Αρθρογραφια |

Οι Διατλαντικές Σχέσεις Στην Εποχή του Κορωνοϊού

H Κατερίνα Σώκου, non-resident Senior Fellow στο Atlantic Council, σχολιάζει το πώς διαμορφώθηκαν οι διατλαντικές σχέσεις υπό την πίεση της πανδημίας καθώς και το πώς εξελίσσονται οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις στη σημερινή, σύνθετη συγκυρία.

Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των ευρωπαϊκών χωρών είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του παγκόσμιου συστήματος που αναδείχθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. "Η σημαντικότερη σχέση του κόσμου" είναι το κέντρο μίας ευρύτερης συμμαχίας ανεπτυγμένων και δημοκρατικών χωρών που μοιράζονται τις ίδιες αξίες, προτεραιότητες και αρχές δικαίου, τις οποίες προωθούν μέσα από μία σειρά από οργανισμούς που δημιουργήθηκαν εν πολλοίς χάρη στην ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών: το NATO, τα Ηνωμένα Έθνη, την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Ιδιαίτερα η οικονομική σχέση Ε.Ε.-ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη του κόσμου. Οι εμπορικές σχέσεις αποτελούν το ένα τρίτο που παγκόσμιου εμπορίου και βασίζονται σε χαμηλούς δασμούς και την προσπάθεια εξάλειψης των ρυθμιστικών εμποδίων, ενώ οι επενδυτικές συναλλαγές χαρακτηρίζονται ως η πραγματική ατμομηχανή των διμερών σχέσεων, καθώς συνεισφέρουν ουσιαστικά στην απασχόληση και την ανάπτυξη και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Η πανδημία όμως βρήκε τις διατλαντικές σχέσεις σε μία δύσκολη συγκυρία, καθώς μία σειρά από εμπορικές εντάσεις, μονομερείς κινήσεις και ρητορικές επιθέσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα αμοιβαίας δυσπιστίας με κάποιες από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και την Ε.Ε. Στην καρδιά της έντασης βρίσκεται η αμφισβήτηση αυτών και άλλων θεσμών της πολυμερούς διπλωματίας, η αποχώρηση των ΗΠΑ από διεθνείς συμφωνίες που είχαν συνάψει ακόμη και στο πρόσφατο παρελθόν, και η στρατηγική του "Πρώτα η Αμερική" που ακολουθεί ο πρόεδρος Τραμπ στην οικονομία, η οποία δημιουργεί τάσεις προστατευτισμού στο εσωτερικό και εμπορικούς πολέμους στο εξωτερικό.

Η συνακόλουθη κρίση εμπιστοσύνης έχει δυσχεράνει την από κοινού προσέγγιση των μεγάλων ζητημάτων ασφαλείας που απασχολούν τα τελευταία χρόνια τις διατλαντικές σχέσεις. Σε αυτά περιλαμβάνονται ο στρατηγικός ανταγωνισμός με μία Κίνα που έχει γίνει πιο αυταρχική μετά την ανάδειξη του Σι Τζινπίνγκ σε ισόβιο πρόεδρο, οι αυξημένες προκλήσεις ασφαλείας που θέτει η Ρωσία για την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, η πυρηνική απειλή του Ιράν, ο ρόλος του ΝΑΤΟ και η μελλοντική σχέση του με μία στενότερη ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία, αλλά και ο αποσταθεροποιητικός ρόλος περιφερειακών δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Τουρκία στις συγκρούσεις που μαίνονται σε Συρία και Λιβύη. Και βέβαια, στις προκλήσεις προστίθεται και η αντιμετώπιση της πανδημίας, με τον πρέσβη της Ε.Ε. στην Ουάσιγκτον να τονίζει ότι η προτεραιότητά του κατά τους επόμενους μήνες είναι ο συντονισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ανάκαμψη της οικονομίας τους αλλά και εκείνης των αναπτυσσόμενων χωρών, καθώς και η δημιουργία ενός παγκόσμιου συνασπισμού για τη γρήγορη διάθεση των εμβολίων και θεραπειών σε όλες τις χώρες -και όχι μόνον τις προνομιούχες.

Παρά τις δυσκολίες στις διατλαντικές σχέσεις, οι σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ αναπτύσσονται δυναμικά. Ακόμη και εν μέσω κορωνοϊού, οι δύο χώρες εμβαθύνουν την αμυντική και ενεργειακή τους συνεργασία, ενώ προωθούν τις επενδύσεις και το εμπόριο αλλά και την τεχνολογική, εκπαιδευτική και ιατρική συνεργασία. Οι εκτιμήσεις αξιωματούχων και των δύο χωρών είναι ότι οι διμερείς σχέσεις βρίσκονται στο καλύτερο σημείο της πρόσφατης ιστορίας τους, καθώς τα στρατηγικά συμφέροντα των δύο χωρών ταυτίζονται στην ανάγκη προώθησης της σταθερότητας και της συνεργασίας στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Μία συνεργασία στην οποία αντιδρά η Τουρκία, η οποία δοκιμάζει με τις διεκδικήσεις της τα αντανακλαστικά των ΗΠΑ εν μέσω προεκλογικής περιόδου, αλλά και τα όρια της αμερικανικής επιρροής στην γείτονα.

ΗΠΑ & Ε.Ε: Εξωτερική Πολιτική και Ασφάλεια

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ως έναν βαθμό η Ευρώπη βλέπουν τη διατλαντική συνεργασία ως προϋπόθεση για τη συνεχιζόμενη επιρροή της Δύσης σε έναν κόσμο που γίνεται πολυπολικός, με νέες αναδυόμενες δυνάμεις και αυταρχικά καθεστώτα που δοκιμάζουν το status quo, επιδιώκοντας να δημιουργήσουν τις δικές τους ζώνες επιρροής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο στρατηγικός ανταγωνισμός των ΗΠΑ με την Κίνα έχει αναδειχθεί ως ένα από τα κεντρικά θέματα και των διατλαντικών σχέσεων, ενώ έχει επεκταθεί σε νέα ζητήματα κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Καθώς η Ε.Ε. επίσης αρχίζει να βλέπει με αυξημένη επιφυλακτικότητα την Κίνα, είναι χαρακτηριστικό ότι ΗΠΑ και Ε.Ε. συμφώνησαν, κατά τη συνάντηση στα μέσα Ιουνίου του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο με τον Ευρωπαίο ομόλογό του, Ύπατο Εκπρόσωπο της Ε.Ε. Ζοζέπ Μπορέλ, να ξεκινήσουν ένα διάλογο για την αναζήτηση κοινών πολιτικών έναντι της χώρας.

Πάγια προτεραιότητα των ΗΠΑ είναι να αποκλείσουν την κινεζική τεχνολογία κινητής τηλεφωνίας 5G από τις Δυτικές αγορές, καθώς θεωρούν ότι αυτή είναι ευάλωτη στον έλεγχο των κινεζικών αρχών. Συγκεκριμένα, στοχεύουν στα προϊόντα και συστήματα της Huawei, και πρόσφατα το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησε να τα αποσύρει πλήρως από τη βρετανική αγορά μέχρι το 2027. Από την πλευρά της, η Ε.Ε. συστήνει στα μέλη της μία εθελοντική λίστα τρόπων περιορισμού της Huawei από τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας τους, αλλά δέχεται πιέσεις από τις ΗΠΑ να κάνει περισσότερα.

ΗΠΑ και Ευρώπη μοιράζονται την ανησυχία για την κινεζική υπονόμευση της αυτονομίας του Χονγκ Κονγκ, αλλά δεν έχουν δείξει τα ίδια αντανακλαστικά στις αντιδράσεις τους. Σε απάντηση στην εφαρμογή ενός νόμου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καταστείλει τις αντιπολιτευόμενες φωνές, ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε ότι αίρει το καθεστώς της ελεύθερης αγοράς που διευκολύνει τις αμερικανικές επενδύσεις στο Χονγκ Κονγκ και την επιβολή κυρώσεων σε Κινέζους αξιωματούχους. Από την πλευρά της η Ε.Ε. έχει αποκλείσει μέχρι τώρα τις κυρώσεις εκτιμώντας ότι δεν λύνουν τα προβλήματα, ενώ προκρίνει περιορισμούς στις εξαγωγές ευαίσθητων τεχνολογιών ασφαλείας και διευκολύνσεις στις βίζες για τους κατοίκους της πόλης.

Κι ενώ η Ευρώπη προσπαθεί να μην παρασυρθεί σε ένα νέο ψυχρό πόλεμο με την Κίνα, σε μία ένδειξη ότι σκληραίνουν τη στάση τους σε όλα τα θέματα, οι ΗΠΑ έλαβαν για πρώτη φορά θέση στις κινεζικές διεκδικήσεις στη Νότια Κινεζική Θάλασσα, θεωρώντας ότι αυτές είναι μονομερείς, δεν είναι συμβατές με το Δίκαιο της Θάλασσας και αγνοούν τα κυριαρχικά δικαιώματα των συμμάχων τους στην περιοχή. Το 2016, η Ε.Ε. είχε εκδώσει μία πιο ήπια ανακοίνωση, ζητώντας την ειρηνική επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Οι δύο πλευρές διαφωνούν και για την αντιμετώπιση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ύστερα από την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία JCPOA που είχαν συνυπογράψει το 2015 για την άρση των κυρώσεων εναντίον της χώρας. Η Ε.Ε. εξακολουθεί να προσπαθεί για την εφαρμογή της συμφωνίας, την οποία χαρακτηρίζει "ιστορικό κατόρθωμα της πολυμερούς διπλωματίας για τον πυρηνικό αφοπλισμό παγκοσμίως", ενώ αντίθετα οι ΗΠΑ επιβάλουν σκληρές κυρώσεις στη χώρα που αγγίζουν και τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Η προτίμηση στις κυρώσεις ως εργαλείο πίεσης προβληματίζει την Ε.Ε., η οποία έχει εκφράσει τη διαφωνία της με αυτή την τακτική των ΗΠΑ για θέματα στα οποία οι δύο πλευρές διαφωνούν.

Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση της Ρωσίας, τις κυρώσεις εναντίον της οποίας για την προσάρτηση της Κριμαίας η Ε.Ε. ανανέωσε μέχρι τον Ιούλιο του 2021, καθώς κοινή είναι η ανησυχία για την επιθετικότητα της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή γειτονιά. Μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και την ουκρανική κρίση, οι ΗΠΑ έχουν εστιάσει στην αποσταθεροποιητική απειλή της Ρωσίας στην ευρύτερη περιοχή. Στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας, χαρακτηρίζουν τη Ρωσία αναθεωρητική δύναμη, ενώ ιδιαίτερα μετά την πιστοποίηση της παρέμβασής της στις αμερικανικές εκλογές του 2016 παρακολουθούν ύποπτα περιστατικά κακόβουλης επιρροής της όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη. Μάλιστα, οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ, του Καναδά και του Ηνωμένου Βασιλείου κατηγόρησαν τη Ρωσία για κυβερνο-επίθεση σε ιατρικά εργαστήρια που αναζητούν το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού. 

Η Ε.Ε. συνεργάζεται στενά με τις ΗΠΑ στα ζητήματα κυβερνο-ασφάλειας και κακόβουλης επιρροής μέσω της διασποράς fake news στα κοινωνικά δίκτυα. Διατλαντική, εξάλλου, είναι η ανησυχία για τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης της Ευρωατλαντικής πορείας των Βαλκανίων, δηλαδή την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., αλλά και για την επιρροή της ρωσικής προπαγάνδας σε χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Ωστόσο, η κοινή ανησυχία δεν μεταφράζεται συχνά σε κοινές πρωτοβουλίες αντιμετώπισής της.  

Το ΝΑΤΟ επίσης βρίσκεται στο προσκήνιο, καθώς η πολιτική και στρατιωτική συμμαχία ασφάλειας αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Ο πρόεδρος Τραμπ δοκίμασε τη αντοχή του με τον επιθετικό τρόπο με τον οποίο προσέγγισε τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, δηλώνοντας ότι αυτή δεν έχει πλέον αντικείμενο -επιταχύνοντας με αυτό τον τρόπο τις εξελίξεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάδειξη μίας Κοινής Ευρωπαϊκής Άμυνας και Ασφάλειας. Την ίδια ώρα, οι πάγιες αμερικανικές πιέσεις για αύξηση της οικονομικής συνεισφοράς στο ΝΑΤΟ ώστε όλα τα μέλη του να πληρούν το κριτήριο για αμυντικές δαπάνες 2% του ΑΕΠ κορυφώθηκαν πρόσφατα, με την απόφαση του προέδρου Τραμπ να αποσύρει 11.900 Αμερικανούς στρατιώτες από τη Γερμανία.

Το γεγονός προκάλεσε νέες αμφιβολίες στους Ευρωπαίους σχετικά με το πόσο ισχυρή είναι η δέσμευση των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ ήδη η απουσία συντονισμού του ΝΑΤΟ στην κρίση στη Συρία είχε προκαλέσει το σχόλιο του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν ότι το ΝΑΤΟ είναι «εγκεφαλικά νεκρό». Στη Συρία, η Τουρκία έχει εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ Άσαντ στέλνοντας στρατεύματα τα οποία έχουν «υποκαταστήσει» το ΝΑΤΟ. Η Τουρκία όμως έλαβε την απόφασή της μονομερώς και για το ίδιον όφελος της εξάλειψης της απειλής των Κούρδων της Συρίας, που μέχρι τότε ετύγχαναν της υποστήριξης των ΗΠΑ στη μάχη τους εναντίον των δυνάμεων του Άσαντ. Μάλιστα, η απόφαση του προέδρου Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία, όπως του ζήτησε η Τουρκία, έδωσε το περιθώριο στη Ρωσία να ανακάμψει ως ρυθμιστής του εμφυλίου, κάτι που επιχειρεί να κάνει και στη Λιβύη.

Κι ενώ η κρίση στη Συρία είχε ήδη οδηγήσει σε έξαρση της τρομοκρατίας και μία πρωτοφανή μεταναστευτική κρίση, οι προκλήσεις ασφαλείας πολλαπλασιάζονται στη Μεσόγειο λόγω του εμφυλίου στη Λιβύη. Όπως και στη Συρία, η σύγκρουση μεταξύ της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφιλίωσης και των δυνάμεων του Στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ που έχει την υποστήριξη του Λιβυκού Κοινοβουλίου εξελίσσεται σε μία περιφερειακή σύγκρουση, με την Τουρκία και τη Ρωσία να πολεμούν δι’ αντιπροσώπων και πολλές ακόμη χώρες να παίρνουν θέση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Η γενική προτροπή για μία λύση ως προϊόν διαπραγμάτευσης δεν έχει καταφέρει να φέρει τα αντιμαχόμενα μέρη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ η Ευρωατλαντική συνεργασία περιορίζεται σε μία νατοϊκή επιχείρηση για την επιβολή του εμπάργκο όπλων που έχει επιβληθεί από τον ΟΗΕ στη Λιβύη. Και αυτή όμως συναντά προβλήματα εφαρμογής, όπως υπογράμμισε η αποχώρηση της Γαλλίας από την επιχείρηση σε διαμαρτυρία για την επιθετική στόχευση της φρεγάτας της Courbet όταν αυτή επιχείρησε να ελέγξει ένα πλοίο που συνοδευόταν από τρία τουρκικά πολεμικά.

Ένα ζήτημα που άπτεται τόσο της στρατηγικής ασφάλειας όσο και των οικονομικών σχέσεων είναι η διατλαντική ενεργειακή συνεργασία, όπου ΗΠΑ και Ευρώπη φαίνεται να έχουν διαφορετικές προτεραιότητες. Από τη μία πλευρά, η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα που θέτει στόχο τη συγκράτηση της ανόδου της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου μέχρι το 2050 σηματοδότησε τη στροφή στο αμερικανικό πετρέλαιο και την ανάπτυξη υποδομών για τη διευκόλυνση των εξαγωγών αμερικανικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Παράλληλα, οι ΗΠΑ προωθούν την αξιοποίηση νέων πηγών ενέργειας για την τροφοδότηση της Ευρώπης, ώστε να μειωθεί η εξάρτησή της από τη Ρωσία. Σε αυτό το πλαίσιο αλλά και για τη σταθεροποίηση της Ανατολικής Μεσογείου, υποστηρίζουν επίσης την ενεργειακή συνεργασία των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Από την άλλη πλευρά, η Ε.Ε. θέτει στόχο να γίνει κλιματικά ουδέτερη μέχρι το 2050, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναδεικνύει την πράσινη ανάπτυξη σε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής οικονομίας ενώ το νέο Ταμείο Ανάκαμψης συνδέει τη χρηματοδότηση με τους στόχους για το κλίμα. Αν και η διαφοροποίηση των ενεργειακών της πόρων αποτελεί προτεραιότητα και για την Ευρώπη, η Γερμανία δεν ανησυχεί εξίσου για την ενεργειακή εξάρτησή της από την Ρωσία. Αυτό αποτελεί εστία εντεινόμενων εντάσεων της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας με τις ΗΠΑ, που εκφράζουν την αντίθεσή τους σε αγωγούς που αυξάνουν αντί να μειώνουν την εξάρτηση των ευρωπαϊκών χωρών από την Ρωσία, συμπεριλαμβανομένου του αγωγού NordStream2 που μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία στη Γερμανία μέσω της Βόρειας Θάλασσας. Μάλιστα, οι ΗΠΑ τροποποίησαν πρόσφατα την νομοθεσία CAATSA για την επιβολή κυρώσεων εναντίον των αντιπάλων των ΗΠΑ, ώστε να περιλάβουν σε αυτές και εταιρείες που έχουν επενδύσει στον αγωγό NordStream2 και το δεύτερο πόδι του αγωγού TurkStream, ο οποίος μεταφέρει αέριο από την Ρωσία στα Βαλκάνια μέσω της Μαύρης Θάλασσας και της Τουρκίας.  

Η Οικονομική Συνεργασία και οι Εμπορικές Προκλήσεις

Τα σημάδια του προστατευτισμού πληθαίνουν στις διατλαντικές οικονομικές σχέσεις, καθώς η αμερικανική δυσαρέσκεια με το εμπορικό έλλειμμα που διατηρούν οι ΗΠΑ με τη Γερμανία κατευθύνεται τα τελευταία χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως τον θεσμό που διευκολύνει το εμπορικό πλεονέκτημα της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας. Ως αποτέλεσμα, οι πολύ χαμηλοί δασμοί πάνω στους οποίους άνθισε το διατλαντικό εμπόριο έχουν αρχίσει να θυσιάζονται στο βωμό ενός εμπορικού πολέμου.

Ο πρόεδρος Τραμπ επέβαλε πρώτος δασμούς στον χάλυβα επικαλούμενος λόγους εθνικής ασφάλειας, στους οποίους η Ε.Ε. απάντησε με σχετική μετριοπάθεια. Ακολούθησε μία εμπορική διένεξη για τις επιδοτήσεις στην Airbus, με τις ΗΠΑ να επιβάλουν νέους δασμούς σε προϊόντα αξίας 11,2 δισ. δολαρίων, που εκτός από τα προϊόντα της Airbus περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ευρωπαϊκά τυριά και κρασιά. Η Ε.Ε. απάντησε με δασμούς όχι μόνο στα προϊόντα του χάλυβα αλλά και σε εμβληματικά αμερικανικά προϊόντα όπως οι μοτοσικλέτες Harley Davidson, τα μπλου τζην και το μπέρμπον. Υπό την απειλή όμως δασμών στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία και ευρωπαϊκών αντιποίνων σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 300 δισ. δολαρίων, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ξεκινήσουν εμπορικές διαπραγματεύσεις για να αποφύγουν τα χειρότερα.

Όχι όμως προτού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιήσει ότι η απειλή των δασμών "βλάπτει τις διατλαντικές σχέσεις και αποπροσανατολίζει την προσοχή από τις προκλήσεις που απειλούν το βασισμένο στις αγορές, δυτικό οικονομικό μοντέλο" -σε μία έμμεση αναφορά στην Κίνα. Την ίδια ώρα, όμως, και στην Ευρώπη διαμορφώνεται μία βιομηχανική πολιτική για την υποστήριξη της ευρωπαϊκής παραγωγής σε στρατηγικούς τομείς και την προστασία κρίσιμων επιχειρήσεων από ξένες εξαγορές ή τη μεταφορά της τεχνολογίας τους στο εξωτερικό. Όπως και οι ΗΠΑ, εξάλλου, η Ε.Ε. μιλά πλέον για την ανάγκη προστασίας από τις "άδικες" εμπορικές πρακτικές άλλων χωρών. Η οικονομική κρίση που προκάλεσε ο κορωνοϊός έχει ενισχύσει λοιπόν τις τάσεις προστατευτισμού και στην Ευρώπη, χαλαρώνοντας για παράδειγμα τα κριτήρια για την χορήγηση κρατικών ενισχύσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα ζήτημα που παραμένει στην επικαιρότητα είναι οι δικαστικές μάχες αμερικανικών επιχειρήσεων με τις αρχές ανταγωνισμού της Ε.Ε., οι οποίες προσπαθούν να περιορίσουν την κυρίαρχη θέση των αμερικανικών γιγάντων της υψηλής τεχνολογίας. Η Apple μπορεί να κέρδισε πρόσφατα την προσφυγή εναντίον της Επιτροπής για την επιβολή φόρων 13 δισ. ευρώ για τις δραστηριότητές της στην Ιρλανδία, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δικαστικές υποθέσεις υψηλού συμβολισμού και αξίας που της ζητούν να αλλάξουν τις πρακτικές της ώστε να διευκολύνει τον ανταγωνισμό στην Ευρώπη –μάχη που είχε χάσει νωρίτερα η Google, η οποία όμως εξακολουθεί να ελέγχει την αγορά αναζήτησης παρά τον εξαναγκασμό της σε παραχωρήσεις υπέρ του ανταγωνισμού. Μία ξεχωριστή μάχη είναι εκείνη για την ασφαλή διατλαντική μεταφορά δεδομένων, με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να απορρίπτει τη μέθοδο Privacy Shield, την οποία χρησιμοποιεί το Facebook και πολλές ακόμη αμερικανικές εταιρείες για τη μεταφορά εμπορικών δεδομένων στις ΗΠΑ, ως ευάλωτη στην αμερικανική παρακολούθηση.  

Ο Παράγων Κορωνοϊός: Πώς Επηρεάζει η Πανδημία τις Σχέσεις

Οι δυσκολίες της διατλαντικής συνεργασίας στη διαχείριση της πανδημίας έγιναν σαφείς από την πρώτη ημέρα, καθώς η διάδοση του κορωνοϊού ανέδειξε τη διπλή πρόκληση αντιμετώπισης μίας κρίσης δημόσιας υγείας και των οικονομικών συνεπειών της σε κάθε χώρα. Η αρχική μάχη για την εξασφάλιση μέσων ατομικής προστασίας προκάλεσε διαγκωνισμό χωρών για την προμήθειά τους, και οδήγησε σε πρακτικές τις οποίες Γερμανός αξιωματούχος χαρακτήρισε «σύγχρονη πειρατεία».  

Οι ΗΠΑ επιστράτευσαν αμερικανικές εταιρείες αξιοποιώντας μία νομοθεσία αμυντικής παραγωγής από τον πόλεμο της Κορέας για την παραγωγή αναπνευστήρων και μασκών και απαγόρευσαν την εξαγωγή ιατρικών προμηθειών. Από την πλευρά της, μετά την αρχική εικόνα κατάρρευσης του συντονισμού εντός της Ε.Ε., η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημιούργησε ένα στρατηγικό απόθεμα μέσων ατομικής προστασίας και αναπνευστήρων ενώ έθεσε σε λειτουργία ένα κοινό σύστημα προμηθειών. Παράλληλα, εξέδωσε οδηγίες για την προστασία κρίσιμων επιχειρήσεων και τεχνολογίας για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού από ξένες εξαγορές.

Την ίδια στιγμή, εκστρατείες παραπληροφόρησης άγνωστης προέλευσης παρουσίαζαν την εικόνα μίας προβληματικής αντιμετώπισης της πανδημίας στη Δύση, ενώ αυταρχικά καθεστώτα αξιοποίησαν την ευκαιρία για να προωθήσουν το αφήγημα ότι ήταν πιο αποτελεσματικές στη διαχείριση της πανδημίας. Η Κίνα έθεσε επίσης σε εφαρμογή την «διπλωματία της μάσκας», όπως ονομάστηκε η προσφορά ιατροφαρμακευτικού εξοπλισμού στο εξωτερικό, κάτι που γύρισε μπούμερανγκ όταν αποκαλύφθηκε ότι κάποια από τα φορτία ήταν επί πληρωμή και όχι δωρεάν.

Σε απάντηση, και καθώς η επιδημία εξαπλωνόταν στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος Τραμπ άρχισε να κατηγορεί την Κίνα για τον κορωνοϊό, αποκαλώντας τον "κινέζικο ιό" και επικρίνοντας τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για την αρχική του αντίδραση, όταν εκτίμησε ότι δεν χρειάζεται κλείσιμο των συνόρων –κάτι που πάντως έσπευσε να κάνει εκείνος στις αρχές Φεβρουαρίου, απαγορεύοντας την είσοδο των ξένων υπηκόων που έρχονταν από την Κίνα. Λίγο αργότερα, στα μέσα Μαρτίου, επέκτεινε την απαγόρευση στους ξένους υπηκόους που προέρχονταν από τη Ζώνη του Σένγκεν (εξαιρώντας επιδεικτικά τη Βρετανία και την Ιρλανδία αλλά μόλις για μία ημέρα, καθώς η επιδείνωση των επιδημιολογικών στοιχείων τον ανάγκασε να κλείσει την πρόσβαση στις ΗΠΑ και από αυτές τις χώρες).

Οι περιορισμοί στις υπερατλαντικές μετακινήσεις που επέβαλε ο κορωνοϊός έχουν πλήξει τις οικονομίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με κλάδους όπως ο τουρισμός και οι μεταφορές να δέχονται το μεγαλύτερο πλήγμα. Κι ενώ το εμπόριο συνεχίζεται, οι δύο πλευρές προώθησαν μέτρα για την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας των εφοδιαστικών αλυσίδων τους, ώστε να εξασφαλίσουν τα μέσα ατομικής προστασίας και τα υπό ανάπτυξη φάρμακα και εμβόλια. Αν και ο αρχικός φόβος ήταν η μεγάλη τους εξάρτηση από την Κίνα, υπάρχει ο κίνδυνος ο στόχος της αυτονομίας να επεκταθεί και σε άλλους κλάδους, απειλώντας την πλέον ενοποιημένη οικονομική σχέση στον κόσμο, όπου το ένα τρίτο των εμπορικών συναλλαγών είναι ενδο-εταιρικές.

Καθώς τα κρούσματα στις ΗΠΑ σημείωναν νέα ημερήσια ρεκόρ, ο πρόεδρος Τραμπ έσπευσε να εξασφαλίσει όλη την παραγωγή του φαρμάκου Remdesivir της αμερικανικής εταιρείας Gilead για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Την ίδια στιγμή, πάντως, η διατλαντική επιστημονική συνεργασία συνεχίζεται, με στόχο να αναπτυχθούν το συντομότερο δυνατόν αποτελεσματικά φάρμακα και εμβόλια εναντίον του ιού. Για να αποφύγουν τα παρατράγουδα, εταιρείες με παρουσία και στις δύο αγορές όπως η αμερικανική Pfizer ήδη σχεδιάζουν διαφορετικές γραμμές παραγωγής του εμβολίου τους, μία για την Ευρώπη και μία για τις ΗΠΑ.

Η διατήρηση όμως ενός ανοιχτού συστήματος εμπορίου και η διαφύλαξη των ενοποιημένων εφοδιαστικών αλυσίδων θεωρούνται απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διαφύλαξη του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος τόσο της αμερικανικής όσο και της ευρωπαϊκής οικονομίας, ενώ ο συντονισμός τους στις πολιτικές της ανάκαμψης είναι κρίσιμος για την ταχύτερη και ισχυρότερη ανάκαμψη και της δικής τους, αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας

Αμερικανική Στρατηγική και Προεδρικές Εκλογές

Παρά τις εξάρσεις της ρητορικής του, αρκετές από τις πολιτικές του προέδρου Τραμπ αποτελούν βασικές κατευθύνσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και δεν αναμένεται να αλλάξουν σε περίπτωση αλλαγής πολιτικής ηγεσίας στον Λευκό Οίκο. Συγκεκριμένα, η πίεση στους Ευρωπαίους για μεγαλύτερη οικονομική συνεισφορά στο ΝΑΤΟ, αλλά και για μεγαλύτερο επιχειρησιακό ρόλο και ευθύνη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ήταν εμφανής και κατά την προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα. Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση της κινεζικής και ρωσικής επιθετικότητας βρίσκεται στην κορυφή της Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, και αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει (ακόμη και αν ένας επόμενος πρόεδρος δεν δώσει την ίδια έμφαση με τον πρόεδρο Τραμπ στην πολιτική των κυρώσεων).

Παρά τις τάσεις προστατευτισμού εντός του Δημοκρατικού κόμματος, η μάχη των δασμών αναμένεται να υποχωρήσει. Αντ’ αυτής, ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για την προεδρία Τζο Μπάιντεν έχει ανακοινώσει ένα πρόγραμμα για την προώθηση της αγοράς αμερικανικών προϊόντων, για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία και για τη στήριξη των εργαζομένων με στόχο να τονώσει την αμερικανική οικονομία.

Στο προεκλογικό του πρόγραμμα, ο Τζο Μπάιντεν υπόσχεται ότι θα προχωρήσει σε διαβούλευση με τους Ευρωπαίους συμμάχους, με κοινές πρωτοβουλίες αξιολόγησης και διαχείρισης των παγκόσμιων απειλών. Με βάση τις δηλώσεις του, αναμένεται μία ευρύτερη προσπάθεια να επουλωθεί το ψυχολογικό ρήγμα που έχει δημιουργηθεί με χώρες όπως η Γερμανία, η οποία έχει την ηγεσία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αυτό το εξάμηνο. Ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας στον Λευκό Οίκο αναμένεται να σηματοδοτήσει επίσης την επιστροφή των ΗΠΑ στην πολυμερή διπλωματία, και συγκεκριμένα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα και την συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, μεταξύ άλλων.

Ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ομπάμα, ο Μπάιντεν είχε ηγηθεί των αμερικανικών προσπαθειών για την επίλυση του Κυπριακού. Με δεδομένη τη στενή σχέση του με την ελληνοαμερικανική κοινότητα, μία εκλογή του ενδεχομένως να επαναφέρει το θέμα στην ατζέντα της αμερικανικής διπλωματίας, αλλά και να εντείνει την πίεση του Λευκού Οίκου προς την Τουρκία για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών με την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αναμένεται να συνεχίσει την αμερικανική διπλωματική στην προσπάθεια συγκράτησης της Τουρκίας στη Δύση, κάτι που αναλόγως με την ανταπόκριση της γείτονος πιθανώς να δοκιμάσει την Ευρωατλαντική συνοχή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ελληνοαμερικανικές Σχέσεις: Από τα Λόγια στην Πράξη

Στις διμερείς σχέσεις των ΗΠΑ με την Ελλάδα, η ατζέντα έχει διευρυνθεί και εμβαθύνει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Έλληνες και Αμερικανοί αξιωματούχοι σημειώνουν ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται στο καλύτερο σημείο της πρόσφατης ιστορίας τους, καθώς η υποστήριξη των ΗΠΑ κατά την ελληνική κρίση χρέους αξιολογήθηκε θετικά από την κοινή γνώμη και το πολιτικό σύστημα. Παράλληλα, τα συμφέροντα των δύο χωρών έχουν συγκλίνει, με αιχμή την ευρωπαϊκή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων και την ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι ΗΠΑ προωθούν τον σταθεροποιητικό ρόλο της Ελλάδας στην περιοχή στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ αλλά επίσης χτίζουν συνεργασίες εκτός αυτού, όπως με το Ισραήλ και την Κύπρο αλλά και την Αίγυπτο, ώστε να αποτρέψουν την επιρροή ανταγωνιστικών δυνάμεων στην περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στον Λευκό Οίκο στις αρχές του 2020, η αμερικανική ατζέντα της συζήτησης περιλάμβανε "τρόπους για την προώθηση των κοινών στρατηγικών συμφερόντων για την προώθηση της σταθερότητας, ευμάρειας και συνεργασίας σε όλα τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο". 

Έλληνες και Αμερικανοί αξιωματούχοι σημειώνουν ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται στο καλύτερο σημείο της πρόσφατης ιστορίας τους, καθώς η υποστήριξη των ΗΠΑ κατά την ελληνική κρίση χρέους αξιολογήθηκε θετικά από την κοινή γνώμη και το πολιτικό σύστημα.

Αλλά και στα ευρύτερα ζητήματα των διατλαντικών σχέσεων όπως η στάση έναντι της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν, οι Αμερικανοί βλέπουν την Ελλάδα να ταυτίζεται μαζί τους. Όπως το έθεσε ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα το περασμένο φθινόπωρο, "αρχίζετε να βλέπετε τον κόσμο όπως κι εμείς[...]Διασφαλίσατε τη Συμφωνία των Πρεσπών. Είναι ένα βήμα για τη σταθερότητα των Βαλκανίων. Διατηρήσατε τις κυρώσεις στη Ρωσία για την εισβολή της στην Κριμαία και την ανατολική Ουκρανία. Αρνηθήκατε σε ένα ιρανικό πλοίο γεμάτο πετρέλαιο για το καθεστώς του Άσαντ να πιάσει σε ελληνικό λιμάνι. Και εξετάζετε καλά τους κινδύνους αν επιτραπεί στην Κίνα να κατασκευάσει τα ευαίσθητα δίκτυα κινητής τεχνολογίας 5G. Έχετε λάβει καλές αποφάσεις".

Για την Ελλάδα βέβαια ο άμεσος κίνδυνος είναι η επεκτατικότητα της Τουρκίας, και σε αυτό το πεδίο η αμερικανική διπλωματία τους τελευταίους μήνες έχει διαφοροποιηθεί από τις παραδοσιακά προσεκτικές θέσεις των ίσων αποστάσεων στις διαφορές με την γείτονα. Παράλληλα, έχει συμβάλει στη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία, κάτι που επιδιώκει και η ελληνική κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση, οι διπλωμάτες τονίζουν ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις αναπτύσσονται δυναμικά και ανεξάρτητα από τρίτους παράγοντες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά τα εμπόδια και τις εντάσεις στις διατλαντικές σχέσεις λόγω του κορωνοϊού, η διμερής ατζέντα επεκτείνεται και περιλαμβάνει όχι μόνο τα στρατηγικής σημασίας ζητήματα της αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας αλλά επίσης την εμπορική, τεχνολογική και ιατρική συνεργασία.

Η Απρόβλεπτη Τουρκία και τα Όρια της Αμερικανικής Διπλωματίας

Ο κίνδυνος ενός ελληνοτουρκικού θερμού επεισοδίου και ο ρόλος των ΗΠΑ στην αποτροπή του έχει καταλάβει μεγαλύτερο χώρο τους τελευταίους μήνες στις διμερείς σχέσεις.

Μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2020, οι ΗΠΑ ενέτειναν τις διπλωματικές προσπάθειες ώστε να μειώσουν την ένταση στις σχέσεις Ελλάδος και Τουρκίας. Οι προσπάθειες αυτές δεν είχαν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, καθώς δεν απέτρεψαν την Τουρκία από το να προβάλει με μονομερή και προκλητικό τρόπο τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο. Όσο όμως η Τουρκία αγνοούσε τις συστάσεις των ΗΠΑ να αποφύγει την όξυνση της έντασης, τόσο οι ΗΠΑ εξέφραζαν πιο ξεκάθαρες θέσεις, οι οποίες αντιτίθενται στις επιλογές της Άγκυρας: Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ χαρακτήρισε αντιπαραγωγικό και προκλητικό το μνημόνιο οριοθέτησης των θαλασσίων ορίων μεταξύ Τουρκίας και της Λιβύης, καθώς παρακάμπτει τα συμφέροντα της Ελλάδας και της Αιγύπτου. Αλλά προχώρησε και πέρα από αυτό, σημειώνοντας ότι "αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παίρνουν γενικά θέση στις διαφορές θαλασσίων ορίων άλλων χωρών, οι θαλάσσιες διεκδικήσεις της Τουρκίας διαφέρουν από τη δική μας νομική ανάλυση αλλά και το Δίκαιο της Θάλασσας". Εκτιμώντας ότι ένα μνημόνιο δεν μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τρίτων χωρών όπως η Ελλάδα, οι Αμερικανοί διπλωμάτες θεωρούν ότι τα ελληνικά νησιά έχουν ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα όπως και η ξηρά. Ομοίως, έχουν καταδικάσει τις έρευνες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ.

Καθώς οι τελευταίες επεκτάθηκαν στις 10 Αυγούστου στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ κάλεσε την Τουρκία να σταματήσει τις έρευνες για φυσικούς πόρους και τα σχέδια "σε περιοχές όπου η Ελλάδα και η Κύπρος διεκδικούν δικαιοδοσία". Οι εκκλήσεις όμως έπεσαν στο κενό και η στρατιωτική ένταση που προκλήθηκε οδήγησε τελικά στην παρέμβαση του Λευκού Οίκου, με τον πρόεδρο Τραμπ να τηλεφωνεί δύο εβδομάδες αργότερα στους ηγέτες Ελλάδας και Τουρκίας και να ζητά τη διπλωματική διευθέτηση των διαφορών τους. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν επίσης τη γερμανική πρωτοβουλία για επιστροφή στον διάλογο, ενώ η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Κύπρο στις 13 Σεπτεμβρίου συνέπεσε με την επιστροφή του ερευνητικού σκάφους της Τουρκίας Ορούτς Ρέις στο λιμάνι της Αττάλειας «για εργασίες συντήρησης» – όχι όμως και του ερευνητικού σκάφους Γιαβούζ που συνέχιζε τις έρευνες στην Κυπριακή ΑΟΖ. Το ερώτημα είναι πόση προσοχή θα δώσει ακόμη στην αποτροπή μίας σύγκρουσης στην Ανατολική Μεσόγειο ο πρόεδρος Τραμπ, αλλά και πόση επιρροή έχει η αμερικανική διπλωματία στη γείτονα.

Οι ΗΠΑ συμμερίζονται την έμφαση της Ελλάδας στην ανάγκη ελέγχου των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών αλλά και του σεβασμού των θρησκευτικών ελευθεριών. Σχολιάζοντας την προώθηση μεταναστών στον Έβρο στις αρχές του έτους, η οποία είχε τέτοια υποστήριξη από την Τουρκία που η Ελλάδα τη χαρακτήρισε υβριδική επίθεση, ο υφυπουργός Εξωτερικών Μάθιου Πάλμερ δήλωσε από την Αλεξανδρούπολη ότι οι ΗΠΑ υποστηρίζουν το δικαίωμα της Ελλάδας να υπερασπιστεί τα σύνορά της στον Έβρο και το Αιγαίο, εξαίροντας τον επαγγελματισμό των ελληνικών δυνάμεων ασφαλείας. Όσο για την απόφαση μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ εξέδωσε μία ανακοίνωση ζητώντας να διασφαλιστεί η ελεύθερη πρόσβαση για όλους. Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν τόνισε επίσης ότι η Αγία Σοφία πρέπει να επανέλθει στη χρήση της ως μουσείο, ωστόσο ούτε η κυβέρνηση Τραμπ ούτε οι Δημοκρατικοί έχουν απειλήσει την Τουρκία με κυρώσεις για το θέμα.

Αμυντική και Ενεργειακή Συνεργασία

Χαρακτηριστική της σημασίας που δίνουν οι ΗΠΑ στην αμυντική συνεργασία είναι η επικείμενη επίσκεψη του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάικ Πομπέο στη Θεσσαλονίκη και τη βάση της Σούδας, με την οποία αναμένεται να τονίσει την αξία της στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών. Αυτή η συνεργασία απέκτησε και συμβολική αξία για την Ελλάδα το καλοκαίρι του 2020, όταν το αεροπλανοφόρο USS Eisenhower πραγματοποίησε κοινές ασκήσεις με την ελληνική αεροπορία έξω από την Κρήτη λίγο μετά τις τουρκικές στρατιωτικές ασκήσεις σε περιοχή που περιλαμβάνεται στο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο.

Η επικαιροποίηση της Αμοιβαίας Συμφωνίας Συνεργασίας για την Άμυνα τον Οκτώβριο του 2019, στο πλαίσιο του Στρατηγικού Διαλόγου, έχει επεκτείνει και εμβαθύνει το πλαίσιο της διμερούς συνεργασίας, επιτρέποντας αμερικανικές επενδύσεις σε κρίσιμες ελληνικές υποδομές που διευκολύνουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Παράλληλα, με την επέκταση της παρουσίας των αμερικανικών δυνάμεων στην Ελλάδα έχει αναβαθμιστεί η στρατηγική σημασία της Ελλάδας για τις ΗΠΑ: Πέρα από την παραχώρηση της Σούδας στην Κρήτη, τα αμερικανικά στρατεύματα χρησιμοποιούν πλέον και τη βάση της Λάρισας, όπου εδρεύουν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ9, το Στεφανοβίκειο ως βάση αμερικανικών ελικοπτέρων και το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης για μεγάλες νατοϊκές ασκήσεις και τη μετακίνηση των στρατευμάτων τους.

Εκτός από τον πολλαπλασιασμό των κοινών ασκήσεων, διμερών και πολυμερών, οι οποίες στέλνουν το μήνυμα της δέσμευσης των δύο χωρών στην ενίσχυση της ασφάλειας στην περιοχή, μία σειρά από επιχειρηματικής συμφωνίες με αμερικανικές εταιρείες στοχεύει στην αναβάθμιση του αξιόμαχου των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Μεταξύ τους, η συμφωνία με την Lockheed Martin για την αναβάθμιση των ελληνικών F-16 (και το ενδιαφέρον για μελλοντική συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα των F-35) αλλά και για τα Αεροσκάφη Ναυτικής Συνεργασίας P-3B Orion, η απόκτηση των ελικοπτέρων Aegean Ηawk (Seahawk), οι νέοι κινητήρες της Honeywell για τα ελικόπτερα Chinook και η υποστήριξη της αγοράς MQ9 από τη General Atomics.

Στον τομέα της ενέργειας, ΗΠΑ και Ελλάδα συνεργάζονται με στόχο να διαφοροποιήσουν τις ενεργειακές πηγές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στο πλαίσιο του οποίου προωθούν την ενεργειακή διασύνδεση της χώρας με τα Δυτικά Βαλκάνια. Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν επίσης τη συνεργασία της Ελλάδας με τους εταίρους της στην Ανατολική Μεσόγειο με στόχο την ανάπτυξη των ενεργειακών πόρων τους και την προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας σε συνεργασία με το Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο.

Το αμερικανικό ενδιαφέρον ενισχύει η χρηματοδοτική υποστήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης μέσω του International Development Finance Corporation (DFC) σε επενδύσεις στον ελληνικό ενεργειακό κλάδο που προωθούν τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Το DFC ήδη υποστηρίζει την προσφορά της εταιρείας ONEX για τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, ενώ ενδιαφέρεται επίσης για επενδύσεις όπως ο αγωγός διασύνδεσης Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας και ο εκσυγχρονισμός των λιμένων Αλεξανδρούπολης και Καβάλας.

Η αναβάθμιση των ναυπηγείων εκτιμάται ότι θα υποστηρίξει την ανάδειξη ενός κέντρου υποστήριξης του υγροποιημένου αερίου LNG, κάτι που αποτελεί προτεραιότητα για τις ΗΠΑ ώστε να τροφοδοτήσουν την Ελλάδα και τα Δυτικά Βαλκάνια με το δικό τους αέριο, παράλληλα με εκείνο από τη Δυτική Αφρική και μελλοντικά από την Ανατολική Μεσόγειο, συμβάλλοντας στην ενεργειακή ανεξαρτησία της περιοχής. Και βέβαια στον τομέα των εξορύξεων, έχει ήδη κατοχυρωθεί η συμμετοχή της ExxonMobil σε συνεργασία με την Total και τα ΕΛΠΕ στις έρευνες υδρογονανθράκων σε δύο οικόπεδα δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης.

Εντός της χώρας, οι ΗΠΑ υποστηρίζουν έργα για την ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό hub όπως ο αγωγός TAP, η κατασκευή του αγωγού διασύνδεσης Ελλάδας - Βουλγαρίας IGB, ο πλωτός τερματικός σταθμός FSRU της Αλεξανδρούπολης και η υπόγεια αποθήκη της Καβάλας. Την ίδια στιγμή, οι Αμερικανοί στηρίζουν επίσης την επιλογή του αγωγού EastMed που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από το Ισραήλ, μέσω της Κύπρου και της Ελλάδας, στην Ιταλία. Πρόκειται για ένα έργο που εκτιμούν ότι θα συμβάλει στην περιφερειακή και ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, εφόσον αποδειχθεί βιώσιμο. (Αντιθέτως, απειλούν πλέον με κυρώσεις τις εταιρίες που συμμετέχουν στην κατασκευή του δεύτερου σκέλους του TurkStream, αγωγού που θεωρούν ότι θα αυξήσει την εξάρτηση της ΝΑ Ευρώπης από τη Ρωσία και τις κακόβουλες πρακτικές της). 

Επενδύσεις και Συνεργασία στον Καιρό της Πανδημίας

Η Διεθνής Έκθεση της Θεσσαλονίκης του 2018, όπου οι ΗΠΑ ήταν τιμώμενη χώρα, ήταν σταθμός για την επιστροφή του αμερικανικού επιχειρηματικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα. Ύστερα από χρόνια υποεκπροσώπησης των αμερικανικών εταιρειών στον τομέα των άμεσων ξένων επενδύσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης, άρχισαν να ανακοινώνονται σημαντικές συμφωνίες και συνεργασίες ακόμη και σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας όπως η νέα τεχνολογία και η έρευνα.

Έτσι, η φαρμακευτική Pfizer προχωρά στη δημιουργία ενός Παγκόσμιου Κέντρου Ψηφιακής Τεχνολογίας της εταιρείας στη Θεσσαλονίκη, ενώ η εταιρεία πληροφορικής Cisco επίσης επενδύει σε ένα κέντρο τεχνολογίας στην πόλη. Παράλληλα, πρόσφατα η Microsoft εξαγόρασε την SoftoMotive στην Αθήνα, ενώ στην Πάτρα η ελληνική εταιρεία Think Silicon εξαγοράστηκε από την Applied Materials. Εκτός από την υψηλή τεχνολογία και την ενέργεια, οι αμερικανικές επενδύσεις έχουν πολλαπλασιαστεί επίσης στον τουρισμό και τα ακίνητα. Το ενδιαφέρον παραμένει και την τελευταία δύσκολη περίοδο των περιορισμών του κορωνοϊού, καθώς η αμερικανική Mohegan δηλώνει έτοιμη να ξεκινήσει την επένδυσή της στο καζίνο του Ελληνικού εφόσον αναδειχθεί σε προτιμώμενη εταιρεία.

Ύστερα από χρόνια υποεκπροσώπησης των αμερικανικών εταιρειών στον τομέα των άμεσων ξένων επενδύσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης, άρχισαν να ανακοινώνονται σημαντικές συμφωνίες και συνεργασίες ακόμη και σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας όπως η νέα τεχνολογία και η έρευνα.

Οι εξαιρετικές διμερείς σχέσεις έχουν συμβάλει στο να ενισχυθεί η συνεργασία εν μέσω πανδημίας και στον τομέα της ιατρικής τεχνολογίας, παρά τον αρχικό ανταγωνισμό μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ για την προμήθεια μέσων ατομικής προστασίας και των πρώτων αποτελεσματικών φαρμάκων κατά του κορωνοϊού. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες που συμμετείχε στην κλινική δοκιμή του φαρμάκου Remdesivir της αμερικανικής εταιρείας Gilead Services για τη θεραπεία του κορωνοϊού. 

Η διμερής συνεργασία ενισχύθηκε και στον τομέα της πληροφορικής τεχνολογίας, καθώς σημαντικός ήταν ο ρόλος Αμερικανικών εταιρειών, την τεχνολογία των οποίων αξιοποίησε η ελληνική κυβέρνηση για τη διαχείριση και τον έλεγχο της πανδημίας. Συγκεκριμένα, οι εταιρείες Cisco, Google και Microsoft συνέδραμαν την ελληνική κυβέρνηση στο να επεκτείνει τις ψηφιακές υπηρεσίες για τους πολίτες, να διευκολύνει την εξ αποστάσεως σχολική εκπαίδευση και να χτίσει ένα κέντρο πληροφοριών που αποτελεί κλειδί για την αντιμετώπιση της πανδημίας από την κυβέρνηση.

Αλλά και σε συμβολικό επίπεδο, εταιρείες που συνήθως προσφέρουν δωρεές για τη δεξίωση της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας εφέτος χορήγησαν ανθρωπιστική βοήθεια, ενώ ελληνοαμερικανικές οργανώσεις όπως το The Hellenic Initiative έχουν προσαρμόσει το φιλανθρωπικό  έργο τους στην Ελλάδα στις ανάγκες της πανδημίας.


Κατερίνα Σώκου είναι Non-resident Senior Fellow στο Atlantic Council.