διαβάστε ακόμα

"Πράσινη" Και Κυκλική Οικονομία
Πώς διαχειρίζεται το ελληνικό κράτος τα υγρά απόβλητα από τις πόλεις, τους οικισμούς και τις ιδιωτικές εγκαταστάσεις; Τι γίνεται επιτυχημένα στη χώρα και ποιες αδυναμίες έχουν οδηγήσει στην επιβολή προστίμων από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Πώς θα μπορούσαμε μέσω μιας νέας, πιο «κυκλικής» προσέγγισης να αμβλύνουμε το επιδεινούμενο πρόβλημα της λειψυδρίας και να μειώσουμε το κόστος παραγωγής στη γεωργία και τη βιομηχανία; Η νέα έρευνα της διαΝΕΟσις, η οποία υπογράφεται από οκταμελή ομάδα συγγραφέων με συντονιστή τον καθηγητή και κάτοχο έδρας Unesco για την Πράσινη Καινοτομία και Κυκλική Οικονομία στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Κωνσταντίνο Αραβώση, χαρτογραφεί αναλυτικά τη σημερινή κατάσταση της διαχείρισης των υγρών αποβλήτων στη χώρα και καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής.
Η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση τις τελευταίες δεκαετίες και, σε έναν βασικό δείκτη, εμφανίζει πλέον πολύ καλή εικόνα: Σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού είναι συνδεδεμένο σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων. Παρά τη σημαντική πρόοδο, όμως, η χώρα έχει βρεθεί επανειλημμένα αντιμέτωπη με ευρωπαϊκές κυρώσεις λόγω καθυστερήσεων ή μη συμμόρφωσης στην ανάπτυξη και τη λειτουργία των σχετικών υποδομών. Επιπλέον, εκκρεμεί η ανάπτυξη αποτελεσματικών λύσεων, κυρίως για μικρότερους οικισμούς με λιγότερους από 2.000 κατοίκους.
Καθώς το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και της ενεργειακής μετάβασης γίνεται πιο επιτακτικό, η αποδοτική διαχείριση και επαναχρησιμοποίηση των υγρών αποβλήτων, μαζί με τη διαχείριση ενός κρίσιμου παραπροϊόντος τους, της ιλύος, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τη μετάβαση στην κυκλική οικονομία, ειδικά σε μια περίοδο αυξανόμενης λειψυδρίας και έντονων πιέσεων στη γεωργία και τον τουρισμό. Ωστόσο, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, μαζί και η Ελλάδα, αξιοποιούν ακόμη σε πολύ μικρό βαθμό αυτήν τη δυνατότητα να εξοικονομήσουν κρίσιμους πόρους.
Υγρά απόβλητα και ιλύς
Διαβάστε ολόκληρη την έρευνα (PDF)
Υγρά απόβλητα είναι τα υγρά που έχουν ρυπανθεί από ανθρώπινες δραστηριότητες και δεν μπορούν να επιστρέψουν στη φύση χωρίς κατάλληλη επεξεργασία. Για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος απαιτείται σωστή διαχείριση, ανάλογα με το μέγεθος και τις ανάγκες κάθε περιοχής που παράγει τέτοιου είδους απόβλητα. Η Ευρωπαϊκή Οδηγία 91/271/ΕΟΚ, η οποία θέτει τις βασικές παραμέτρους της διαχείρισης των υγρών αποβλήτων για τις χώρες-μέλη, διακρίνει τις σχετικές ροές σε κάποιες κατηγορίες. Μία βασική κατηγορία είναι τα αστικά λύματα, δηλαδή τα απόβλητα που προέρχονται από τουαλέτες, λουτρά, κουζίνες, πλυντήρια και γενικά από διαδικασίες καθαριότητας σε σπίτια, γραφεία, καταστήματα, εστιατόρια, ξενοδοχεία και δημόσιες υπηρεσίες. Υπάρχουν, επίσης, τα εισρέοντα και αποστραγγιζόμενα λύματα: νερά εξωτερικής προέλευσης που μπαίνουν στο αποχετευτικό δίκτυο από διαρροές, ρωγμές ή ανοίγματα. Συχνά είναι όμβρια ύδατα (νερά βροχής ή χιονιού) που εισέρχονται από φρεάτια ή υδρορροές. Άλλη κατηγορία είναι τα βιομηχανικά λύματα, δηλαδή υγρά απόβλητα από βιομηχανικές δραστηριότητες, που μπορεί να περιέχουν υπολείμματα πρώτων υλών. Τέλος, τα γεωργικά υγρά απόβλητα παράγονται από γεωργικές εργασίες και κτηνοτροφία.
Πέρα από τα ίδια τα πρωτογενή απόβλητα, αξίζει να σταθούμε και σε ένα βασικό παραπροϊόν τους: την ιλύ. Η ιλύς είναι το στερεό υπόλειμμα που προκύπτει κατά την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων σε μια Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων. Συνήθως η ιλύς δεν είναι απολύτως ξηρή, αλλά βρίσκεται σε ρευστή ή ημίρρευστη μορφή και περιέχει περίπου 0,25% έως 12% στερεά κατά βάρος. Μπορεί να περιέχει ωφέλιμα συστατικά, όπως νιτρικά, φωσφορικά, ιχνοστοιχεία και υψηλό οργανικό φορτίο, αλλά είναι πιθανό να περιέχει και βλαβερές ουσίες, όπως βαρέα μέταλλα, τοξικές οργανικές ενώσεις και παθογόνους μικροοργανισμούς. Γι’ αυτό η ορθή περιβαλλοντική διαχείρισή της είναι κρίσιμη. Αντιθέτως, μια κακή διαχείριση μπορεί να αναιρέσει τα οφέλη της επεξεργασίας των λυμάτων ή και να προκαλέσει δευτερογενή ρύπανση. Παράλληλα, η ιλύς μπορεί, έπειτα από κατάλληλη επεξεργασία και έλεγχο, να αξιοποιηθεί ξανά σε γεωργικές ή άλλες χρήσεις.

Τα οφέλη της κυκλικής οικονομίας
Διαβάστε μια συνοπτική καταγραφή των βασικών σημείων της έρευνας (DOC)
Η αποδοτική διαχείριση των υγρών αποβλήτων και της ιλύος δεν είναι μόνο αναγκαιότητα, αλλά αποτελεί και ευκαιρία. Πέρα από τη μείωση της ρύπανσης μπορεί να δημιουργήσει επιπλέον οφέλη. Η δευτεροβάθμια επεξεργασία, κατά την οποία αφαιρούνται ανεπιθύμητες ουσίες, θρεπτικές ουσίες και βαρέα μέταλλα, απομακρύνει περισσότερο από το 90% των αιωρούμενων στερεών και των οργανικών ρύπων από τα απόβλητα. Είναι απαραίτητη για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, και η Ευρωπαϊκή Οδηγία 91/271/ΕΟΚ προβλέπει τουλάχιστον δευτεροβάθμια επεξεργασία για τα αστικά λύματα στις χώρες-μέλη. Με αυτόν τον τρόπο μειώνονται, επίσης, τα φορτία θρεπτικών ουσιών στα νερά υποδοχής, κάτι που ευνοεί τη βιοποικιλότητα σε υγροτόπους και λίμνες. Ωστόσο, μετά την αναθεώρηση της παραπάνω Οδηγίας το 2022, οι χώρες οφείλουν να συμμορφωθούν με περαιτέρω επεξεργασία μετά το 2035.
Τα πιο σύγχρονα συστήματα διαχείρισης υγρών αποβλήτων προβλέπουν και τριτοβάθμια ή και περισσότερη επεξεργασία, με τελικό σκοπό την ανάκτηση και επαναχρησιμοποίηση κάποιου μέρους των αποβλήτων, στο πνεύμα της κυκλικής οικονομίας. Στο ίδιο πλαίσιο, η ευρωπαϊκή πολιτική κινείται τα τελευταία χρόνια προς αυστηρότερες απαιτήσεις και αναβαθμισμένα πρότυπα επεξεργασίας.
Το νερό, άλλωστε, είναι περιορισμένος πόρος: Μόνο ένα μικρό μέρος του παγκόσμιου νερού είναι διαθέσιμο ως γλυκό νερό και ακόμη μικρότερο είναι εύκολα αξιοποιήσιμο για πόση και άρδευση. Τα επεξεργασμένα ύδατα που προέρχονται από υγρά απόβλητα, εφόσον διαπιστωθεί ότι πληρούν πολύ συγκεκριμένες και αυστηρές προδιαγραφές ασφάλειας που ορίζονται πανευρωπαϊκά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άρδευση, για τον εμπλουτισμό υδροφορέων ή για βιομηχανικές χρήσεις. Σε μια περίοδο αύξησης της θερμοκρασίας και επιδείνωσης της λειψυδρίας, τέτοιες πρακτικές μπορούν να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα νερού για κάποιες χρήσεις. Ακόμη, η επαναχρησιμοποίηση μπορεί να μειώσει την υπεράντληση νερού από το υπέδαφος ή την επιφάνεια, π.χ. από γεωτρήσεις.


Αντιστοίχως, η ιλύς έπειτα από επεξεργασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα στη γεωργία (έπειτα από κομποστοποίηση) ή ακόμα και για την παραγωγή ενέργειας, π.χ. μέσω αναερόβιας χώνευσης, θερμικής επεξεργασίας ή άλλων τεχνικών, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της. Σε πολλές χώρες αναπτύσσονται υποδομές και τεχνολογίες που μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την ανάκτηση και αξιοποίησή της μέσα στην επόμενη δεκαετία, όπου υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.
Ο αντίκτυπος μιας αποτελεσματικής διαχείρισης υγρών αποβλήτων είναι επίσης εμφανής και με οικονομικούς όρους. Η γεωργία έχει πολύ υψηλές ανάγκες νερού, περίπου 86% της κατανάλωσης σε εθνικό επίπεδο, ενώ και ο τουρισμός ασκεί έντονες, εποχικές πιέσεις. Οι πρακτικές της κυκλικής οικονομίας μπορούν να αμβλύνουν τις ελλείψεις και έτσι να εξοικονομήσουν πόρους για τα κράτη και τις επιχειρήσεις. Αντιστοίχως, η χρήση κατάλληλα επεξεργασμένης ιλύος στη γεωργία ή στη βιομηχανία μπορεί να μειώσει αισθητά το κόστος παραγωγής, π.χ. όταν περιορίζεται η χρήση λιπασμάτων ή όταν υποκαθίσταται μέρος του ενεργειακού κόστους.
Τέλος, φαίνεται ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια αύξησης της επαναχρησιμοποίησης: Εκτιμάται ότι το επεξεργασμένο νερό θα μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί σε πολλαπλάσιο όγκο σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.
Η κατάσταση στην Ελλάδα
Το πλαίσιο για τη διαχείριση των υγρών αποβλήτων στην Ελλάδα, όπως είδαμε και παραπάνω, σχετίζεται κυρίως με τις υποχρεώσεις της χώρας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πρώτες προσπάθειες οργανωμένης διαχείρισης έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τα αστικά λύματα, βασικό σημείο αναφοράς είναι η Οδηγία 91/271/ΕΟΚ, με κεντρικό στόχο το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να εξυπηρετείται από κατάλληλες υποδομές αποχέτευσης και επεξεργασίας. Το πλαίσιο αυτό συμπληρώνεται από το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο Υποδομών Λυμάτων, που περιλαμβάνει τόσο τις νέες αναγκαίες επενδύσεις σε υποδομές όσο και τη συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Πώς λειτουργεί, όμως, στην πράξη το σύστημα της χώρας; Ποιοι εφαρμόζουν τις σχετικές οδηγίες και κατευθύνσεις; Οι αρμοδιότητες μοιράζονται μεταξύ Κεντρικής Διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης. Η Κεντρική Κυβέρνηση εφαρμόζει την εθνική πολιτική για τα ύδατα και παρακολουθεί τη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Οι περιφέρειες, από την άλλη πλευρά, έχουν βασικό ρόλο στη σύνταξη και υλοποίηση των σχεδίων διαχείρισης, ενώ οι δήμοι έχουν ευθύνη για την κατασκευή, τη συντήρηση και τη σωστή λειτουργία των υποδομών ύδρευσης και αποχέτευσης.
Μία βασική παράμετρος στη διαχείριση των υγρών αποβλήτων είναι η διασύνδεση οικισμών με αντίστοιχες εγκαταστάσεις επεξεργασίας, ιδίως σε περιοχές που θεωρούνται ευαίσθητες. Η κατάσταση των συνδεδεμένων οικισμών στην Ελλάδα, σε σχέση με τα λύματα, έχει βελτιωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, όπως άλλωστε ορίζουν και οι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας. Η ΚΥΑ 5673/400/1997 ορίζει ότι όλοι οι οικισμοί με Μονάδες Ισοδύναμου Πληθυσμού (ΜΙΠ – μέτρο που βασίζεται στα παραγόμενα απόβλητα και όχι στον πραγματικό πληθυσμό μιας περιοχής) πάνω από 2.000 κατοίκους πρέπει να είναι συνδεδεμένοι σε αποχετευτικά δίκτυα και σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκοί κανόνες θέτουν ειδικά χρονικά ορόσημα για τη διασύνδεση με τις σχετικές εγκαταστάσεις διάφορων κατηγοριών οικισμών, ανάλογα και με το πού εκβάλλουν τα υγρά απόβλητά τους.

Οι απαιτήσεις αυτές εν πολλοίς οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των σχετικών υποδομών. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην 4η θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη σύνδεση του πληθυσμού με Μονάδες Επεξεργασίας Λυμάτων, με το 95% του πληθυσμού να καλύπτεται από τις υπάρχουσες υποδομές.
Ωστόσο, παρά τη θετική πορεία, πολλά προβλήματα παραμένουν. Παρότι οι σχετικές υποδομές υπάρχουν, μόνο το 53% συμμορφωνόταν πλήρως με τους ευρωπαϊκούς κανόνες το 2023, ενώ το 2020 το ποσοστό αυτό ήταν ακόμα χαμηλότερο, στο 44%. Η Ελλάδα έχει βρεθεί πολλές φορές αντιμέτωπη με ευρωπαϊκές κυρώσεις, επειδή καθυστέρησε να καλύψει τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συλλογή και την επεξεργασία αστικών λυμάτων. Οι καθυστερήσεις σε έργα για συνδεδεμένους οικισμούς οδήγησαν σε πρόστιμα. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση έξι οικισμών της Ανατολικής Αττικής, που διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση έως το 2015 και η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε πρόστιμο 10 εκατ. ευρώ, καθώς και χρηματική ποινή 3,64 εκατ. ευρώ για κάθε εξάμηνο καθυστέρησης. Η παράβαση αυτή είχε εντοπιστεί οκτώ χρόνια νωρίτερα, ήδη από το 2007. Από την πλευρά του ελληνικού κράτους, η Τεχνική Γραμματεία Λυμάτων παρακολουθεί πλέον τα σχετικά έργα, ώστε να αποφεύγονται νέες κυρώσεις.

Τα παραπάνω πρόστιμα αντανακλούν πραγματικές αδυναμίες του τοπικού συστήματος, οι οποίες δεν είναι πάντοτε ίδιες ή το ίδιο σημαντικές. Οι βασικές προκλήσεις αφορούν τόσο τις υποδομές όσο και τη λειτουργία και τον έλεγχό τους. Πολλές Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων παρουσιάζουν λειτουργικά προβλήματα που επηρεάζουν την αποδοτικότητα της επεξεργασίας, καθώς και την ποιότητα των υδάτων εκροής.
Ακόμα, μεγάλο μέρος των υποδομών ύδρευσης και αποχέτευσης είναι παλιό, με αποτέλεσμα πολλά δίκτυα να έχουν απώλειες λόγω διαρροών. Αυτό επιβαρύνει την επάρκεια των υδατικών πόρων και κάνει πιο δύσκολη την αποτελεσματική διαχείριση των λυμάτων. Επιπλέον, οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι και οι επιθεωρήσεις που γίνονται, κυρίως μέσω επιτόπιων επισκέψεων, είναι πιθανό να μην επαρκούν, καθώς δεν καλύπτουν όλα τα έργα, γίνονται σποραδικά και συχνά δεν υπάρχει λεπτομερής ενημέρωση για τα ευρήματά τους, ακόμη και όταν εντοπίζονται προβλήματα.
Όσον αφορά τα απαραίτητα έργα, η έρευνα της διαΝΕΟσις διαπιστώνει «τεχνικές και χρονικές ασυμβατότητες» κατά τη μελέτη και την υλοποίησή τους, οι οποίες, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις προσωπικού στους αρμόδιους φορείς, δυσχεραίνουν την έγκαιρη ολοκλήρωση. Οι παραπάνω ασυνέχειες οδηγούν σε καθυστερήσεις και, ευρύτερα, σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του συστήματος. Τέλος, η μελέτη διαπιστώνει ένα σημαντικό κενό για τους μικρούς οικισμούς, εκείνους με λιγότερους από 2.000 ισοδύναμους κατοίκους. Για τους οικισμούς αυτούς είναι απαραίτητη η εφαρμογή κατάλληλων συστημάτων για την αποδοτική διαχείριση των λυμάτων, καθώς οι υφιστάμενοι μηχανισμοί δεν είναι επαρκείς.
Η έρευνα αναδεικνύει, επίσης, την πολύ περιορισμένη επαναχρησιμοποίηση αστικών λυμάτων στη χώρα. Συγκεκριμένα, μόνο 2 από τις 275 Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων εφαρμόζουν επαναχρησιμοποίηση υγρών αποβλήτων – στην Παροικιά στον Δήμο Πάρου και στους Μολάους στον Δήμο Μονεμβασιάς. Στις υπόλοιπες αντίστοιχες εγκαταστάσεις της χώρας, τα επεξεργασμένα υγρά απόβλητα δεν επαναχρησιμοποιούνται, αλλά συνήθως διοχετεύονται σε κάποιον υδάτινο αποδέκτη, δηλαδή το νερό, έπειτα από επεξεργασία, επιστρέφει σε ρέματα, ποτάμια, λίμνες ή στη θάλασσα. Ωστόσο, όπως σημειώνουν οι ερευνητές, η περιορισμένη αυτή επαναχρησιμοποίηση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά παρατηρείται ευρύτερα στην Ευρώπη.
Τι συμβαίνει με την ιλύ
Η μελέτη αναφέρεται, επιπλέον, εκτενώς στη διαχείριση και την επαναχρησιμοποίηση της ιλύος, δηλαδή, όπως είδαμε και παραπάνω, του στερεού υπολείμματος των υγρών αποβλήτων, το οποίο παράγεται στις Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων. Στην Ελλάδα παράγονται αξιοσημείωτες ποσότητες ιλύος, κυρίως από τις πόλεις και τουριστικές μονάδες. Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων, το 2018 η ποσότητα ήταν 106.384 tDS, μια ποσότητα που έως το 2030 προβλέπεται να έχει φτάσει τις 148.918 tDS. Η αναμενόμενη αυτή αύξηση καθιστά την αποδοτική διαχείριση της ιλύος ακόμα πιο σημαντική.

Ωστόσο, η σημερινή κατάσταση έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Μόνο το 57% από τις 275 Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων στη χώρα εφαρμόζει μεθόδους επεξεργασίας ιλύος. Από αυτές τις 158 Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων που επεξεργάζονται ιλύ, οι περισσότερες, 128, είναι σε συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες (και πάλι με την Οδηγία 91/271/ΕΟΚ). Οι πιο συνηθισμένες πρακτικές είναι η μηχανική αφυδάτωση, που είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος, και στη συνέχεια η μηχανική πάχυνση.

Η επαναχρησιμοποίηση της ιλύος είναι ακόμη πιο περιορισμένη. Από τις 128 Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων που επεξεργάζονται ιλύ σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, μόνο 8 μονάδες τη διαθέτουν για επαναχρησιμοποίηση (ανάμεσά τους και οι δύο στην Πάρο και τη Μονεμβασιά, που, επίσης, επαναχρησιμοποιούν τα λύματα). Στις περισσότερες από τις υπόλοιπες, η επεξεργασμένη ιλύς καταλήγει συνήθως σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων. Από τις 8 Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων που επαναχρησιμοποιούν την ιλύ, οι πέντε επιλέγουν την κομποστοποίηση ως τρόπο διάθεσης, η οποία συνήθως οδηγεί σε χρήση στη γεωργία, ως λίπασμα.
Τέλος, η μελέτη εξετάζει, επίσης, τις ιδιωτικές εγκαταστάσεις υγρών αποβλήτων και ιλύος – από τη βιομηχανία, τους Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας, τα νοσοκομεία και τις μεγάλες τουριστικές μονάδες. Σε αυτήν την περίπτωση συνήθως οι φορείς συνεργάζονται με τους δήμους ή με σχετικές επιχειρήσεις και αναπτύσσουν αυτοτελείς εγκαταστάσεις και λύσεις. Ειδικά, όσον αφορά την ιλύ, η παραγωγή αυτών των ιδιωτικών φορέων δεν είναι αμελητέα. Για παράδειγμα, η συνολική ποσότητα ιλύος που παράχθηκε από βιομηχανικό κλάδο το 2018 ανήλθε σε 41.757 t.
Προτάσεις πολιτικής
Η έρευνα, έχοντας αποτυπώσει με λεπτομέρεια την κατάσταση στη χώρα όπως προκύπτει μέσα από τα διαθέσιμα στοιχεία, αφιερώνει, επίσης, αρκετό χώρο, περισσότερες από 20 σελίδες, σε καλές πρακτικές άλλων χωρών που επαναχρησιμοποιούν τα υγρά απόβλητα με βάση τις αρχές της κυκλικής οικονομίας. Τα παραδείγματα αυτά, τα οποία εκτείνονται από σχετικές εγκαταστάσεις στη Δανία και τη Γερμανία έως την Αίγυπτο και την Ινδία, αναδεικνύουν το εύρος των πρακτικών, των επιλογών και των τεχνολογιών που είναι διαθέσιμες.
Τέλος, η έρευνα καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. Ενδεικτικά, παρατίθενται κάποιες παρακάτω:
- Ενοποίηση σχετικών δημόσιων υπηρεσιών, π.χ. Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, με σκοπό την ενίσχυση της δυνατότητας ανταλλαγής γνώσεων και καλών πρακτικών, τη βελτίωση της οργάνωσης και της διεκδίκησης χρηματοδοτήσεων, καθώς την πιο αποτελεσματική αποπληρωμή των οφειλών, όπου υπάρχουν.
- Εντατικοποίηση των περιβαλλοντικών ελέγχων, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση ενός μητρώου περιβαλλοντικών ελεγκτών.
- Συνεργασία με φορείς που διαθέτουν εξειδικευμένη τεχνογνωσία σε αντίστοιχα έργα, όπως δημόσιους οργανισμούς (π.χ. Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης), ακαδημαϊκά και ερευνητικά ιδρύματα (π.χ. πολυτεχνικές σχολές, Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης), καθώς και ιδιωτικές εταιρείες με εξειδίκευση στη διαχείριση υγρών αποβλήτων.
- Καλύτερη ανάλυση της οικονομικής βιωσιμότητας των έργων κατά τη φάση του σχεδιασμού και της υλοποίησής τους.
- Συστηματική παρακολούθηση και έλεγχος του συνολικού έργου από τις Διαχειριστικές Αρχές.
- Βελτίωση της εκπαίδευσης και στελέχωσης του προσωπικού που εμπλέκεται στη λειτουργία των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων.
- Διερεύνηση τρόπων μείωσης του ενεργειακού κόστους των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων, είτε υλοποιώντας έργα ενεργειακής αναβάθμισης των εγκαταστάσεων και αξιοποίησης νέων τεχνολογικών λύσεων είτε πραγματοποιώντας μια ενδελεχή τεχνοοικονομική ανάλυση του κόστους λειτουργίας των δομών επεξεργασίας αποβλήτων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθή και βιώσιμη λειτουργία των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων.
- Ενίσχυση των τεχνολογικών υποδομών για την επεξεργασία και την ανακύκλωση της ιλύος, ώστε να ανταποκρίνονται στις αυξανόμενες ανάγκες.
- Εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου για την επαναχρησιμοποίηση των υγρών αποβλήτων και την επεξεργασία και διάθεση της ιλύος του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
- Παροχή κινήτρων και ενθάρρυνση των επενδύσεων, μέσω χρηματοδοτήσεων, σε τεχνολογίες επαναχρησιμοποίησης νερού.
- Ανάπτυξη πιλοτικών προγραμμάτων για την επαναχρησιμοποίηση της εκροής των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων και την αξιοποίηση της ιλύος.







