική εκδήλωση της χωροταξικής πολιτικής του σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου αποτελεί η οργάνωση της δικαιοσύνης με τον καθορισμό του αριθμού και της έδρας των δικαστηρίων που συνιστώνται στην επικράτεια, κατόπιν εκτιμήσεως των οικονομικών, κοινωνικών και πληθυσμιακών συνθηκών που επικρατούν στις Περιφέρειες της χώρας. Ειδικότερα, η δικαστική χωροταξία αποβλέπει στην οργάνωση απονομής της δικαιοσύνης κατά τρόπο ορθολογικό, εντός των γεωγραφικών ορίων της επικράτειας και λαμβάνοντας υπόψη τη διοικητική διαίρεση της χώρας, ώστε να εξυπηρετούνται τα άτομα και η κοινωνία από την παροχή υπηρεσιών δικαιοδοτικού χαρακτήρα μέσα από τη βέλτιστη κατανομή των μονάδων -ήτοι δικαστηρίων και άλλων δικαστικών υπηρεσιών- με κριτήριο τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος και παράλληλα την ελαχιστοποίηση των δαπανών. Επομένως, είναι φανερό ότι η σύσταση δικαστηρίων και η τοποθέτησή τους στον εθνικό χώρο συνδέεται με πολλές παραμέτρους, έχει αντίκτυπο στις δημόσιες δαπάνες και την κοινωνική ωφέλεια, αλλά ταυτόχρονα επηρεάζει και την εσωτερική λειτουργία του δικαστικού συστήματος, ιδίως τους τομείς της εξειδίκευσης και της αποδοτικότητας των δικαστών, της αξιολόγησης και επιθεώρησης του έργου του δικαστηρίου καθώς και των δικαστών σε ατομική βάση. Όπως ορθά έχει επισημανθεί σε μελέτη της CEPEJ για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, ο ρόλος των κρατών δεν περιορίζεται μόνο στην οργάνωση της κατανομής των δικαστικών υπηρεσιών στην επικράτεια καθορίζοντας τη χωροταξία τους με κριτήριο την ικανοποίηση των προσώπων που κατοικούν στις διάφορες περιοχές, αλλά εκτείνεται και στη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν στα δικαστήρια, ως δημόσιες υπηρεσίες, να περαιώνουν έναν ικανό αριθμό υποθέσεων με λογικό κόστος για τον φορολογούμενο και με την επιβαλλόμενη ποιότητα.

Έτσι, η δικαστική γεωγραφία αποτελεί ένα ζήτημα ισορροπίας ανάμεσα σε διαφορετικούς παράγοντες, όπως: α) η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, υπό την έννοια της εγγύτητας των πολιτών στα δικαστήρια, β) το ελάχιστο μέγεθος δικαστηρίου, ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη διαφόρων αρμοδιοτήτων και λειτουργιών, γ) η μείωση του κόστους, δεδομένου ότι οι πηγές των δημοσίων εσόδων είναι περιορισμένες και δεν πρέπει να σπαταλώνται, και δ) η μεγιστοποίηση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Πρέπει να τονισθεί εδώ ότι οι ραγδαίες εξελίξεις στις μεταφορές και στις τηλεπικοινωνίες έχουν οδηγήσει σε μια άλλη προσέγγιση των δικαστηρίων, σύμφωνα με την οποία, κάθε δικαστήριο δεν είναι μια απομονωμένη και ανεξάρτητη μονάδα, αλλά αποτελεί τμήμα ενός δικτύου, του οποίου τα τμήματα διασυνδέονται, με σκοπό τη βέλτιστη παροχή υπηρεσιών στους πολίτες. Περαιτέρω δε στόχος της διαχείρισης της τοποθεσίας των δικαστηρίων είναι να επιτευχθεί συντονισμός μεταξύ δικαστηρίων, άλλων δημοσίων υπηρεσιών, ιδιωτικών επιχειρήσεων και πολιτών. Η επίτευξη του επιδιωκόμενου συντονισμού απαιτεί σχεδιασμό που θα διασφαλίζει τη βελτιστοποίηση της ροής των υπηρεσιών, τόσο στην αστική και ποινική όσο και τη διοικητική δικαιοσύνη σε σχέση και με άλλες υπηρεσίες και λειτουργίες που αναπτύσσονται στον τόπο που βρίσκεται η έδρα του δικαστηρίου.

Η ομάδα εργασίας της CEPEJ για την Ποιότητα της Δικαιοσύνης (Working Group on the Quality of Justice) εκπόνησε μελέτη, κατόπιν εντολής της Γενικής Συνέλευσης του εν λόγω Οργανισμού, με τίτλο "Guidelines on the Creation of Judicial Maps to Support Access to Justice within a Quality Judicial System", η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2013 και υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση, έκτοτε δε έχει τροποποιηθεί σε επιμέρους σημεία της. Το κείμενο αυτό περιέχει βασικές αρχές και οδηγίες προς τα κράτη-μέλη για τους βασικούς παράγοντες και τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον σχεδιασμό του μεγέθους και της έδρας κάθε δικαστηρίου, ώστε να εξασφαλίζεται το βέλτιστο επίπεδο παροχής δικαστικών υπηρεσιών και παράλληλα να μειώνονται τα λειτουργικά κόστη και οι δαπάνες που απαιτούνται για τη συντήρηση και ανάπτυξη των υποδομών. Τα βασικά κριτήρια για τη διαμόρφωση της δικαστικής χωροταξίας είναι α) η πυκνότητα του πληθυσμού, β) το μέγεθος των δικαστηρίων, γ) η ροή των υποθέσεων, δ) η γεωγραφική τοποθεσία, οι υποδομές και τα μέσα μεταφοράς, ενώ στα επικουρικά κριτήρια περιλαμβάνονται α) η ψηφιοποίηση, β) οι δυνατότητες του δικαστηρίου σε τεχνολογικές υποδομές, γ) το επίπεδο των επιχειρήσεων, δ) οι εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών, ε) η επάρκεια νομικής υποστήριξης, στ) η πρόσληψη δικαστών και υπαλλήλων.

Η ισχύουσα διάρθρωση των Διοικητικών Εφετείων και Πρωτοδικείων στην επικράτεια βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στον σχεδιασμό που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του '60 για την οργάνωση των Φορολογικών Δικαστηρίων, ενώ ορισμένες προσθήκες έγιναν και κατά τις δεκαετίες του '70 και του '80.

Η ισχύουσα διάρθρωση των Διοικητικών Εφετείων και Πρωτοδικείων στην επικράτεια βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στον σχεδιασμό που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του '60 για την οργάνωση των Φορολογικών Δικαστηρίων, ενώ ορισμένες προσθήκες έγιναν και κατά τις δεκαετίες του '70 και του '80. Αυτό το στοιχείο από μόνο του καταδεικνύει ότι πρόκειται για παλαιό χάρτη, ο οποίος διαμορφώθηκε επί τη βάσει εντελώς διαφορετικών πληθυσμιακών, συγκοινωνιακών, κοινωνικών, οικονομικών και τεχνολογικών δεδομένων που αντανακλούν το επίπεδο της χώρας πριν από πενήντα και πλέον χρόνια. Ειδικότερα, μελετώντας προσεκτικά το χάρτη των Διοικητικών Πρωτοδικείων και Εφετείων επισημαίνονται τα εξής:

Η χώρα διαθέτει τριάντα (30) Διοικητικά Πρωτοδικεία σε ολόκληρη την επικράτεια. Ο μεγάλος αριθμός τους, σε σχέση με την έκταση της χώρας, έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει πληθώρα Διοικητικών Πρωτοδικείων σε ορισμένες ιδίως γεωγραφικές περιοχές, τις πόλεις- έδρες των οποίων χωρίζει μικρή απόσταση, λόγω του σύγχρονου πλέον οδικού δικτύου. Παράδειγμα αυτής της κατάστασης αποτελεί η Πελοπόννησος, στην οποία έχουν ιδρυθεί έξι (6) Διοικητικά Πρωτοδικεία, ήτοι της Πάτρας, της Τρίπολης, της Καλαμάτας, της Κορίνθου, του Ναυπλίου και του Πύργου, ενώ μεταβατική έδρα έχει ιδρυθεί στη Σπάρτη. Οι πόλεις αυτές συνδέονται, κατά κανόνα, με σύγχρονο οδικό δίκτυο, το οποίο καμία σχέση δεν έχει με το οδικό δίκτυο που υπήρχε πριν από μερικές δεκαετίες. Το παράδειγμα της Πελοποννήσου δεν είναι το μόνο, αλλά συναντάται και σε άλλες Εφετειακές Περιφέρειες. Έτσι, στην Εφετειακή Περιφέρεια της Πάτρας, που καταλαμβάνει τη Δυτική Ελλάδα, υπάγονται και τα Πρωτοδικεία Μεσολογγίου και Αγρινίου, τα οποία απέχουν μεταξύ τους 35 χιλιόμετρα, ενώ η απόστασή τους από την Πάτρα είναι του μεν Μεσολογγίου 49 χιλιόμετρα, του δε Αγρινίου 82 χιλιόμετρα. Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι στην ηπειρωτική Ελλάδα το δίκτυο των Διοικητικών Πρωτοδικείων δεν εναρμονίζεται με τις σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα των συγκοινωνιών. Η υφιστάμενη διάρθρωση των διοικητικών δικαστηρίων αγνοεί, όμως, και άλλες παραμέτρους κρίσιμες για τον ορθολογικό σχεδιασμό της διοικητικής δικαιοσύνης, όπως π.χ. τα σημερινά πληθυσμιακά μεγέθη. Έτσι, η Αθήνα εξακολουθεί να διαθέτει ένα (1) μόνο Διοικητικό Πρωτοδικείο, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της πόλης έχει πολλαπλασιασθεί, ο αστικός ιστός της έχει απλωθεί σε όλο το Νομό Αττικής και οι διοικητικές διαφορές που γεννώνται στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας διακρίνονται από μεγάλη ποικιλία. Παραλλήλως, και στις άλλες πόλεις της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες έχουν συντελεστεί σοβαρές μεταβολές στις κοινωνικές και οικονομικές τους λειτουργίες, οι οποίες επιδρούν, αναμφίβολα, στον αριθμό αλλά και στο είδος των διαφορών που άγονται ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, χωρίς όμως αυτές οι εξελίξεις να έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα μέχρι σήμερα την Πολιτεία, προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία ανασχεδιασμού του χάρτη. Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού Διοικητικών Πρωτοδικείων έχει ως αποτέλεσμα τον πολυκερματισμό του δικαστικού προσωπικού που υπηρετεί στα διοικητικά δικαστήρια. Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι έχουν συσταθεί και λειτουργούν Διοικητικά Πρωτοδικεία με πολύ μικρό αριθμό δικαστών. Συγκεκριμένα, σε τέσσερα Διοικητικά Πρωτοδικεία (Αγρινίου, Μεσολογγίου, Ναυπλίου και Σερρών) προβλέπονται πέντε οργανικές θέσεις δικαστών. Σε επτά Διοικητικά Πρωτοδικεία (Αλεξανδρούπολης, Βέροιας, Καλαμάτας, Κομοτηνής, Λιβαδειάς, Μυτιλήνης και Πύργου) προβλέπονται έξι οργανικές θέσεις. Σε ένα Διοικητικό Πρωτοδικείο (Σύρου) προβλέπονται οκτώ οργανικές θέσεις και σε δύο Διοικητικά Πρωτοδικεία (Τρικάλων και Τρίπολης) προβλέπονται εννέα οργανικές θέσεις. Δηλαδή στα μισά περίπου (δεκατέσσερα) Διοικητικά Πρωτοδικεία της χώρας ο αριθμός των προβλεπόμενων οργανικών θέσεων είναι μονοψήφιος. Αν ληφθεί υπόψη ότι κάθε χρόνο χορηγούνται γονικές άδειες, ότι ορισμένος αριθμός δικαστών μετατίθεται ή συνταξιοδοτείται, τα εν λόγω δικαστήρια λειτουργούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα με ακόμα μικρότερο αριθμό δικαστών από αυτόν που εμφανίζεται με βάση τις οργανικές θέσεις.

Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, είναι προφανές ότι η διάρθρωση των Διοικητικών Πρωτοδικείων χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη ισορροπίας. Υπάρχει, δηλαδή, από τη μια το υπερμέγεθες Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών των διακοσίων έξι (206) δικαστών που καλύπτει την Αττική, με εξαίρεση τον Πειραιά, και από την άλλη είκοσι τρία (23) Διοικητικά Πρωτοδικεία που δεν υπερβαίνουν τους δεκαέξι δικαστές, με τον κύριο όγκο να έχει πέσει κάτω από δέκα. Η διαφορά αυτή συνεπάγεται σοβαρές δυσλειτουργίες, οι οποίες φθάνουν στο σημείο τα μικρά Διοικητικά Πρωτοδικεία να μην έχουν ουσιαστική παρουσία, καθώς οι ελάχιστοι δικαστές που ανήκουν στο δυναμικό τους δεν έχουν, συνήθως, ως μόνιμη κατοικία τις πόλεις-έδρες τους, ενώ και η συνεχής εναλλαγή τους λόγω μεταθέσεων επιδρά αρνητικά στους ρυθμούς περαίωσης των υποθέσεων. Η αναιμική εικόνα αυτών των Διοικητικών Πρωτοδικείων ολοκληρώνεται και από το περιορισμένο σε αριθμό και εξειδίκευση υπαλληλικό προσωπικό καθώς και από τις ανεπαρκείς έως ακατάλληλες κτιριακές υποδομές που παρατηρούνται σε έναν όχι ευκαταφρόνητο αριθμό περιπτώσεων.

Η ανορθολογική κατανομή των Διοικητικών Πρωτοδικείων απεικονίζεται και στον αριθμό των εισερχόμενων υποθέσεων στα κατά τόπους δικαστήρια.

Τα Διοικητικά Εφετεία ανέρχονται σε εννέα (9) και σε σχέση με τη έκταση της χώρας ο αριθμός τους είναι μεγάλος. Η πολυδιάσπαση των Εφετείων έχει ως συνέπεια να παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στον αριθμό των υπηρετούντων δικαστών. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι διαφορές στον αριθμό του δικαστικού προσωπικού των εν λόγω δικαστηρίων είναι τεράστιες. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έχει, με πολύ μεγάλη διαφορά έναντι των άλλων, τους περισσότερους Εφέτες και Προέδρους Εφετών, με δικαιοδοσία την ευρύτατη περιοχή της Αττικής. Από τα υπόλοιπα Εφετεία μόνο της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά διαθέτουν, κατά τη CEPEJ, το βέλτιστο αριθμό δικαστών, αποτελώντας μεσαίου μεγέθους δικαστήρια που διαχειρίζονται ικανό όγκο δικαστικής ύλης με τη σωστή αναλογία δικαστών και υποθέσεων. Τα έξι Εφετεία που απομένουν, διαθέτουν μικρό αριθμό δικαστών, τρία δε εξ αυτών μονοψήφιο.

Η μη ισόρροπη διάρθρωση αντανακλάται και στις εκκρεμείς, ανά δικαστήριο, υποθέσεις.

Η μη ισόρροπη διάρθρωση Διοικητικών Εφετείων και Πρωτοδικείων έχει, βέβαια, και τις επιπτώσεις της στο πεδίο του υπαλληλικού προσωπικού που αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την καλή λειτουργία της δικαιοσύνης. Είναι γνωστό, από τα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύει η CEPEJ στην ανά διετία έκθεσή της για την κατάσταση που επικρατεί στη δικαιοσύνη στα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, ότι η Ελλάδα έχει πολύ κακή αναλογία δικαστών και υπαλλήλων. Με άλλα λόγια, οι δικαστές είναι πολύ περισσότεροι από τους υπαλλήλους, ενώ στα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη συμβαίνει το αντίθετο και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα εκείνων των συστημάτων, διότι οι δικαστές έχουν σοβαρές υποστηρικτικές δομές για την επιτέλεση του έργου τους.

Ο επανασχεδιασμός της χωροταξίας στα Διοικητικά Δικαστήρια αποτελεί αντικείμενο δημόσιας πολιτικής, η οποία πρέπει να διαμορφωθεί στο πλαίσιο χάραξης ευρύτερης πολιτικής για τη δικαιοσύνη που περιλαμβάνει δέσμη τομεακών δημόσιων πολιτικών, οι οποίες στοχεύουν στη συνολική αναδιάρθρωσή της. Έτσι, η χωροταξία συνάπτεται στενά με τη δημόσια πολιτική για την ανοιχτή διακυβέρνηση με τη χρήση των νέων τεχνολογιών, με τη δημόσια πολιτική για τις κτιριακές υποδομές των δικαστηρίων και με τη δημόσια πολιτική για τη διοίκηση των δικαστηρίων, υπό τη σύγχρονη εκδοχή του δικαστικού management, όπως έχει αποτυπωθεί σε ευρωπαϊκά κείμενα. Με άλλα λόγια, η χωροταξία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί μεμονωμένη πολιτική, ασύνδετη με λοιπές πρωτοβουλίες που αποβλέπουν στον πολυεπίπεδο εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης. Τυχόν υιοθέτηση αντίθετης εκδοχής από τα αρμόδια όργανα, θα οδηγήσει το εγχείρημα σε αποτυχία. Για τον λόγο αυτό, η Πολιτεία θέτει στόχους και καθορίζει χρονοδιαγράμματα για την προώθηση των επιμέρους πολιτικών προς επίτευξη του βασικού σκοπού, που δεν είναι άλλος από τον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης.

Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης διακήρυξε το 2003 ότι "ένα αποτελεσματικό δικαστικό σύστημα είναι προαπαιτούμενο για την εδραίωση της δημοκρατίας και την ενδυνάμωση του κράτους δικαίου, διότι θα αυξήσει την πίστη και την εμπιστοσύνη των πολιτών στην κρατική εξουσία, ιδιαιτέρως την ικανότητά της στην καταπολέμηση του εγκλήματος και στην επίλυση διαφορών".

Τα τελευταία χρόνια όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης χρησιμοποιούν τα τεχνολογικά μέσα για τη βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας των δικαστικών τους συστημάτων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης» χρησιμοποιεί τον όρο «cyberjustice» και αναφέρεται α) στην πρόσβαση στην δικαιοσύνη, β) στην επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων και παραγόντων της δικαιοσύνης, γ) στη διοίκηση των δικαστηρίων και δ) στην άμεση υποστήριξη στο έργο των δικαστών και της γραμματείας.

Εμφανίζεται η τάση σε διεθνές επίπεδο οι δικαστικές αποφάσεις να είναι διαθέσιμες στο κοινό δωρεάν μέσω του διαδικτύου, με μόνο περιορισμό τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα. Σύμφωνα με την οδηγία 2003/98/ΕΚ, έτσι ενισχύεται το δικαίωμα στη γνώση, που αποτελεί βασική αρχή της δημοκρατίας. Όπως προκύπτει από έκθεση της CEPEJ, 36 χώρες-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης χρησιμοποιούν μία κεντρική βάση δεδομένων για όλους τους κλάδους του δικαίου. 5 χώρες (Βέλγιο – Γαλλία – Ελλάδα – Ιταλία – Σλοβακία) έχουν ξεχωριστές βάσεις δεδομένων. Στο ΣτΕ η δημιουργία βάσης δεδομένων ξεκίνησε γύρω στο 1995 και στο έργο αυτό η συμβολή των ίδιων των δικαστών υπήρξε καθοριστική. Εδώ και δυο χρόνια λειτουργεί κοινή βάση δεδομένων για τη διοικητική δικαιοσύνη, η οποία δεν έχει ακόμη καταστεί εφικτό να είναι προσβάσιμη στο κοινό.

Με τον Ν. 4055/2012 (άρθρα 42 και 49) προβλέφθηκε η δυνατότητα ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων, που, σε κανονιστικό επίπεδο, υλοποιήθηκε με το ΠΔ 40/2013 "Ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, ηλεκτρονική χορήγηση σχετικών, πιστοποιητικών και λοιπών εγγράφων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια" (Α’ 75). Είναι πρόδηλο, όμως, ότι η επιτυχία της νέας αυτής δυνατότητας, που προβλέπεται ότι θα διευκολύνει τους διαδίκους και θα επιταχύνει τις διαδικασίες εκδικάσεως των υποθέσεων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανταπόκριση του δικηγορικού κόσμου. Με τις ίδιες διατάξεις του Ν. 4055/2012 προβλέφθηκε η δυνατότητα ηλεκτρονικής επίδοσης δικογράφων, κλήσεων, αποφάσεων κ.λπ. από τα δικαστήρια στους διαδίκους, άρα και προς το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, το εγχείρημα όμως αυτό αποδείχθηκε περισσότερο περίπλοκο απ’ όσο ανέμενε ο νομοθέτης. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ν. 4055/2012 (άρθρα 41 και 48, με τα οποία επέρχονται αλλαγές στο άρθρο 19 του ΠΔ 18/1989, καθώς και στα άρθρα 45 και 46 του ΚΔΔ, αντιστοίχως) προέβλεψε ότι ο δικηγόρος πρέπει να αναγράφει στο δικόγραφο την ηλεκτρονική διεύθυνσή του, ώστε να διευκολύνεται η επικοινωνία των δικαστηρίων μαζί του. Περαιτέρω, με τις ίδιες διατάξεις προβλέφθηκε το δικόγραφο να συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση, με σκοπό τον ταχύτερο εντοπισμό των κρίσιμων ζητημάτων και την ομαδοποίηση των υποθέσεων. Προβλέπεται μάλιστα, σε περίπτωση μη τήρησης της τελευταίας αυτής υποχρέωσης, η επιβολή αυξημένης δαπάνης εάν απορριφθεί το ένδικο βοήθημα και η επιδίκαση μειωμένης εάν γίνει δεκτό. Προβλέφθηκε, επίσης, (άρθρο 52 Ν. 4055/2012, που αντικαθιστά το άρθρο 189 του ΚΔΔ) η υποχρέωση των δικαστών των ΤΔΔ να συντάσσουν και να παραδίδουν το σχέδιο της απόφασης σε ηλεκτρονική μορφή, έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο χρόνος που απαιτείται για την καθαρογραφή και η απόφαση να είναι σε συντομότερο χρόνο στη διάθεση των διαδίκων. Από τα μέχρι στιγμής στοιχεία προκύπτει ότι σε μεγάλο βαθμό η υποχρέωση αυτή τηρείται.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων για την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων κ.λπ. είναι η συστηματική εφαρμογή τους εκ μέρους όλων των παραγόντων της δίκης. Τα ως τώρα αποτελέσματα δεν κρίνονται ικανοποιητικά, καίτοι ο νομοθέτης οδηγήθηκε στη θέσπιση ρύθμισης (άρθρο 19 παρ. 5 του Ν. 4267/2014, Α’ 137), σύμφωνα με την οποία η ηλεκτρονική κατάθεση μπορεί να γίνεται εκτός ωραρίου λειτουργίας των γραμματειών των δικαστηρίων.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται από το Συμβούλιο της Ευρώπης στον ρόλο των προέδρων των δικαστηρίων, ιδιαίτερα σε σχέση με την ανεξαρτησία, την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Σε γνώμη (Avis 19/2016) που διατύπωσε για το ζήτημα αυτό το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο των Ευρωπαίων Δικαστών (CEPEJ) τονίζεται ότι πρωταρχικό καθήκον των Προέδρων των Δικαστηρίων είναι να δρουν ως φύλακες της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας των δικαστών και του δικαστηρίου ως συνόλου. Τονίζεται, επίσης, η σημασία της ενίσχυσης της επικοινωνίας με άλλα δικαστήρια, η ανάγκη σεβασμού της διάκρισης των εξουσιών και η ευθύνη των Προέδρων να συνδυάζουν τον σεβασμό στο καθήκον ενημέρωσης των ΜΜΕ με το απόρρητο των διασκέψεων.

Στην ίδια γνώμη επισημαίνεται ότι για να ορισθεί ένας δικαστής ως Πρόεδρος Δικαστηρίου πρέπει να διαθέτει όλα τα προσόντα και την εμπειρία του δικαστικού λειτουργού, κατά την επιλογή δε πρέπει να επικρατούν αξιοκρατικά κριτήρια και να βαρύνει η ακεραιότητα και η αποτελεσματικότητα του δικαστικού λειτουργού. Επίσης, πρέπει να διαθέτει και ικανότητες να ασκεί διοίκηση. Στο πλαίσιο αυτό είναι σκόπιμο οι δικαστές να υφίστανται και σχετική εκπαίδευση.

Σε περιπτώσεις που ανατίθενται καθήκοντα προέδρου με θητεία, αυτή πρέπει να έχει ικανή διάρκεια που να του επιτρέπει να ασκήσει τα καθήκοντά του με τρόπο ανεξάρτητο και αμερόληπτο, χωρίς να υπόκειται σε εξωτερικές ή πολιτικές επιρροές.

Η έλλειψη σύγχρονου τρόπου διεύθυνσης των μεγάλων ιδίως δικαστικών υπηρεσιών αποτελεί συχνά πηγή προβλημάτων.

Για να μπορέσει η δικαιοσύνη να επιτελέσει το έργο της, Πρόεδροι των δικαστηρίων πρέπει να ορίζονται δικαστές με αυξημένα προσόντα, γνώση του management και ισχυρό πνεύμα συνεργασίας, με υψηλή αντίληψη για τα καθήκοντά τους και της ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Είναι επίσης αναγκαίο να εκσυγχρονιστούν οι ρυθμίσεις για εκπαίδευση και επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών. Τέλος, στον σκοπό αυτό συμβάλλει η αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος εσωτερικού ελέγχου και αξιολόγησης των δικαστών.

Τα τελευταία χρόνια αναλήφθηκαν νομοθετικές πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση της βελτίωσης της απονομής της δικαιοσύνης, ο όρος είναι προτιμότερος από τον όρο «επιτάχυνση» διότι περιεχόμενο της δίκαιης δίκης είναι η έγκαιρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία, ο χρόνος είναι άρρηκτα δεμένος με την ποιότητα του δικαστικού έργου.

Χαρακτηριστικά: 1) Προβλέφθηκε η διαδικασία σε 3μελές συμβούλιο για τις ακυρωτικές και τις ουσιαστικές διαφορές που μπορούν να δικασθούν χωρίς ακροαματική διαδικασία, εφόσον πρόκειται για ένδικο βοήθημα προδήλως απαράδεκτο ή αβάσιμος (Ν. 2721/1999, Ν. 4055/2012, Ν. 4274/2014), ήδη δε και προδήλως βάσιμο. 2) Ο Ν. 3900/2010 εισήγαγε μια σημαντική καινοτομία καθ’ όσον αφορά στους σχηματισμούς των δικαστηρίων της ουσίας που εκδικάζουν τις διαφορές με χρηματικό αντικείμενο: Ενώ κατά βάση μέχρι τότε οι δικαστικοί σχηματισμοί ήταν τουλάχιστον τριμελείς, εγκαινιάστηκε, σε ευρεία έκταση, για πρώτη φορά, η εκδίκαση των παραπάνω διαφορών από μονομελείς συνθέσεις. Η δυνατότητα αυτή ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με τον Ν. 4055/2012. Έως σήμερα φορολογικές και τελωνειακές διαφορές μέχρι 150.000 ευρώ και οι χρηματικές εν γένει διαφορές μέχρι 60.000 ευρώ (π.χ. αγωγές αποζημιώσεως) εκδικάζονται από το μονομελές πρωτοδικείο, πέραν δε των ποσών αυτών οι εν λόγω διαφορές εκδικάζονται, σε πρώτο και σε τελευταίο βαθμό, από το εφετείο. Εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων εκδικάζονται από το μονομελές εφετείο (βλ. άρθρο 7 του ΚΔΔ, όπως ισχύει). Με τον Ν.  3900/2010 δόθηκε, επίσης, η δυνατότητα στον διευθύνοντα διοικητικό πρωτοδικείο ή εφετείο όπου λειτουργούν τουλάχιστον τρία τμήματα, να συνιστά ειδικά τμήματα για ορισμένες διαφορές και ειδικά διαφορές από φόρους, δασμούς, τέλη, εισφορές και συναφή δικαιώματα του δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ. Είναι αυτονόητο ότι τούτο είναι εφικτό σε μεγάλα δικαστήρια, όπου όμως εκκρεμεί και ο μεγάλος όγκος ομοειδών υποθέσεων (λ.χ. φορολογικών).

Στην ίδια κατεύθυνση, υιοθετήθηκε ρύθμιση που αφορά την καθιέρωση ενός ιδιαίτερου ενδίκου βοηθήματος, κατά την έννοια του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, για την επιδίκαση δίκαιης ικανοποίησης λόγω καθυστέρησης στην έκδοση απόφασης από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στη διαδικασία αυτή αναφέρονται τα άρθρα 53 έως 58 του Ν. 4055/2012 (Α' 51) που εφαρμόζεται από τις αρμόδιες μονομελείς συνθέσεις του ΣτΕ και των ΤΔΔ, οι οποίες εκδίδουν αποφάσεις με τις οποίες επιδικάζεται εύλογη χρηματική αποζημίωση λόγω καθυστέρησης. Ήδη έχουν εκδοθεί περίπου 180 αποφάσεις μονομελών συνθέσεων στο ΣτΕ.

Με τις ρυθμίσεις του Ν. 3900/2010 εισήχθησαν περιορισμοί στην άσκηση ενδίκων μέσων κυρίως στις εισαγόμενες ενώπιον του ΣτΕ υποθέσεις, τόσο ως προς την έφεση για τις ακυρωτικές διαφορές όσο και ως προς την αναίρεση για τις διαφορές ουσίας. Οι περιορισμοί αυτοί, παρ' όλο που κρίθηκαν συμβατοί με την ΕΣΔΑ, έχουν δεχθεί έντονη επιστημονική κριτική και ενδεχομένως θα μπορούσαν να βελτιωθούν στο μέλλον.

Μεταξύ των μέτρων που προτείνονται για τη βελτίωση της απονομής της δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων γίνεται πάντοτε επίκληση της ανάγκης αύξησης του κόστους της δίκης. Καίτοι είναι κοινή παραδοχή ότι το κόστος αυτό στη χώρα μας δεν είναι υψηλό, πάντως, ο προβληματισμός αναδεικνύει πάντα τη διάσταση του κινδύνου συρρίκνωσης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνει το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ.

Σημαντικό βήμα εξέλιξης του ακυρωτικού ελέγχου θεωρείται και η εισαγωγή των ρυθμίσεων (άρθρο 22 Ν. 4274/2014), με τις οποίες το δικαστήριο, αντί να οδηγηθεί σε ακυρωτικό αποτέλεσμα, τάσσει προθεσμία στη Διοίκηση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ή να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να ενισχυθούν και με τη δυνατότητα επιβολής χρηματικής κύρωσης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Στον προβληματισμό που αναπτύσσεται για την ποιότητα του δικαστικού έργου και την έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης δεν τονίζεται επαρκώς η βαρύτητα της αρνήσεως της διοικήσεως να συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις, που οδηγεί σε καθυστερήσεις, νέο κύκλο δικαστικών προσφυγών και δημιουργεί κλίμα ανασφάλειας στους πολίτες για τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος.

Κάποιες παρατηρήσεις για την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης στο ζήτημα των επενδύσεων:

  • Οι προστατευτικές για το περιβάλλον διατάξεις που περιέχονται στο Σύνταγμα, αλλά και σε πολλά κείμενα του ενωσιακού δικαίου, επιβάλλουν περιορισμούς και διαδικασίες που προκαλούν συχνά αναγκαίες καθυστερήσεις.
  • Ο χωροταξικός σχεδιασμός, αν και συνιστά συνταγματική επιταγή, καθυστέρησε σχεδόν 30 χρόνια, τα πρώτα χωροταξικά εγκρίθηκαν το 2003, ήδη χρειάζονται αναθεώρηση, ενώ μετά την απουσία χωροταξικού σχεδιασμού παρατηρείται κορεσμός ρυθμίσεων, με αποτέλεσμα ασάφειες και συγκρούσεις στα θέματα χρήσεων γης.
  • Η έγκριση δασικών χαρτών και η ολοκλήρωση του κτηματολογίου καθυστερούν επίσης σημαντικά.
  • Το νομοθετικό πλαίσιο για τις αδειοδοτήσεις είναι συχνά πληθωρικό ως προς τις απαιτήσεις και προϋποθέσεις και ανεπαρκές ως προς τον έλεγχο και τις κυρώσεις.
  • Η Διοίκηση δεν είναι ικανοποιητικά στελεχωμένη, ούτε ως προς την ποιότητα ούτε ως προς την ποσότητα του ανθρώπινου δυναμικού και παρουσιάζει οργανωτικές αδυναμίες.
  • Οι τοπικές κοινωνίες πάσχουν από ελλιπή πληροφόρηση και δεν γίνεται πάντα αξιοποίηση της διαδικασίας διαβούλευσης, εμφανίζεται συχνά το φαινόμενο nimby.
  • Ο σχεδιασμός των έργων είναι ελλιπής και αποσπασματικός, υπάρχει δε σύγχυση ως προς το μοντέλο ανάπτυξης και τα κριτήρια.

Συμπεράσματα

Τα προβλήματα της Δικαιοσύνης συνδέονται άρρηκτα με τις παθογένειες του ελληνικού κράτους. Όσοι νομίζουν ότι έχουν έτοιμες λύσεις αυταπατώνται και κινούνται στα όρια του λαϊκισμού. Οι λύσεις χρειάζονται μελέτη, συνεργασία των φορέων και φυσικά την σύμπραξη των δικαστών. Δεν πρέπει να εισάγονται ρυθμίσεις ερήμην των ολομελειών των δικαστηρίων, ενώ οι δικαστικές ενώσεις, στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, πρέπει να λειτουργούν προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, μακριά από συντεχνιακές λογικές. Ο δημόσιος διάλογος για τη Δικαιοσύνη χρειάζεται νηφαλιότητα και τεχνοκρατική προσέγγιση. Η κριτική των δικαστικών αποφάσεων είναι αυτονόητη και επιθυμητή, πρέπει όμως να αφορά στην ορθότητα της δικαστικής κρίσης και όχι στο κατά πόσον αυτή είναι η όχι αρεστή. Ο δικαστικός έλεγχος, ειδικά των κρατικών πράξεων, αναπόφευκτα επιβραδύνει τη διοικητική δράση, ιδίως όταν οδηγεί σε ακύρωση. Το φαινόμενο αυτό επιτείνεται όταν για την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να μεσολαβήσει απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι το μόνο κυρίαρχο όργανο να ερμηνεύσει κανόνα ενωσιακού δικαίου. Η καθυστέρηση όμως αυτή, και οι επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική ιδίως δράση, αποτελεί το αναπόφευκτο τίμημα που πρέπει να καταβληθεί προκειμένου το κράτος δικαίου να συνεχίσει να υφίσταται. Σε όλες, άλλωστε, τις σύγχρονες δημοκρατίες, ο δικαστικός έλεγχος όχι μόνο δεν περιορίζεται αλλά καταλαμβάνει όλο και περισσότερες μορφές της κοινωνικής δράσης, ενώ, παράλληλα, υπερεθνικές δικαιοδοσίες καλούνται να εμπλακούν στην επίλυση των διαφορών. Η λύση, επομένως, δεν πρέπει να δοθεί από την πλευρά  που υποστηρίζει λιγότερο δικαστικό έλεγχο, είτε με επιστροφή σε ξεπερασμένα μοντέλα προηγούμενων αιώνων είτε με υιοθέτηση αυταρχικού τύπου οργάνωσης και διακυβέρνησης του κράτους, αλλά από εκείνους που, αναγνωρίζοντας ότι η Δημοκρατία είναι ένα αργό και ακριβό σύστημα, παλεύουν να βρουν τη χρυσή τομή μεταξύ της ανάγκης για γρήγορη και αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης και εκείνης για τον σεβασμό της αρχής της νομιμότητας της διοικητικής δράσης και του δικαιώματος του κάθε πολίτη σε δικαστική προστασία.

*Ευχαριστώ θερμά τους συναδέλφους Ι. Συμεωνίδη, Αντεπίτροπο Δ. Δ., Μ. Πικραμένο, Σύμβουλο Επικρατείας και Β. Ανδρουλάκη, Πάρεδρο ΣτΕ, για τη συνδρομή τους κατά την προετοιμασία της ομιλίας μου.