Photography: Monik Ruffo/ Flickr
Αρθρογραφια |

Case Study: Πώς η Βραζιλία Καταπολέμησε τη Φτώχεια

Η ιστορία του Bolsa Familia, ενός από τα πιο επιτυχημένα προγράμματα κατά της φτώχειας όλων των εποχών.

Είναι η ανισότητα ένα πολιτικό ή ένα οικονομικό πρόβλημα; Ποια είναι η καλύτερη δυνατή προσέγγιση στην άσκηση πολιτικής για τη φτώχεια; Αποδίδουν περισσότερο τα επιδόματα ή τα κίνητρα; Τέλος, πώς μπορεί να επηρεάσει πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της φτώχειας τις επόμενες γενιές; Ασφαλώς, κανένα από τα παραπάνω ερωτήματα δεν διαθέτει απάντηση που να μην αμφισβητείται. Ωστόσο, η περίπτωση της Βραζιλίας και της πολιτικής κατά της φτώχειας, που εφαρμόζεται εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία, συγκροτεί ένα ενδιαφέρον case study.

H Βραζιλία, από το 2003 οπότε εισήγαγε νέα πολιτική κατά της φτώχειας - με αιχμή του δόρατος το πρόγραμμα Bolsa Familia ("Οικογενειακό βοήθημα") - έχει καταφέρει να μειώσει θεαματικά τα ποσοστά ακραίας φτώχειας, όπως ορίζονται από τους περισσότερους διεθνείς οργανισμούς (εισόδημα μικρότερο από 2 δολάρια ημερησίως). Από το 2003 ώς και το 2014, το ποσοστό των Βραζιλιάνων που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας μειώθηκε από 8,8% σε λιγότερο από 3%. Σύμφωνα με την ανάλυση της Παγκόσμιας Τράπεζας το ποσοστό αυτό ισοδυναμεί με εξάλειψη της φτώχειας στη χώρα. Ασφαλώς σημαντικό ρόλο έπαιξε η ανάπτυξη (με ρυθμό σταθερά κοντά στο 4%) που γνώριζε η Βραζιλία το ίδιο διάστημα.

Παρ' όλα αυτά το Bolsa Familia θεωρείται ένα εξαιρετικά επιτυχημένο πρόγραμμα, το οποίο μάλιστα έχει αποτελέσει, κατά κάποιον τρόπο, εξαγώγιμο προϊόν. Μετά την επιτυχία του στη Βραζιλία, η Χιλή, η Κολομβία και το Μεξικό έχουν εισάγει και εφαρμόσει αντίστοιχες πολιτικές. Επιπλέον, η ίδια η Βραζιλία έχει αναπτύξει την πρωτοβουλία “World without poverty”, προκειμένου η “τεχνογνωσία” της σε ζητήματα αντιμετώπισης της φτώχειας να γίνει γνωστή παγκοσμίως.

Tο Bolsa Familia δεν αποτελεί τη μοναδική πρωτοβουλία της Βραζίλίας κατά της φτώχειας, παρά μόνο ένα ένα μέρος της δέσμης μέτρων Brasil Sem Miseria (Βραζιλία χωρίς φτώχεια) που θεσπίζει κατώτατο μισθό, ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις και προβλέπει πολιτικές υποστήριξης των αγροτών. Ωστόσο, είναι το πιο γνωστό και αποτελεσματικό μέτρο. Επί της ουσίας πρόκειται για ένα κλιμακωτό επίδομα προς τα πρόσωπα και τις οικογένειες που ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας και ακραίας φτώχειας - δηλαδή, σε γενικές γραμμές, επίδομα σε εκείνους που έχουν μηνιαίο εισόδημα έως 154 βραζιλιάνικα ρεάλ (44 ευρώ).

Το επίδομα, το ύψος του οποίου ορίζεται από αλγόριθμο, ξεκινάει από τα 70 ρεάλ (20 ευρώ) ανά άτομo. Τα χρήματα πιστώνονται απευθείας στις ειδικές μαγνητικές κάρτες των δικαιούχων κάθε μήνα. Για τους δικαιούχους του Bolsa Familia υπάρχει ειδικό μητρώο (Cadastro Unico) εντός του βραζιλιάνικου υπουργείου για την κοινωνική ανάπτυξη.

Το Bolsa Familia θεωρείται ένα εξαιρετικά επιτυχημένο πρόγραμμα, το οποίο μάλιστα έχει αποτελέσει, κατά κάποιον τρόπο, εξαγώγιμο προϊόν. Μετά την επιτυχία του στη Βραζιλία, η Χιλή, η Κολομβία και το Μεξικό έχουν εισαγάγει και εφαρμόσει αντίστοιχες πολιτικές.

Τόσο το μητρώο δικαιούχων όσο και το επίδομα αφορούν όλη την επικράτεια της χώρας και καλύπτονται από τα έξοδα του κεντρικού προϋπολογισμού. Το κόστος του προϋπολογισμού για το Bolsa Familia φτάνει περίπου τα 24 δισεκατομμύρια ρεάλ (6,8 δισ. ευρώ) ετησίως, δηλαδή περίπου το 0,5% του ΑΕΠ της Βραζιλίας. Οι ωφελούμενοι από το Bolsa Familia είναι επίσης πολλοί. Αποτελούν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της χώρας, δηλαδή περίπου 14 εκατομμύρια οικογένειες, που αντιστοιχούν σε 55 εκατομμύρια άτομα.

Τα οφέλη δεν σταματούν όμως σε όσους καταφέρνουν να εξασφαλίσουν τα χρήματα του επιδόματος, καθώς η ενίσχυση αυτή δεν παρέχεται άνευ όρων. Οι ωφελούμενες οικογένειες έχουν την υποχρέωση να εμβολιάζονται, να εξετάζονται τακτικά για διάφορες ασθένειες καθώς και να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Σύμφωνα με στοιχεία της βραζιλιάνικης κυβέρνησης, τα οποία επικαλείται παλαιότερο ρεπορτάζ του Guardian, τα παιδιά είναι 10% πιο πιθανό να παρακολουθούν τα μαθήματά τους στο σχολείο αν οι οικογένειές τους στηρίζονται από το Bolsa Familia, ενώ οι μητέρες έχουν κατά 25% μεγαλύτερες πιθανότητες να κάνουν ιατρικές εξετάσεις. Αντίστοιχα, την τελευταία δεκαετία, η παιδική θνησιμότητα έχει μειωθεί κατά 40%. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Bolsa Familia ωφελεί τόσο τη δημόσια υγεία όσο και την εκπαίδευση, διαμορφώνοντας τις συνθήκες ώστε οι επόμενες γενιές των Βραζιλιάνων να έχουν περισσότερες ευκαιρίες από τους -ακόμη και μετά την παροχή του επιδόματος- φτωχούς γονείς τους.

Δεν ήταν ανέκαθεν όλα τόσο εντυπωσιακά και ρόδινα γύρω από το πρόγραμμα Bolsa Familia. Πίσω στο 2003, την πρώτη χρονιά εφαρμογής του, το κλίμα ήταν μάλλον εχθρικό. Ο τότε νεοεκλεγείς αριστερός Πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σιλβα, γνωστότερος ως Λούλα, είχε να αντιμετωπίσει μια σειρά από προκλήσεις με πιο χαρακτηριστική τη "νευρική" αντίδραση των αγορών στην εκλογή του ριζοσπαστικού κόμματος Εργατικού Κόμματος (PT) στην εξουσία. Το 2002, παραμονές της εκλογής του, η αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη που το ρεάλ έφτασε να υποτιμηθεί κατά 40% έναντι του δολαρίου. Η οικονομική κατάσταση της χώρας επιδεινωνόταν διαρκώς και ο Λούλα έπρεπε να προβεί άμεσα σε μεταρρυθμίσεις και περικοπές που κόστισαν στον κρατικό προϋπολογισμό περίπου 4 δισ. δολάρια. Αντιμετωπίζοντας αντιδράσεις από το κόμμα και από τους ψηφοφόρους του, εισήγαγε το Bolsa Familia τόσο για να στηρίξει τους πιο αδύναμους (δηλαδή σχεδόν έναν στους δέκα Βραζιλιάνους, σύμφωνα με τα στοιχεία της εποχής) όσο και για να εξισορροπήσει τις πολιτικές εντυπώσεις.

Πράγματι δεν έλειψαν τα εμπόδια. Κατά τα πρώτα τρία χρόνια της εφαρμογής του προγράμματος έγιναν γνωστά διάφορα σκάνδαλα που σχετίζονταν με την εφαρμογή του Bolsa Familia. Για παράδειγμα, αποκαλύφτηκε ότι το 55% των σχολείων δεν είχαν αξιόπιστο σύστημα καταγραφής των μαθητών που πράγματι παρακολουθούσαν τα μαθήματα, και ως εκ τούτου δεν θεωρούνταν αξιόπιστα τα στοιχεία για τις παρουσίες στο σχολείο των παιδιών των οικογενειών που λάμβαναν το επίδομα. Ακολούθησαν και άλλα σκάνδαλα κακοδιαχείρισης με επιδόματα που δίνονταν σε δικαιούχους που είχαν καλύτερη οικονομική κατάσταση από αυτή που δήλωναν. Ως απάντηση σε αυτό το κλίμα, ιδρύθηκε ειδικό υπουργείο για να επιβλέπει την πρόοδο του προγράμματος, εισήχθησαν αυστηρότερες ποινές για τους ωφελούμενους που δεν τηρούσαν τα συμφωνηθέντα και άνοιξε ο δρόμος για τον δεκαπλασιασμό των δικαιούχων μέσα σε μια δεκαετία.

Η κριτική εκ μέρους της αντιπολίτευσης αλλά και από αναλυτές για το Bolsa Familia ήταν σφοδρή κυρίως κατά την πρώτη περιόδο εφαρμογής του αλλά και αργότερα. Κατά βάση αφορούσε την ίδια τη φύση του βοηθήματος. “Τις πρώτες ημέρες του Bolsa Familia, όλοι ανέφεραν τη γνωστή ρήση του Κομφούκιου ότι είναι καλύτερα να διδάξεις σε ένα φτωχό να ψαρεύει παρά να τον ταΐσεις ψάρι”, έχει δηλώσει η σημερινή υπουργός κοινωνικής ανάπτυξης, Τερέζα Καμπέλο. Η κριτική υπονοούσε ότι οι φτωχοί δεν έχουν την ψυχραιμία και την οξυδέρκεια να χρησιμοποιήσουν το επίδομα με συνετό τρόπο. “Η αντιπολίτευση υποστήριζε ότι με αυτού του είδους τα επιδόματα δημιουργείται μια στρατιά τεμπέληδων”, εκμυστηρεύτηκε πρόσφατα ο ίδιος ο Λούλα στον διευθυντή του περιοδικού Foreign Affairs, Τζόναθαν Τέπερμαν. Ωστόσο, η εκταμίευση απευθείας επιδόματος στους δικαιούχους και όχι η διάθεση κουπονιών ή κινήτρων στην αγορά εργασίας και στην εκπαίδευση απάλλαξε τη βραζιλιάνική διοίκηση από τη δαιδαλώδη γραφειοκρατία που απαιτεί ένας τέτοιος πιο περίπλοκος μηχανισμός, καθώς και από τις “ευκαιρίες” για διαφθορά που αυτός γεννά.

Η πολιτική του Bolsa Familia ασφαλώς δεν εξαφάνισε τη φτώχεια και την ανισότητα και σίγουρα κανείς δεν υποστηρίζει ότι οι βραζιλιάνοι δικαιούχοι των σχετικών επιδομάτων πλέον ευημερούν. Ωστόσο, αποτελεί μια αποτελεσματική πολιτική που, όπως μαρτυρούν όλοι οι δείκτες, έχει ξεκάθαρα θετικό πρόσημο και κυρίως είναι ρεαλιστική και σχετικά εύκολα εφαρμόσιμη. Είναι μια προοδευτική λύση που μπορεί να παρουσιάσει άμεσα αποτελέσματα στην καταπολέμηση των οικονομικών ανισοτήτων, σε αντίθεση με περισσότερο “ουτοπικούς” στόχους, όπως είναι η θέσπιση παγκόσμιου φόρου εισοδήματος ή η φορολόγηση του offshore πλούτου.