Αρθρογραφια |

Θα Eίναι Tο 2020 Έτος Παγκόσμιας Ύφεσης;

Ποια είναι τα πεδία του κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία τη χρονιά που έρχεται;

Τις τελευταίες εβδομάδες, στο Facebook “τρέχει” επίμονα μια διαφημιστική καμπάνια. Ο διαφημιζόμενος είναι το αμερικανικό πρακτορείο οικονομικών ειδήσεων Bloomberg και ο τίτλος της διαφήμισης είναι αρκετά έντονος: “Οδεύουμε προς μια παγκόσμια ύφεση;” Η ύπαρξη μιας τέτοιας καμπάνιας, σε συνδυασμό με μια καταιγίδα δημοσιευμάτων και αναλύσεων τους τελευταίους μήνες σχετικά με το ίδιο θέμα, φανερώνει τη γενικότερη ανησυχία για την παγκόσμια οικονομία. “Θα είναι το 2020 έτος ύφεσης;”, αναρωτιούνται σε δημοσιεύματα με παρόμοιο τίτλο οι New York Times, το CNBC και ο Guardian

Φυσικά, δεδομένου ότι κανένας δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον, τα συγκεκριμένα ερωτήματα μένουν αναπάντητα: αυτονόητα, είναι πιθανό να έχουμε ή να μην έχουμε ύφεση. Ωστόσο, περισσότερο από το να δώσει κάποιος μια ξεκάθαρη απάντηση, είναι σκόπιμο να ανατρέξει στην αιτία αυτής της έντονης ανησυχίας, στις “εστίες κινδύνου” και στις ανισορροπίες του παγκόσμιου οικονομικού οικοδομήματος που εντοπίζουν οι ειδικοί, ακαδημαϊκοί και αναλυτές. Πρόκειται για αδυναμίες, οι οποίες συνήθως δημιουργούν το υπόστρωμα για κάποιου είδους κρίση, ακόμη και αν αυτή τελικά δεν πυροδοτηθεί από κάποιο γεγονός.

1. Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας

Όταν τον Ιανουάριο του 2018, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επέβαλε δασμούς 30 έως 50% στα ηλιακά πάνελ και στα πλυντήρια ο κόσμος “πάγωσε”. Δεν ήταν ασφαλώς επειδή τα (κυρίως κινεζικά) ηλιακά πάνελ και πλυντήρια αποτελούν αγαθά ικανά να σταματήσουν τις ροές του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά επειδή η επιθετική ρητορική του Προέδρου υπονοούσε ότι θα ακολουθήσουν περισσότεροι δασμοί σε πολύ πιο βασικά προϊόντα με σκοπό να εξισορροπηθεί το εμπορικό έλλειμμα της χώρας. Πράγματι, όταν οι πρώτοι δασμοί σε αλουμίνιο και σίδηρο επιβλήθηκαν τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς προκλήθηκε ένας μικρός πανικός: Πολλοί ερμήνευσαν την πολιτική αυτή ως μια μεταστροφή της μεταπολεμικής συναίνεσης γύρω από τη διευκόλυνση του εμπορίου, ειδικά όταν μια τέτοια κίνηση προήλθε από τη χώρα που βασικά καλλιεργούσε και προωθούσε ενεργητικά τη συγκεκριμένη συναίνεση. Η απόφαση αυτή επίσης πυροδότησε έναν εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη, την οποία έπλητταν περισσότερο οι δασμοί και η Κίνα, με τη σειρά της επέβαλε κι αυτή δασμούς ως αντίποινα. Τελικά, ο εμπορικός πόλεμος, και κυρίως η ψυχολογία γύρω από αυτόν, απειλεί να πλήξει τις δυο μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο, ειδικά σε μια συγκυρία κατά την οποία η Κίνα, όσο πλουτίζει, εισέρχεται σε μια περίοδο επιβράδυνσης της ανάπτυξής της.

2. Η επιβράδυνση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας

Η γερμανική βιομηχανική παραγωγή, μετά από σχεδόν μια δεκαετία ανάπτυξης και σταθερότητας εμφανίζει σημαντικά σημάδια κόπωσης. Μάλιστα, αυτή η τάση οδηγείται από μια σημαντική μείωση στον κλάδο που κυριαρχεί στη βιομηχανική παραγωγή στη χώρα, δηλαδή στην αυτοκινητοβιομηχανία. Δεν έχει γίνει ακόμη σαφές γιατί παρουσιάζεται αυτή η κάμψη (υπάρχουν υποθέσεις ότι οφείλεται στην πρόοδο της τεχνολογίας, που έχει φέρει αυτοκίνητα με πιο μεγάλη διάρκεια ζωής), όμως είναι σαφές πως αν η τάση συνεχιστεί θα υπάρχουν συνέπειες για την ευρωζώνη και κατ’ επέκταση για την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.

3. Το Brexit

Η πολυσυζητημένη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά το δημοψήφισμα του 2016, παραδόξως, σε αυτή τη φάση δεν μοιάζει να αποτελεί τόσο μεγάλο κίνδυνο. Η επικράτηση στις εκλογές του κόμματος που ήρθε σε συμφωνία με την Ε.Ε το προηγούμενο διάστημα, πιθανόν σηματοδοτεί την αρχή του τέλους του σχετικού δράματος. Όμως ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση ενός “άτακτου” ή βεβιασμένου Brexit φαίνεται ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των κραδασμών θα αφορά το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο και όχι την ευρωπαϊκή ή, ακόμη περισσότερο, την παγκόσμια οικονομία. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει κάποιος να εγγυηθεί ότι μια “ανοιχτή” επί τόσο πολύ καιρό υπόθεση θα εξελιχθεί με “γραμμικό” τρόπο ή ότι τα οικονομικά μοντέλα που μετρούν το κόστος θα επιβεβαιωθούν πλήρως.  

4. H στασιμότητα μετά το 2008

Όπως παρατηρεί, και τεκμηριώνει με ιδιαίτερα αναλυτικό τρόπο, ο ινδός αναλυτής Ρουσίρ Σάρμα στο βιβλίο του “Πώς πετυχαίνουν τα έθνη” (εκδόσεις διαΝΕΟσις), ο κόσμος, από τη σκοπιά της οικονομικής ανάπτυξης, δεν επανήλθε ποτέ πλήρως στην κατάσταση που ήταν πριν από την παγκόσμια κρίση του 2008. Παρότι υιοθετήθηκαν ιδιαίτερα αποφασιστικές πολιτικές τόνωσης της οικονομίας, αυτές είχαν μεν αποτέλεσμα, αλλά δεν οδήγησαν σε μια περίοδο αντίστοιχα αποφασιστικής επέκτασης όπως εκείνη πριν από την κρίση ή ακόμη περισσότερο τις μεταπολεμικές δεκαετίες. Πλέον, η λεγόμενη “ψυχολογία των αγορών” λαμβάνει υπόψη της αυτή την ευθραυστότητα της παγκόσμιας οικονομίας και το τέλος πολλών βεβαιοτήτων. Έτσι παρά τη σημαντική επέκταση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων παρατηρείται συγκράτηση των παραγωγικών επενδύσεων.

Μέσα σε αυτόν τον αβέβαιο κόσμο η γνώμη δυο ειδικών, όπως του σημαντικού ακαδημαϊκού Ρόμπερτ Άλιμπερ και του χρηματοοικονομικού αναλυτή Ίνες Μακφί, ως προς το τι μας επιφυλάσσει το κοντινό μέλλον αποκτάει αυξημένο ενδιαφέρον. Διαβάστε τις συνεντεύξεις που μας παραχώρησαν εδώ: 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΡΟΜΠΕΡΤ ΑΛΙΜΠΕΡ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΙΝΕΣ ΜΑΚΦΙ