Αρθρογραφια |

Τι Θα Κρατήσουμε Από Την Καραντίνα: Το Στοίχημα Της Επόμενης Ημέρας

Ποιες είναι οι ψυχολογικές συνέπειες της πανδημίας στη χώρα μας; Πώς βιώνουν οι Έλληνες τις νέες συνθήκες ζωής; Η Καθηγήτρια Ψυχιατρικής στο ΕΚΠΑ Μαρίνα Οικονόμου-Λαλιώτη αναλύει την ψυχολογική κατάσταση των Ελλήνων και μας μιλάει για το στοίχημα της επόμενης ημέρας.

Στη δύστοπη περίοδο που διανύουμε, η έρευνα της διαΝΕΟσις, που σε συνεργασία με τη Metron Analysis αναζήτησε τον τρόπο σκέψης και ζωής των Ελλήνων την περίοδο του εγκλεισμού, αποτυπώνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων σε σχέση με την εθνική συλλογική ταυτότητα φαίνεται να έχει αποκτήσει αναζωπυρωμένο αίσθημα αισιοδοξίας, ενώ ταυτόχρονα σε σχέση με την προσωπική ταυτότητα του καθενός φαίνεται να διακατέχεται από υψηλού βαθμού άγχος. Ένα άγχος που θίγει τον ίδιο τον εαυτό, τον ήδη εύθραυστο και φθαρμένο εαυτό, ένα άγχος που φαίνεται να σχετίζεται όχι μόνο με το φόβο της μόλυνσης από τον ιό αλλά και με τις συνέπειες της καραντίνας στην οικονομική κατάσταση του ατόμου, στην εργασία του, στη σωματική και ψυχική του υγεία. Από την ίδια όμως έρευνα ελπιδοφόρα μηνύματα προβάλουν αναφορικά με την ευαισθητοποίηση στον εθελοντισμό και την εμπέδωση ενός κλίματος αλληλεγγύης  που θα μπορούσε να εκληφθεί ως πιθανή θετική απόρροια της πανδημικής κρίσης, των αναγκών που αναδύθηκαν και των προβληματισμών που προέκυψαν. 

Από τη λειτουργία της τηλεφωνικής γραμμής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης που οργάνωσε η Α' Ψυχιατρική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από τις πρώτες στιγμές της εισβολής της πανδημίας και την αξιολόγηση των αιτημάτων, σε ένα επίπεδο ποσοτικής ανάλυσης των πρώτων αποτελεσμάτων αναδεικνύονται τα περιοριστικά μέτρα παρά ο ιός αυτός καθαυτόν ως μείζον πρόβλημα, ενώ παράλληλα οι σκέψεις και οι ανησυχίες για τα οικονομικά ζητήματα υπονόμευαν τα συναισθήματα και μεταφράζονταν σε άγχη, φόβους και αγωνίες που θύμιζαν τις καταθλιπτικές αντιδράσεις της υπερδεκαετούς οικονομικής ύφεσης που έπληξε τη χώρα. Μια αρχική εκτίμηση δείχνει ότι οι διαταραχές άγχους βρίσκονται στο επίκεντρο των προβλημάτων, ωστόσο σε μια ενδελεχέστερη ανάλυση η ύπουλη πορεία της κατάθλιψης αρχίζει και σήμερα να διαφαίνεται απειλητικά. Παρά την επιστημονική διαμάχη για τις δυο αυτές κλινικές οντότητες, το άγχος και την κατάθλιψη δηλαδή, η συνύπαρξή τους που ενσωματώνεται σε ένα βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο προσδίδει μεγαλύτερη αξιοπιστία στο υποκειμενικό τραυματικό βίωμα που προκαλεί η πανδημία της covid-19. 

Ταυτόχρονα, μια άλλου τύπου "ανάγνωση" των αποτελεσμάτων, αυτή δηλαδή της ποιοτικής ανάλυσης των αναφορών όσων καλούν στη γραμμή ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, σκιαγραφεί την ανησυχία, τις αβεβαιότητες αλλά και τα νέα ψυχικά αντισώματα που συνόδευσαν τον κατ’ οίκον περιορισμό, όπως εγγράφονται στο ατομικό ασυνείδητο. 

Έτσι, κάποιοι περιμένουν να αγκαλιάσουν τους αγαπημένους, τα παιδιά, τα εγγόνια τους. Να ξαναβρεθούν στο γνώριμο τόπο της εργασίας, στη μέρα όπως την ήξεραν. Λαχταρούν και ονειρεύονται πώς θα είναι η επιστροφή στη ζωή της φυσικής εγγύτητας, της ενσώματης επαφής. Νοσταλγούν τη χαρά της συμποσιακότητας, μιας μεγάλης γιορτής με φίλους και συγγενείς, μιας μέθεξης στη συνύπαρξη με τους γύρω. 

Κάποιοι βλέπουν με άγχος την επαναφορά στη νέα "κανονικότητα". Κυριαρχούνται από το φόβο της εξόδου από το σπίτι-καταφύγιο, από τον φόβο της έκθεσης στον “νέο κόσμο”, στο βουητό και στην ταχύτητα. 

Κάποιοι θέλουν να διατηρήσουν τη μυρωδιά από το συναίσθημα της επαφής με τον εαυτό, τη μυρωδιά από το συναίσθημα της στενής επαφής με τους αγαπημένους στην οικογένεια. Διστάζουν να δώσουν το πρόσταγμα για την επανεκκίνηση. Ίσως στο παρελθόν να ήθελαν αλλά να μην ήξεραν πώς να κλείσουν τον διακόπτη. Η νόσος Covid-19 τους έβαλε σε ένα αναγκαστικό pause από τον θόρυβο των πολλών συναναστροφών δίνοντάς τους την ευκαιρία για μια στροφή προς το εσώτερο κομμάτι του εαυτού.  

Κάποιοι, ήρθαν κοντά με τις αλήθειες της ζωής τους μέσα στα σύνορα των τετραγωνικών του σπιτιού, μέτρησαν τις φθαρτές τους πραγματικότητες, είδαν τις σχέσεις “εν οίκω” να δοκιμάζονται αλλά και τις δυνάμεις εκ των ένδον να αναδύονται. 

Οι δύο όψεις ενός νομίσματος. Από τη μια, αυτοί που θέλουν να παρατείνουν  την ηρεμία, τους χαμηλούς ρυθμούς, τη ράθυμη ρουτίνα, να κερδίσουν ακόμα λίγο από το χαμένο χρόνο της παραμονής στο σπίτι, της επαφής με τα παιδιά, με την οικογένεια. Από την άλλη, αυτοί που ανυπομονούν να βγουν επιτέλους από τη σκιά της καραντίνας στον κόσμο των αισθήσεων, της επικοινωνίας, της ελευθερίας. 

Οι εξατομικευμένες αγωνίες του ανθρώπινου ψυχισμού αποτυπώνουν το ψηφιδωτό των νέων μας συλλογικών αμφισημιών: Είναι το "μέσα" φυλακή ή μήπως είναι ασφάλεια; Είναι το "έξω" προσμονή ή μήπως είναι απειλή; Προτιμά κανείς την ανασφάλεια και τον φόβο της "ελευθερίας" ή την ασφάλεια της "ανελευθερίας", όπως ορίζεται από τον αναγκαστικό εγκλεισμό; 

Έτσι λοιπόν, την επόμενη μέρα για ποια ελευθερία και για ποια ανελευθερία μιλάμε; Ποιό είναι το κοινό μέτρο; Ποια είναι η αλήθεια για τον καθένα; 

Μιλώντας για τις δυσκολίες αναφορικά με τη διατύπωση της αλήθειας, ο Μπρεχτ έλεγε πως οι καιροί της πιο σκληρής καταπίεσης είναι συχνότερα οι καιροί όπου γίνεται λόγος για µεγάλα και υψηλά ιδεώδη. Και στο κατώφλι της νέας εποχής που ξημερώνει, το ιδεώδες που επαπειλείται είναι αυτό της ελευθερίας. Της ελευθερίας στην κίνηση,  της ελευθερίας στη φυσική επαφή, στο άγγιγμα, στην αγκαλιά, στο όνειρο, στο ταξίδι, στην επιθυμία, στην επιλογή. 

Ανάχωμα στην απειλή απέναντι στον όποιο περιορισμό της ελευθερίας είναι η εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη στο κράτος, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Η εμπιστοσύνη στην αγάπη, η εμπιστοσύνη στην αλληλεγγύη. 

Τα διλήμματα που τίθενται μπροστά στις πολύπλοκες εξισώσεις του ευάλωτου κόσμου που δημιουργεί η πανδημία κάθε άλλο παρά εύκολες απαντήσεις έχουν. Θα συνεχίσει άραγε ο γιατρός να κάνει τα πάντα για να σώσει έστω και έναν ασθενή ή -ακόμα παραπέρα- θα κάνει το κράτος τα πάντα στον βωμό της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής ασφάλειας που θα βαφτίζεται κοινωνική προστασία και μέριμνα; Κόβουμε δέντρα από το δάσος για να αναπνεύσει ή βλέπουμε μόνο το δάσος και καίγονται εντωμεταξύ τα δέντρα;

Έτσι, την επόμενη μέρα, η μοναδικότητα του ατομικού ασυνείδητου θα κληθεί να συναντήσει την πολυπλοκότητα του συλλογικού, του εθνικού, του οικουμενικού. 

Σε αυτή τη επόμενη μέρα η πρόκληση θα είναι η τοξικότητα του φόβου να μετατραπεί σε αντίσωμα ελευθερίας. Οι συνέργειες των μοναδικοτήτων θα κληθούν να συνθέσουν μια δημιουργική νέα συμμαχία. Μια αντίσταση σε μια νέα ανελευθερία που πηγή της έχει τον φόβο, ένα συμπυκνωμένο φόβο. Φόβο για τη νόσηση, για το αύριο, για τη ζωή, για το θάνατο. 

Πρόκληση για το ψυχικό  πεδίο καθώς θα διαχειριζόμαστε τις νέες μας "κανονικότητες" θα είναι να μετατρέψουμε τις προσωπικές μας αγωνίες σε μια άσκηση στην ελευθερία, μια άσκηση στη νέα εποχή επικοινωνίας, στη νέα εποχή συνύπαρξης. 

Δοκιμάζονται τώρα οι στάσεις μας και οι συμπεριφορές μας προς όλους. Δοκιμάζονται οι δυναμικές των γενεών, των νέων και των μεγαλύτερων, των εγχώριων και των ξενόφερτων, των τρωτών και των άτρωτων, των υγιών και των νοσούντων. 

Το γεγονός ότι οι ατομικές μας ευαλωτότητες, ανεξαρτήτως ονομασίας προβάλουν σήμερα πιο οικουμενικές και πιο κοινές από ποτέ, είναι η ευκαιρία μας να προβληματιστούμε και να δράσουμε, για να επικρατήσει η λογική της συμπερίληψης του άλλου, μικρή σημασία έχει το όνομα της αδυναμίας ή της νόσου που φέρει. 

Η νόσος, περιγράφει όμορφα η φιλόσοφος και ακαδημαϊκός Σούζαν Ζόνταγκ, "είναι η νυχτερινή ζώνη της ζωής, μια δεύτερη, πιο δυσβάστακτη, υπηκοότητα". Καθένας μας γεννιέται κατέχοντας διπλή υπηκοότητα, μία στο βασίλειο των υγιών και μία στο βασίλειο των ασθενών, των ευάλωτων. Αν και όλοι μας προτιμούμε να χρησιμοποιούμε μόνο το διαβατήριο του υγιούς, "αργά ή γρήγορα υποχρεωνόμαστε, τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα, να πολιτογραφηθούμε υπήκοοι του άλλου εκείνου τόπου". 

Ως πολίτες, πολιτογραφημένοι πλέον σε αυτόν τον νέο τόπο που μας έβαλε ο ιός έχουμε καθήκον να διαδώσουμε μια γλώσσα ανθρωποκεντρική, μια γλώσσα που να σέβεται τον άνθρωπο.  Άκριτα και αβασάνιστα μιλάμε για "κρούσματα" αντί να μιλάμε για "ανθρώπους που μολύνθηκαν", άκριτα και αβασάνιστα μιλάμε για "ύποπτα κρούσματα", σα να μην πρόκειται για συνανθρώπους μας που "πιθανώς νοσούν". 

Η πανδημία της covid-19 είναι ένα παγκόσμιο τόποσημο και ορόσημο ταυτόχρονα που δε μπορούμε να επιτρέψουμε να αφήσει πίσω νέες διακρίσεις και νέου τύπου μορφές κοινωνικού στιγματισμού. Χρωστάμε στους εαυτούς μας το κληροδότημα να είναι γενναία σημαντικότερο. 

Όσο ο άνθρωπος εξακολουθεί να είναι ένα έμβιο ον με αισθήσεις, σώμα και λόγο, το κληροδότημα της επόμενης μέρας πρέπει να αφορά τις συν-αισθήσεις. Η πρόκληση που διαμορφώνεται τώρα είναι το πόσο και κυρίως το πώς ο άνθρωπος θα συν-αισθάνεται. Ο οικουμενικός, βίαιος και ταχύς τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε η πανδημία ανέδειξε ότι η ενσυναίσθηση μπορεί να γιγαντωθεί, να εκφραστεί και να "θεραπεύσει"μέσα από πλήθος μορφών αλληλεγγύης, που παρακολούθησε όλος ο πλανήτης να λαμβάνουν χώρα, αναζωπυρώνοντας την πίστη μας στο ανθρώπινο είδος. 

Και αν στη νέα μας "ανέπαφη εποχή", τα μικρά παιδιά και οι νέοι άνθρωποι κλήθηκαν από τη μια πλευρά να μεγαλώσουν απότομα χωρίς το θεραπευτικό ερέθισμα του αγγίγματος, μπήκαν ταυτόχρονα και σε μια νέα "χώρα", με πολλαπλά ερεθίσματα αλληλεγγύης. Η φιλαλληλία είναι μια νέα, διευρυμένη ζώνη στην οποία τώρα όλοι εκπαιδεύονται ως υπεύθυνοι και δοτικοί ένοικοι. Η διαμονή μας σε αυτή τη νέα χώρα της κοινωνικής αλληλεγγύης θα αφήσει, παρά τις πληγές, και ένα δυνατό, νέο αποτύπωμα στο συλλογικό ψυχικό τοπίο. 

Τι θα κρατήσουμε λοιπόν από την καραντίνα; 

Τι θα αλλάξουμε και τι θα προσπαθήσουμε να ξαναβρούμε; Αρκεί ο επαναπροσδιορισμός των ιεραρχήσεων, των αξιών και των ταχυτήτων μας; Ή μήπως το στοίχημα της επόμενης ημέρας είναι και μια άλλη νοηματοδότηση στη συλλογική μας περιπέτεια; 

Η ανοσία δεν συνεπάγεται ανισότητα. Η μόλυνση δεν συνεπάγεται αποκλεισμό. Η εσωστρέφεια δεν συνεπάγεται εγκλωβισμό. Η φυσική απόσταση δεν συνεπάγεται απόρριψη. Η κοινωνική απόσταση δεν συνεπάγεται αποξένωση. 

Με αυτό το πρόσταγμα, μπορούμε να δώσουμε ένα νέο νόημα στην επανεκκίνηση, αντικρούοντας τον ναρκισσισμό με ενσυναίσθηση, την απειλή του "έξω" με προσαρμοστικότητα και την προσωπική αβεβαιότητα με ατομική και κοινωνική ευθύνη. 

H Μαρίνα Οικονόμου – Λαλιώτη είναι Καθηγήτρια Ψυχιατρικής στη Α΄ Ψυχιατρική Κλινική του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.