Αρθρογραφια |

Το Παράδειγμα της Πορτογαλίας και η Ελληνική Χαμένη Δεκαετία

Είναι η υστέρηση της Ελλάδας αποκλειστικά οικονομική; Τι μπορεί να διδαχθεί η χώρα μας από την εμπειρία των άλλων χωρών; Μια ανάλυση του Κυριάκου Πιερρακάκη με αφορμή το επιτυχημένο παράδειγμα της Πορτογαλίας στον τομέα των εξαγωγών.

Η Πορτογαλία φέρει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την Ελλάδα: χώρα του ευρωπαϊκού νότου, με αντίστοιχο πληθυσμό, που όπως και η Ελλάδα μπήκε σε κρίση και χρειάστηκε να υπογράψει ένα πρόγραμμα προσαρμογής για να την υπερβεί. Και εδώ ξεκινούν οι αποκλίσεις. Διότι,  εν αντιθέσει με την Ελλάδα, η Πορτογαλία χρειάστηκε όχι τρία αλλά ένα μνημόνιο, έχοντας κατοχυρώσει τη στροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2014 και έχοντας πρόσφατα πετύχει την καλύτερη αναπτυξιακή επίδοση των τελευταίων 17 ετών, με 2,7% ρυθμό ανάπτυξης για το 2017.

Μεγάλο κομμάτι αυτής της επιτυχημένης πορείας οφείλεται στην εξωστρέφεια της οικονομίας της Πορτογαλίας και στις επιτυχημένες επιδόσεις των πορτογαλικών εταιρειών στον χώρο των εξαγωγών. Η έρευνα της διαΝΕΟσις χαρτογραφεί τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η αύξηση των εξαγωγών της Πορτογαλίας, κατά περισσότερο από 10% του ΑΕΠ στη χρονική περίοδο 2008-2016, για την έξοδο της από την κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζονται στοιχεία για μια σειρά από κλάδους με εξαγωγικό προσανατολισμό (κρασί, φελλοί, ελαιόλαδο, ρούχα, τρόφιμα, κ.ά.) καθώς και μαρτυρίες όσων συνέβαλαν στο "εξαγωγικό θαύμα" που έδωσε ώθηση στην οικονομία.

Οι Πορτογάλοι δημιούργησαν τις συνθήκες αυτής της επιτυχίας κατ’ αρχήν επειδή επέλεξαν να διαφοροποιήσουν τα προϊόντα τους από τα αντίστοιχα προϊόντα αγορών που δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν (π.χ. Κίνα), επενδύοντας στην ποιότητα και το design. Ταυτόχρονα, απλοποίησαν τις διαδικασίες και τις δομές του δημοσίου, εξαλείφοντας τη γραφειοκρατία, δημιούργησαν ή ενίσχυσαν ήδη υπάρχουσες ενώσεις εξαγωγέων και, γενικότερα, προσάρμοσαν τα προϊόντα τους στις διεθνείς ανάγκες.

Η εξαγωγική δραστηριότητα αποτελεί για τη χώρα μας βασικό ζητούμενο, καθώς είναι κοινή ομολογία ότι η ελληνική κρίση ήταν περισσότερο μια κρίση ανταγωνιστικότητας παρά μια "καθαρή" δημοσιονομική κρίση. Το εγχώριο μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο κατέρρευσε στα τέλη της περασμένης δεκαετίας, στηριζόταν κατά πολύ στους μη εμπορεύσιμους κλάδους της οικονομίας, όπως η οικοδομή και στα χαμηλότοκα δάνεια που είχαν προκύψει από την είσοδό μάς στην ευρωζώνη. Είναι δεδομένο πως το νέο μοντέλο ανάπτυξης που θα πρέπει να διαμορφώσουμε ως χώρα και το οποίο εν πολλοίς ακόμα παραμένει ζητούμενο θα πρέπει να στηρίζεται στην καινοτομία και στην εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή στις επενδύσεις και στις εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών.

Αυτό που ωστόσο συχνά δε συνειδητοποιούμε είναι το σύνολο των συνεπαγωγών που μια τέτοια αλλαγή μοντέλου θα έχει για την ελληνική κοινωνία συνολικά. Όπως το κωδικοποίησε πριν από μερικά χρόνια ο οικονομολόγος Αρίστος Δοξιάδης, "για να ξαναμπεί η οικονομία σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης, 500-800 χιλιάδες άνθρωποι θα πρέπει ν’ αλλάξουν δουλειά σε σύγκριση με ό,τι έκαναν [μέχρι πρόσφατα] –δηλαδή το 10-15% του εργατικού δυναμικού. Δεν αρκεί να αρχίσουν να δουλεύουν πιο παραγωγικά, πιο έντιμα, πιο έξυπνα, πιο πολύ. Πρέπει να δουλεύουν σε άλλο αντικείμενο. Οι δουλειές που αναγκαστικά θα χαθούν θα είναι στους διεθνώς μη εμπορεύσιμους κλάδους."1

Ταυτόχρονα η περίπτωση της Πορτογαλίας, αλλά και παραδείγματα άλλων χωρών, όπως η Φινλανδία με την παιδεία, η Εσθονία με την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, η Ιρλανδία με τις ξένες επενδύσεις, κρύβουν ενδιαφέρον για εμάς και υπό μια άλλη οπτική. Όχι κατ’ ανάγκην στο "γράμμα" τους, αλλά κυρίως στο "πνεύμα" τους.

Δεν αντιλαμβανόμαστε συχνά πως τα έτη της κρίσης ήταν έτη υστέρησης για τη χώρα μας, όχι μόνο σε απόλυτους, αλλά και σε σχετικούς όρους. Το έτος 2000, το ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν ίσο με το άθροισμα του ΑΕΠ όλων των υπολοίπων χωρών της Βαλκανικής χερσονήσου, αν πολλαπλασίαζες το τελευταίο επί δυο. Σήμερα, το ΑΕΠ της Ρουμανίας έχει πλέον ξεπεράσει το ΑΕΠ της Ελλάδας. Έπειτα από 8 χρόνια μνημονίων, η Ελλάδα βγαίνει σταδιακά από την κρίση σε ένα περιβάλλον τελείως διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εισήλθε τόσο στην άμεση γεωγραφική περιοχή της, όσο και παγκοσμίως.

Η υστέρηση της χώρας μας δεν είναι μόνο μια οικονομική συνθήκη. Είναι κυρίως μια συνθήκη που αφορά το πώς εμείς οι ίδιοι σκεπτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας, τη χώρα μας και τη θέση μας στον κόσμο.

Ωστόσο αυτή την αλλαγή των παγκόσμιων συμφραζομένων δείχνουμε να μην την έχουμε ακόμα αντιληφθεί. Στην παιδεία, ο εγχώριος διάλογος συνεχίζει να ακουμπά ζητήματα, όπως το άρθρο 16 του Συντάγματος και το άσυλο, ενώ η Κίνα εισάγει ήδη βιβλία τεχνητής νοημησύνης στα λύκειά της. Στις ΗΠΑ ήδη συζητούν για τις τεράστιες επιπτώσεις που θα έχει το 3D printing και τα αυτόνομα οχήματα στην αγορά εργασίας και στη δομή της οικονομίας και εμείς ακόμα συζητάμε για τις επιπτώσεις του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων. Η υστέρηση της χώρας μας δεν είναι μόνο μια οικονομική συνθήκη. Είναι κυρίως μια συνθήκη που αφορά το πώς εμείς οι ίδιοι σκεπτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας, τη χώρα μας και τη θέση μας στον κόσμο.

Για να μπορέσει η Ελλαδα να υπερβεί την παγίδα της υστέρησης και να ξεπεράσει αυτή τη χαμένη δεκαετία, τα ζητούμενα είναι πολλά.  Όμως αν υπάρχει ένα πρώτο βήμα, τότε αυτό σίγουρα είναι το να διδαχτούμε με ταχύτητα από τα καλά παραδείγματα άλλων χωρών, με κριτήριο το τι είδους μαθήματα είναι τα πλέον συναφή για εμάς και να υπερβούμε πια ένα δημόσιο διάλογο ο οποίος ακόμα διεξάγεται με τους όρους και τα ζητούμενα της δεκαετίας του ’90. Οι Πορτογάλοι, σε μεγάλο βαθμό, το κατάφεραν. Μπορούμε και εμείς.


1Αρίστος Δοξιάδης (2013). Το Αόρατο Ρήγμα, Εκδόσεις Ίκαρος