Photography: Council of Europe / Flickr
Αρθρογραφια |

Η Ευρώπη Πρέπει Να Αποδεχτεί Τον Ρόλο Της

Στο κείμενο που έγραψε για το βιβλίο της διαΝΕΟσις "Η Επόμενη Ευρώπη", ο πρώην προέδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του ιδρύματος Konrad Adenauer Xάνς Γκερτ Πέτερινγκ επικεντρώνει στα τρία βασικά και δύσκολα καθήκοντα στα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ανταποκριθεί στο μέλλον.

Ήδη από το ξεκίνημά της, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν αποτέλεσε ποτέ ένα έργο αμιγώς οικονομικό. Ήταν έργο βαθιά πολιτικό, βασισμένο στην πεποίθηση ότι μόνο μια ενωμένη Ευρώπη, που θα στηρίζεται σε ένα κοινό σύνολο αξιών, μπορεί να βάλει τέλος στον φαύλο κύκλο των συγκρούσεων και του μίσους. Οι αξίες αυτές–η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ειρήνη, η δημοκρατία και η ανεκτικότητα– παραμένουν μέχρι σήμερα η ραχοκοκαλιά της ΕΕ και θα έπρεπε να αποτελέσουν και τις αρχές βάσει των οποίων η ίδια θα αντιμετωπίσει μια από τις πιο επείγουσες προκλήσεις της: το ολοένα και πιο ρευστό περιβάλλον, σε επίπεδο τοπικό αλλά και παγκόσμιο. Για αρκετούς λόγους, και σήμερα περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε μία ΕΕ που θα έχει την ικανότητα να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διεθνή αρένα.

Κατά πρώτον, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα και πιο επιθετικούς παίκτες σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, και ιδιαίτερα –αλλά όχι μόνο– με την Κίνα. Αποτέλεσμα; Διατρέχουμε τον κίνδυνο ο κόσμος του αύριο να καθορίζεται από την ΕΕ και από τις αξίες της λιγότερο απ’ ό,τι ο σημερινός. Ο ρόλος της ΕΕ σε διεθνές επίπεδο θα συρρικνωθεί, μια εξέλιξη την οποία επιτάχυνε και το Brexit. Mετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, μόνο μία από τις πέντε έδρες του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ θα καταλαμβάνεται από χώρα της ΕΕ. Ο συρρικνούμενος πληθυσμιακός ρόλος της ΕΕ θα έχει όμως και οικονομικό αντίκτυπο: ενώ σήμερα τέσσερις από τις δέκα ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου είναι οικονομίες χωρών της ΕΕ, το 2050 μόνο μία –η Γερμανία– θα παραμένει πλέον ανάμεσα στις δέκα πρώτες.

Κατά δεύτερον, ο δυτικός κόσμος αλλά και οικουμενικές αξίες, όπως είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία, απειλούνται από έναν δημόσιο λόγο αυταρχισμού και απομονωτισμού, ο οποίος αρνείται το ελεύθερο εμπόριο, τους διεθνείς θεσμούς και την αρχή του κράτους δικαίου. Ο λόγος αυτός αγκαλιάζεται από λαϊκιστές τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς, οι οποίοι συχνά προωθούν μια ζοφερή και απαισιόδοξη κοσμοθεωρία.

Τρίτον: παρότι, προφανώς, είναι ακόμα ο πιο σημαντικός και φυσικός σύμμαχος της ΕΕ, η διεθνής ηγεσία των ΗΠΑ δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη σε όλα τα παγκόσμια ζητήματα, όπως απέδειξε και η απόσυρσή της από τη Συμφωνία του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή. Στην ουσία, το ότι προτιμά τις επιμέρους συναλλαγές και το ότι αμφισβητεί τη σημασία των διεθνών συμφωνιών έχει εντείνει την ανασφάλεια σε ορισμένες περιοχές του δυτικού κόσμου. Τέταρτον: οι απειλές (όπως η διεθνής τρομοκρατία, οι κυβερνοεπιθέσεις και άλλες μορφές υβριδικών εχθροπραξιών) γίνονται όλο και πιο διεθνικές.

Ταυτόχρονα, η ΕΕ σέρνει πίσω της μία σχεδόν ολόκληρη δεκαετία με πολλαπλές κρίσεις: κρίση χρέους, επιθετική στάση της Ρωσίας απέναντι στην Ουκρανία, μεταναστευτική κρίση του 2015, πολλαπλές τρομοκρατικές επιθέσεις σε διαφορετικές χώρες της ΕΕ, άνοδο ακροδεξιών και ακροαριστερών κομμάτων και, τέλος, το εξίσου σημαντικό Brexit. Επιπλέον, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, έτσι και η ΕΕ έχει να αντιμετωπίσει την πρόκληση της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιοποίησης, στις οποίες είναι πλέον αναγκασμένη να προσαρμοστεί – σε επίπεδο οικονομιών αλλά και κοινωνιών. Μόνο που οι πολίτες της ΕΕ έχουν κουραστεί από την κρίση και περιμένουν από την ΕΕ αφενός μεν να τους προστατεύσει από τους εξωγενείς κινδύνους, αφετέρου δε να διαμορφώσει το μέλλον. Γι’ αυτό, μέσα στα επόμενα χρόνια η ΕΕ θα αναγκαστεί να φέρει εις πέρας τρία πολύ δύσκολα καθήκοντα, προκειμένου να ανταποκριθεί στις παραπάνω προκλήσεις:

 

1. Δημιουργία μιας ΕΕ που προστατεύει

Πρώτα απ’ όλα, η ΕΕ θα πρέπει να μπορεί να εγγυηθεί ένα μίνιμουμ ασφάλειας από τρομοκρατικές επιθέσεις, κυβερνοεπιθέσεις και άλλες απειλές. Τα δύο προηγούμενα χρόνια μάς υπενθύμισαν με πολύ οδυνηρό τρόπο ότι η φύση της τρομοκρατίας είναι διεθνική και διασυνοριακή, πράγμα που σημαίνει ότι κανένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μόνο του. Πρόκειται άλλωστε για το πεδίο με την ισχυρότερη συναίνεση σε ό,τι αφορά την πιο εντατική ανάληψη δράσης από την ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ έχει ανάγκη από ισχυρότερη συνεργασία στην ανταλλαγή πληροφοριών, αλλά και από ένα πραγματικό δίκτυο από Υπηρεσίες Πληροφοριών. Προστασία σημαίνει επίσης κοινή δέσμευση για την εγγύηση του ελέγχου των συνόρων, για ένα ενιαίο σχέδιο εισόδου-εξόδου και για μια ισχυρή και ικανή Ευρωπαϊκή Ακτοφυλακή και Συνοριοφυλακή. Η προστασία ωστόσο θα πρέπει να εξασφαλιστεί με ταυτόχρονο σεβασμό στις βασικές αρχές και αξίες μας: από τη μία στην αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (όσοι διαφεύγουν τον πόλεμο και τις συγκρούσεις θα πρέπει να εξακολουθήσουν να βρίσκουν ένα απάνεμο λιμάνι στους κόλπους της ΕΕ) και από την άλλη στην αξία της αλληλεγγύης (τα κράτη που επιβαρύνονται περισσότερο από το μεταναστευτικό θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να βασίζονται για υποστήριξη στα υπόλοιπα κράτη-μέλη).

Επίσης, η ΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιοποίησης, δύο παγκόσμιων τάσεων που έχουν προσφέρει πολλά οφέλη σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά οι οποίες έχουν επηρεάσει διαφορετικά κράτη και περιοχές της ΕΕ σε πολύ διαφορετικό βαθμό. Ένα πιθανό εργαλείο για την εξάλειψη τέτοιων ανισορροπιών θα μπορούσε να είναι η ενδυνάμωση της ενιαίας αγοράς και ιδιαίτερα της ελεύθερης μετακίνησης: εξακολουθούμε να μην έχουμε στην ΕΕ μια πραγματική αγορά εργασίας και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ανεργία που πλήττει ορισμένες περιοχές δεν απορροφάται από τη ζήτηση που εμφανίζεται σε άλλες. Χρειαζόμαστε λοιπόν μια πραγματική Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Απασχόλησης, η οποία θα ενισχύσει τους δεσμούς ανάμεσα στις αγορές εργασίας των κρατών-μελών και θα παρέχει ευκαιρίες εκπαίδευσης και κατάρτισης με στόχο τη μείωση του κόστους προσαρμογής. Προτεραιότητα θα πρέπει επίσης να δοθεί και στην ολοκλήρωση της ενιαίας ψηφιακής αγοράς.

 

2. Δημιουργία μιας ΕΕ που μπορεί να διαμορφώσει το μέλλον

Κατά δεύτερον, η ΕΕ θα πρέπει να εγγυηθεί τη μελλοντική ευημερία και οικονομική ευρωστία, διαμορφώνοντας την παγκόσμια οικονομία με βάση τα δικά της συμφέροντα και τις δικές της αξίες. Παρότι η προστασία είναι πολύ σημαντική, δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε προστατευτισμό και απομόνωση, ούτε σε αμφισβήτηση του μοντέλου των ανοιχτών κοινωνιών: αν η ΕΕ θέλει να διαμορφώσει τον μελλοντικό ρόλο της παγκόσμιας οικονομίας, θα πρέπει απαραιτήτως να υιοθετήσει μια ενεργητική εμπορική πολιτική, ειδικά με τις χώρες εκείνες που σε γενικές γραμμές συμμερίζονται τους κανόνες και τις αξίες μας. Λόγω των αβέβαιων προοπτικών που θα είχε μια διατλαντική εμπορική συμφωνία, είναι ακόμα πιο σημαντικό να καταλήξουμε σε εμπορικές συμφωνίες με χώρες που ταιριάζουν στη δική μας νοοτροπία, όπως είναι η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Ιαπωνία, το Μεξικό και η Κοινή Αγορά του Νότου. Μόνο μια ενεργή εμπορική πολιτική μπορεί να δώσει στην ΕΕ τη δυνατότητα να διαμορφώσει τους παγκόσμιους κανόνες σύμφωνα με τα δικά της υψηλά πρότυπα. Δεν επιτρέπεται, φυσικά, να φανούμε αφελείς σε ό,τι αφορά στρατηγικούς τομείς –ο σκεπτικισμός μας ωστόσο δεν θα πρέπει να σταθεί εμπόδιο σε ενδεχόμενες συμφωνίες με τους παραπάνω σημαντικούς παίκτες.

Αν η ΕΕ θέλει να συνεχίσει να λειτουργεί ως μοναδικό παράδειγμα επιτυχίας τις επόμενες δεκαετίες, θα χρειαστεί να ασπαστεί τον ρόλο και τις ευθύνες της σε διεθνές επίπεδο – και ειδικά σε ό,τι αφορά τη δική της γειτονιά. Η δραστηριότητά της ωστόσο θα πρέπει να διαμορφωθεί και με βάση τις αξίες της, κάτι που έχει μπει στο περιθώριο μετά τη θλιβερή εμπειρία της Αραβικής Άνοιξης αλλά, εν μέρει, και μετά τις διαφορετικές "έγχρωμες επαναστάσεις" της ανατολικής γειτονίας της. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να ακολουθήσει άκριτες και αφελείς πολιτικές. Θα πρέπει όμως να προσεγγίσει τις χώρες που μπαίνουν σε μία πορεία εκδημοκρατισμού και μεταρρυθμίσεων με πιο ελκυστικές προσφορές.

Παρότι η ικανότητα απορρόφησης της ΕΕ και τα εύθραυστα θεσμικά της πλαίσια θέτουν περιορισμούς στη διεύρυνσή της, θα έπρεπε να εξεταστούν και ορισμένες πιο προηγμένες μορφές τομεακής ενσωμάτωσης. Χώρες όπως η Ουκρανία, η Τουρκία ή το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit μπορεί, προς το παρόν, να μην είναι διατεθειμένες ή έτοιμες να προχωρήσουν σε πλήρη ένταξη στην ΕΕ, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αποτελούν σημαντικούς της εταίρους. Θα μπορούσαν λοιπόν, αντ’ αυτού, να συμπεριληφθούν σε μια Ευρωπαϊκή Ζώνη Σταθερότητας, η οποία θα τους εξασφάλιζε ευρεία πρόσβαση στις αγορές, τελωνειακή ένωση και ισχυρή συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, του μεταναστευτικού και της ασφάλειας.

Η ΕΕ θα πρέπει επίσης να εμπλακεί πιο εντατικά στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των κρατών της Βόρειας Αφρικής και να τους προσφέρει πολύ περισσότερα σε επίπεδο πρόσβασης στις ευρωπαϊκές αγορές, προκειμένου να ενισχύσει την οικονομική τους ανθεκτικότητα.

Όσον αφορά τον Νότο, η ΕΕ θα πρέπει να κοιτάξει και πέρα από την άμεση γειτονιά της. Να συνδεθεί, δηλαδή, πολύ πιο ενεργά με χώρες της Αφρικής, να προχωρήσει σε επενδυτικές συνεργασίες και να παράσχει περισσότερες ευκαιρίες για νόμιμη μετανάστευση. Λόγω της συρρικνούμενης πληθυσμιακής, οικονομικής και πολιτικής της βαρύτητας σε διεθνές επίπεδο, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της θα πρέπει να στοχεύσουν σε μια πιο ενοποιημένη στάση παγκοσμίως. H ΕΕ θα πρέπει να κατέχει μία και μοναδική θέση σε αρκετούς από τους διεθνείς θεσμούς και, ίσως, να προκρίνει την υιοθέτηση ενιαίων αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής από μια εποικοδομητική πλειοψηφία με τα αντίστοιχα προσόντα, αρκεί βέβαια να μην απειλούνται από τις αποφάσεις αυτές τα συμφέροντα κάποιου άλλου κράτους-μέλους της. Κυρίως όμως η ΕΕ θα πρέπει να αναλάβει, με ολοένα αυξανόμενο ζήλο, τον ρόλο της ως ένας από τους σημαντικότερους προασπιστές της τάξης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διεθνώς.

Ο κόσμος έχει ανάγκη –σήμερα περισσότερο από ποτέ– την ΕΕ ως ρυθμιστική δύναμη. Σε μια εποχή στην οποία πολλές χώρες μετράνε ακόμα την ισχύ και το κύρος τους με βάση το στρατιωτικό τους δυναμικό, η ΕΕ δεν έχει άλλη επιλογή από το να ενισχύσει το δικό της. Παρότι η δημιουργία κατάλληλων υποδομών (μεταξύ άλλων και μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής βάσης από την οποία θα διεξάγονται όλες οι στρατιωτικές αποστολές) είναι σημαντική, το μεγαλύτερο βάρος θα πρέπει να δοθεί στην ενίσχυση του υπάρχοντος δυναμικού και στην προσπάθεια να αυξηθούν σε αριθμό τα στρατεύματά της. Από αυτή την άποψη, η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας αποτελεί ένα κρίσιμο εργαλείο, το οποίο θα πρέπει και να υποστηριχθεί με τους απαραίτητους πόρους. Προτεραιότητα επίσης πρέπει να δοθεί στην αναδιάρθρωση των μάχιμων ομάδων της ΕΕ, με στόχο να γίνει πιο εύκολη η ταχεία ανάπτυξή τους. Αυτή δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο εκπαιδευτικές, αλλά και ολοκληρωμένες στρατιωτικές αποστολές.

Από τη στιγμή που θα αναπτυχθούν οι μάχιμες ομάδες, θα πρέπει να προχωρήσουμε στη δημιουργία πιο ολοκληρωμένων στρατιωτικών δομών. Οι επιλογές που μπορεί να σκεφτεί κανείς είναι αρκετές. Η βάση που έχει χτίσει η ΕΕ με το Eurocorps μπορεί να αποτελέσει τον θεμέλιο λίθο και για άλλες τέτοιες ολοκληρωμένες δομές.

Εντέλει, η ετοιμότητα της ΕΕ να ανταποκριθεί σε καταστάσεις κρίσης στη γειτονιά της, αλλά και πέρα από αυτή (για παράδειγμα, στην υποσαχάρια Αφρική) θα αποδειχτεί καθοριστικής σημασίας για τη συνέχεια. Στο πλαίσιο αυτό, μια ισχυρή συνεργασία με τοπικούς παράγοντες, όπως η Αφρικανική Ένωση, θα αποδειχτεί επίσης σημαντική.

Παράλληλα όμως, μια πιο ενεργή εξωτερική πολιτική θα απαιτήσει και πιο ισχυρή υποστήριξη εκ μέρους των πολιτών μας. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να επικοινωνήσουμε με διαφορετικό τρόπο μαζί τους και να τους υπογραμμίσουμε τη σημασία μιας ενεργούς και ενιαίας πολιτικής σε θέματα διεθνών σχέσεων, ασφάλειας και άμυνας, για τη δική τους σιγουριά.

 

3. Διατήρηση μιας κοινότητας αξιών

Τρίτον, η ΕΕ οφείλει να παραμείνει μια κοινότητα αξιών. Παρ’ όλα τα απαραίτητα μεταρρυθμιστικά βήματα που περιγράφηκαν παραπάνω, το σχετικό δημογραφικό, οικονομικό και πολιτικό βάρος της ΕΕ και της Δύσης συνολικά αναμένεται να συρρικνωθεί μέσα στα επόμενα χρόνια και τις προσεχείς δεκαετίες. Γι’ αυτό και ο "ρυθμιστικός" ρόλος της ΕΕ καθώς και η ρυθμιστική ηγεσία της πρόκειται να αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Η ΕΕ, κατά συνέπεια, πρέπει να αποτελέσει, σήμερα περισσότερο από ποτέ, μια κοινότητα αξιών, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε εξωτερικό επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκηρύξει τα συμφέροντά της. Η εμπειρία ωστόσο των προηγούμενων δεκαετιών έχει δείξει ότι η συνέπεια στις αξίες μας έχει τελικά ευεργετική επίδραση και στα συμφέροντά μας.

Σε εσωτερικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ πρέπει να χτίσει επάνω σε θεμελιώδεις αξίες όπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, η αλληλεγγύη, η επικουρικότητα και ο διάλογος. Αυτή τη στιγμή η ΕΕ έχει να αντιμετωπίσει μια ρητορική εθνοκεντρισμού, απομονωτισμού και, κάποιες φορές, ξενοφοβίας, η οποία έχει ως στόχο της να καλλιεργήσει φόβο και μια ατμόσφαιρα απόγνωσης και πολιτισμικού πεσιμισμού. Η ΕΕ πρέπει να αντιταχθεί σε αυτό το είδος δημόσιας συζήτησης, όχι με αφελή ενθουσιασμό αλλά με επίγνωση και συνείδηση των ίδιων των επιτυχιών της.

Η ΕΕ δεν έχει ως στόχο της την εναρμόνιση εθνικών παραδόσεων, αλλά τον σεβασμό της συνταγματικής, ιστορικής και νομικής κληρονομιάς του κάθε κράτους-μέλους της. Βασίζεται ωστόσο και στη διάκριση των εξουσιών, την ελευθερία του Τύπου και την προστασία των δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης. Εάν οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών κινδυνεύσουν να απομακρυνθούν από αυτές τις θεμελιώδεις αρχές, η ΕΕ θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να προχωρήσει σε διάλογο μαζί τους και, αν ακόμα κι αυτός παραμείνει άκαρπος, να χρησιμοποιήσει αυστηρότερα εργαλεία, όπως η μείωση των οικονομικών πόρων. Η ανοχή μιας τέτοιου είδους συμπεριφοράς χωρίς κανένα αντίμετρο θα αποδυνάμωνε τελικά και την ΕΕ, αλλά και την υποστήριξη της ίδιας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από τις αντίστοιχες χώρες.

]

Σε εξωτερικό επίπεδο, πέρα από μια υγιή δόση ρεαλισμού σε σχέση με τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η ΕΕ, είναι πολύ σημαντικό για εκείνη να διεξαγάγει μια αξιακή εξωτερική πολιτική. Η ΕΕ έχει την υποχρέωση να προστατεύσει τη γειτονιά της. Προσωπικά, θα διαφωνούσα μάλιστα με το αφήγημα που υποστηρίζει ότι ο αυταρχισμός ίσως να είναι τελικά προτιμητέος, εάν εγγυάται τη σταθερότητα. Όπως έχουν αποδείξει τα τελευταία 27 χρόνια εμπειρίας από την ανατολική και νότια γειτονιά της ΕΕ, τα αυταρχικά καθεστώτα δεν κατορθώνουν να εξασφαλίσουν μακροπρόθεσμη σταθερότητα και, τελικά, γίνονται τα ίδια πηγή αστάθειας. Γι’ αυτό και είναι συμφέρον της ΕΕ να υποστηρίξει τις χώρες εκείνες που επιχειρούν να ακολουθήσουν τον δρόμο της πολιτικής και οικονομικής μεταρρύθμισης. Αυτό σημαίνει επίσης ότι, παρ’ όλες τις αβεβαιότητες και, φυσικά, τη σχετική δόση εκνευρισμού που προκύπτει από την παρούσα αμερικανική διακυβέρνηση, η ΕΕ θα πρέπει να τηρήσει τη δέσμευσή της στη συμμαχία της με τις ΗΠΑ. Προτού μπούμε σε οποιαδήποτε κριτική από θέση ηθικού κύρους, θα πρέπει πρώτα απ’όλα να ανταποκριθούμε στις δικές μας δεσμεύσεις. Η αύξηση του προϋπολογισμού μας για την άμυνα στο 2% δεν έχει ως στόχο της να ευχαριστήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, αλλά κυρίως να τιμήσει τις δικές μας υποσχέσεις. Παρά τις διαφωνίες μας σε βασικά ζητήματα, όπως η κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί προτού τοποθετήσουμε το Πεκίνο ή τη Μόσχα στο ίδιο επίπεδο με την Ουάσινγκτον, κυρίως επειδή τις περισσότερες βασικές μας αξίες τις μοιραζόμαστε με τις ΗΠΑ.

Ο μόνος τρόπος να μπορέσει η ΕΕ να ανταποκριθεί σε αυτές τις υποχρεώσεις είναι να ενεργήσει με ενότητα και να αντισταθεί στον πειρασμό να διασπαστεί εξαιτίας εσωτερικών ή εξωτερικών επιδράσεων. Για να επιτύχουν αυτή την ενότητα, τα κράτη-μέλη της ΕΕ και οι κοινωνίες τους θα πρέπει να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια να αφουγκραστούν το ένα το άλλο και να επιδείξουν μια πιο ισχυρή ικανότητα ενσυναίσθησης απέναντι στις θέσεις των εταίρων τους. Δυστυχώς αυτό δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Πολύ συχνά η ευρωπαϊκή συζήτηση γύρω από θέματα πολιτικής στα κράτη-μέλη παραμένει εγωκεντρική και αυτάρεσκη. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα ενός κράτους-μέλους θα πρέπει να απασχολήσει και όλα τα υπόλοιπα. Αν τα υπόλοιπα επιλέξουν να αγνοήσουν το πρόβλημα αυτό, τότε αυτό θα καταλήξει πρόβλημα ολόκληρης της ΕΕ. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα αφορά τη στάση μας απέναντι στο μεταναστευτικό. Χώρες όπως η Ιταλία, η Ελλάδα και η Μάλτα, παρότι έκαναν κι εκείνες τα δικά τους λάθη, για ένα πολύ μεγάλο διάστημα αφέθηκαν από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη να αντιμετωπίσουν μόνες τους την πρόκληση του μεταναστευτικού κύματος.

Οι αποκλίσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη δεν πρόκειται να εξαλειφθούν από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι ωστόσο σημαντικό να καταλάβουμε και να επικοινωνήσουμε ότι η ΕΕ σημαίνει κάτι διαφορετικό για κάθε κράτος-μέλος και για κάθε κοινωνία ξεχωριστά. Για κάποιους είναι, πάνω απ’ όλα, μια οικονομική κοινότητα, ενώ για άλλους είναι μια κοινότητα πολιτική. Ορισμένες κοινωνίες προσδοκούν από αυτήν, πάνω απ’ όλα, αλληλεγγύη, ενώ για άλλες η ΕΕ είναι μια κοινότητα δικαίου, στην οποία οι κανόνες πρέπει και να τηρούνται και να εφαρμόζονται. Γι’ αυτό και όταν κρίνει κανείς τις θέσεις των κρατών-μελών είναι εξαιρετικά κρίσιμο να λαμβάνει υπόψιν και τις προσδοκίες και το ιστορικό τους παρελθόν. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς επαρκή γνώση της κοινής ευρωπαϊκής μας ιστορίας, καθώς η ιστορία αυτή έχει διαμορφώσει τις ιδιαίτερες οπτικές των ευρωπαϊκών κοινωνιών απέναντι στην ΕΕ, αλλά και τις προσδοκίες τους από εκείνη. Έργα όπως το καινούριο Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας στις Βρυξέλλες μπορούν να αποτελέσουν ένα πρώτο βήμα για την ενίσχυση αυτής της αλληλοκατανόησης, η οποία θα μας επιτρέψει να διατηρήσουμε την κοινότητα αξιών μας και, κατά συνέπεια, να λειτουργήσουμε ως ικανός παράγοντας αξιοπιστίας στο μέλλον.