Αρθρογραφια |

Η Επίδραση Της Πανδημίας Στην Υγεία των Ελλήνων

Ο Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής του ΕΚΠΑ Γιάννης Τούντας αναλύει τις επιπτώσεις της πανδημίας στη σωματική και ψυχική υγεία των Ελλήνων, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πρόσφατης δημοσκοπικής έρευνας της διαΝΕΟσις.

Κάθε οικονομική κρίση επιδρά αρνητικά στην υγεία. Η μείωση του εισοδήματος και συνακόλουθα η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, η υιοθέτηση συχνά ανθυγιεινών συμπεριφορών, καθώς και η υποβάθμιση της παρεχόμενης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής φροντίδας, που προκαλούν συχνά οι οικονομικές κρίσεις, αυξάνουν τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα.

Στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης 2010-2018, προκλήθηκαν επιπλέον θάνατοι και καταγράφηκαν περισσότερα λοιμώδη και χρόνια νοσήματα. Επιδεινώθηκε η διατροφή, μειώθηκε η σωματική άσκηση και αυξήθηκε η παχυσαρκία στους ενήλικες και στα παιδιά. Κυρίως, όμως, επλήγη η ψυχική υγεία των Ελλήνων. Η κατάθλιψη στα άτομα άνω των 15 ετών αυξήθηκε κατά 80,8% κατά την περίοδο 2009-2014, από 2,6% σε 4,7%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Εκτός όμως από τις οικονομικές κρίσεις, η υγεία ενός πληθυσμού κλονίζεται όπως είναι αναμενόμενο και από τις υγειονομικές κρίσεις, όπως αυτή της πανδημίας της Covid-19. Πρώτα και πάνω από όλα από τη σημαντική αύξηση της νοσηρότητας και θνησιμότητας εξαιτίας του κορωνοϊού. Επιπρόσθετα, η συγκεκριμένη υγειονομική κρίση προκαλεί πλήγματα στην οικονομία και ρωγμές στην κοινωνική ζωή, που επιδρούν αρνητικά στην υγεία, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν για τις επιπτώσεις των οικονομικών κρίσεων. Και όπως συμβαίνει στις οικονομικές κρίσεις, έτσι και στην περίπτωση της πανδημίας, οι πιο άμεσες και εμφανείς επιδράσεις αφορούν την ψυχική υγεία, γεγονός που τεκμηριώνεται από πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις, που περιλαμβάνει μια σειρά από σχετικές ερωτήσεις. 

1. Ψυχική υγεία

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, ενώ η υποκειμενική εκτίμηση της κατάστασης της υγείας παρουσιάζει κατά τους τελευταίους 12 μήνες σχετικά μικρή χειροτέρευση (Πίνακας 1), η οποία είναι πιο εμφανής στις γυναίκες, στις ηλικίες 25-54 ετών, στους κατοίκους της Βόρειας Ελλάδας, καθώς και στα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα.

Πίνακας 1. Μεταβολή της κατάστασης υγείας κατά τους τελευταίους 12 μήνες

Χειροτέρευσε

8,8%

Παρέμεινε ίδια

84,1%

Βελτιώθηκε

6,9%

Το ποσοστό των ατόμων που δήλωσε ότι, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, έπασχε από κατάθλιψη ανήλθε στο 12%, ποσοστό ιδιαίτερα αυξημένο σε σύγκριση με τα ευρήματα των Ερευνών Υγείας της ΕΛΣΤΑΤ για τα έτη 2019 και 2014 (3,8% και 4,7% αντίστοιχα). Το ποσοστό των ατόμων που δήλωσαν ότι έπασχαν από αγχώδεις διαταραχές ήταν 26,1%, επίσης, πολύ αυξημένο σε σύγκριση με το αντίστοιχο της Έρευνας Υγείας του 2019 της ΕΛΣΤΑΤ (5,6%) (Πίνακας 2).

Πίνακας 2. Κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές κατά τους τελευταίους 12 μήνες

 

Κατάθλιψη (%)

Αγχώδεις διαταραχές (%)

Ναι

12

26,1

Όχι

87,1

73,9

ΔΑ (αυθ.)

0,9

-

Οι γυναίκες δήλωσαν σε υψηλότερο ποσοστό ότι έπασχαν τόσο από κατάθλιψη (14%) όσο και από αγχώδεις διαταραχές (31%) σε σύγκριση με τους άνδρες (10,1% και 21,3% αντίστοιχα). Τα αντίστοιχα ποσοστά για την κατάθλιψη από την Έρευνα Υγείας του 2014 της ΕΛΣΤΑΤ ήταν 3,2% για τους άνδρες και 6% για τις γυναίκες, ενώ από την Έρευνα Υγείας του 2019 ήταν 2,4% και 5% αντίστοιχα. Τα ποσοστά για τις αγχώδεις διαταραχές από την Έρευνα Υγείας του 2019 της ΕΛΣΤΑΤ ήταν 4,5% για τους άνδρες και 6,6% για τις γυναίκες.

Η ηλικιακή ομάδα που δήλωσε σε υψηλότερο ποσοστό ότι έπασχε από κατάθλιψη κατά τους τελευταίους 12 μήνες ήταν εκείνη των ατόμων 17-24 ετών (19,5%), ακολουθούμενη από την ηλικιακή ομάδα 25-39 ετών (17%). Στις Έρευνες Υγείας της ΕΛΣΤΑΤ για τα έτη 2014 και 2019 οι ηλικιακές ομάδες που έπασχαν από κατάθλιψη σε υψηλότερο ποσοστό ήταν των 55-64 ετών (2014: 5%, 2019: 5,5%), των 65-74 ετών (2014: 7,6%, 2019: 6,4%) και των ≥75 ετών (2014: 10%, 2019: 5,9%). Το υψηλότερο ποσοστό στους νέους που καταγράφει η έρευνα της διαΝΕΟσις πιθανότατα οφείλεται στους περιορισμούς στην κινητικότητα του πληθυσμού στη διάρκεια της πανδημίας, οι οποίοι έπληξαν κυρίως την κοινωνική ζωή των νεότερων ηλικιών και συνακόλουθα την κοινωνική και ψυχική τους ευεξία.

Υψηλότερο ποσοστό κατάθλιψης ανέφεραν όσοι είχαν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση (13,8%), οι ελεύθεροι επαγγελματίες-τεχνίτες (23,2%), όσοι δεν γνώριζαν ή αρνήθηκαν να δηλώσουν που κυμαινόταν το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα (26,4%), όσοι είχαν εισόδημα κάτω των €500 (20,4%), οι διαμένοντες στην Κεντρική Ελλάδα και οι διαμένοντες σε περιοχές με περισσότερους από 2.000 κατοίκους (12,5%).

Ως προς την εμβολιαστική κάλυψη έναντι της Covid-19, 14,1% μη εμβολιασμένων δήλωσαν ότι είχαν κατάθλιψη κατά τους τελευταίους 12 μήνες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους εμβολιασμένους ήταν μικρότερο (11,4%).

Σε αντίστοιχο ερώτημα, το 22,3% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2 εβδομάδων, αισθάνθηκαν μελαγχολία, κατάθλιψη ή απελπισία. Το αντίστοιχο ποσοστό από την Έρευνα Υγείας του 2019 της ΕΛΣΤΑΤ ήταν σαφώς μικρότερο (12,5%). 

Οι γυναίκες δήλωσαν σε πολύ υψηλότερο ποσοστό ότι αισθάνθηκαν μελαγχολία, κατάθλιψη ή απελπισία κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2 εβδομάδων (26,8%) σε σύγκριση με τους άνδρες (17,9%), όπως και τα άτομα 17-24 ετών (44,4%), τα άτομα δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (23,2% και 23,1% αντίστοιχα), οι φοιτητές (45,8%) ακολουθούμενοι από τους επιστήμονες-ελεύθερους επαγγελματίες (34%) και τους ανέργους (31,9%), τα άτομα με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα λιγότερο από €500 (30,8%), οι συμμετέχοντες που κατέτασσαν τον εαυτό τους στη μέση κατώτερη ή κατώτερη κοινωνική τάξη (30,8%), οι συμμετέχοντες που διέμεναν στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου (27,1%), ακολουθούμενοι από εκείνους που διέμεναν στην Κεντρική Ελλάδα (25,3%), και τα άτομα που διέμεναν σε περιοχές με περισσότερους από 2.000 κατοίκους (23,3%).

Οι μη εμβολιασμένοι κατά της Covid-19 ανέφεραν σε αρκετά υψηλότερο ποσοστό ότι αισθάνθηκαν μελαγχολία, κατάθλιψη ή απελπισία κατά τις τελευταίες 2 εβδομάδες (30,2%) σε σύγκριση με εκείνους που είχαν εμβολιαστεί (19,9%).

Ανάλογες τάσεις παρατηρούνται για τις αγχώδεις διαταραχές, στον βαθμό που συχνά το άγχος συνυπάρχει με την κατάθλιψη. Η ηλικιακή ομάδα που δήλωσε σε υψηλότερο ποσοστό ότι έπασχε από αγχώδεις διαταραχές κατά τους τελευταίους 12 μήνες ήταν και πάλι εκείνη των ατόμων 17-24 ετών (48,9%), ακολουθούμενη από την ηλικιακή ομάδα 25-39 ετών (37,9%). Στην Έρευνα Υγείας της ΕΛΣΤΑΤ για το έτος 2019 οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες ήταν εκείνες που έπασχαν περισσότερο από αγχώδεις διαταραχές, ενώ η ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών είχε τα χαμηλότερα ποσοστά (2,3%).

Υψηλότερα ποσοστά άγχους ανέφεραν και όσοι είχαν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση (29,4% και 25,1% αντίστοιχα), οι φοιτητές (48,7%), οι επιστήμονες-ελεύθεροι επαγγελματίες (37,2%) και οι άνεργοι (32,9%), όσοι δεν γνώριζαν ή αρνήθηκαν να δηλώσουν που κυμαινόταν το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα (33,3%), ενώ ακολουθούσαν όσοι είχαν μηνιαίο εισόδημα κάτω των €500 (32,5%), όσοι ανήκαν στην ανώτερη και μέση ανώτερη κοινωνική τάξη (31,4%), οι διαμένοντες στην Κεντρική Ελλάδα (31,2%) και οι διαμένοντες σε περιοχές με περισσότερους από 2.000 κατοίκους.

Ως προς την εμβολιαστική κάλυψη έναντι της Covid-19, το 32,3% των μη εμβολιασμένων δήλωσαν ότι είχαν αγχώδεις διαταραχές, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα εμβολιασμένα άτομα ήταν 24,2%.

Σε ό,τι αφορά τον ύπνο, το 22,3% των ερωτώμενων δήλωσε πως είχε διαταραχές στον ύπνο κατά τις τελευταίες 2 εβδομάδες, ποσοστό υψηλότερο από το αντίστοιχο που βρέθηκε στην Έρευνα Υγείας του 2019 της ΕΛΣΤΑΤ (14,7%). Ως γνωστόν, ο ύπνος διαταράσσεται τόσο από την κατάθλιψη όσο και από το άγχος.

Οι γυναίκες δήλωσαν σε υψηλότερο ποσοστό, σε σύγκριση με τους άνδρες, πως είχαν διαταραχές στον ύπνο κατά τις τελευταίες 2 εβδομάδες (26,6% και 18,2% αντίστοιχα), ενώ υψηλότερο ποσοστό δήλωσαν και οι συμμετέχοντες ηλικίας 17-24 ετών (42,2%), οι φοιτητές (38,2%), οι άνεργοι (30,1%), όσοι είχαν μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα λιγότερο από €500 (27,6%), οι διαμένοντες στην Κεντρική Ελλάδα (27,8%), όσοι διέμεναν σε περιοχές με περισσότερους από 2.000 κατοίκους (22,9%), ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερη διαφορά στα ποσοστά όσων δήλωσαν διαταραχές ύπνου μεταξύ όσων είχαν εμβολιαστεί έναντι της Covid-19 και όσων δεν είχαν εμβολιαστεί.

2. Χρήση υπηρεσιών υγείας

Η πανδημία δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το σύνολο της χρήσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών. Το 8,2% των συμμετεχόντων δήλωσε πως, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, έκανε εισαγωγή σε νοσοκομείο με διανυκτέρευση, ποσοστό μικρότερο τόσο από εκείνο της Έρευνας Υγείας του 2019 της ΕΛΣΤΑΤ (8,4%), όσο και από εκείνο της Έρευνας Υγείας του 2014 (9,7%).

Τα ποσοστά ανδρών και γυναικών που δήλωσαν ότι έκαναν εισαγωγή σε νοσοκομείο με διανυκτέρευση κατά τους τελευταίους 12 μήνες ήταν παραπλήσια (8% και 8,4% αντίστοιχα). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως, μετά τα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών οι οποίοι δήλωσαν σε υψηλότερο ποσοστό εισαγωγή σε νοσοκομείο με διανυκτέρευση (10,8%), ακολουθούν τα άτομα 17-24 ετών (10,3%), καθώς και οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου (9,5%).

Ως προς τη θέση στην απασχόληση, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα (13,9%), προφανώς λόγω ηλικίας. Τα άτομα που είχαν μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα άνω των €3.000 ανέφεραν σε υψηλότερο ποσοστό (14,3%) ότι έκαναν εισαγωγή σε νοσοκομείο με διανυκτέρευση, καθώς και όσοι τοποθετούσαν τον εαυτό τους στην ανώτερη ή μέση ανώτερη κοινωνική τάξη (13,1%), πιθανότατα λόγω μεγαλύτερης οικονομικής άνεσης για την κάλυψη των σχετικών εξόδων. Το ίδιο πιθανόν να ισχύει για τους συμμετέχοντες που διέμεναν στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου (9,8%).

Οι συμμετέχοντες που δεν είχαν εμβολιαστεί έναντι της Covid-19 δήλωσαν σε υψηλότερο ποσοστό ότι έκαναν νοσηλεία σε νοσοκομείο με διανυκτέρευση (9,1%) σε σύγκριση με όσους είχαν εμβολιαστεί (7,9%), πιθανόν λόγω μεγαλύτερης ανασφάλειας για την κατάσταση της υγείας τους.

Σημαντική ήταν η επίδραση της πανδημίας στην αποφυγή διενέργειας βασικών προληπτικών εξετάσεων. Το 23,9% των ερωτώμενων δήλωσε ότι απέφυγε να κάνει κάποιες εξετάσεις λόγω της πανδημίας, ενώ το 76,1% απάντησε αρνητικά σε αυτή την ερώτηση. Η πανδημία λειτούργησε αποτρεπτικά σε μεγαλύτερο ποσοστό στις γυναίκες για τη διενέργεια εξετάσεων σε σύγκριση με τους άνδρες (32% και 16,2% αντίστοιχα).

Αναφορικά με την ηλικία, τα άτομα που ανήκαν στην ομάδα 55-64 ετών ήταν εκείνοι που απέφυγαν σε υψηλότερο ποσοστό να κάνουν κάποιες εξετάσεις λόγω πανδημίας (31,3%), καθώς και όσοι είχαν μεγαλύτερο επίπεδο εκπαίδευσης (τριτοβάθμια εκπαίδευση: 24,9%, κάτοχος μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου: 28,2%).

Αναφορικά με την κοινωνική τάξη στην οποία κατατάσσονται τα ίδια τα άτομα, φαίνεται πως η μέση κατώτερη και κατώτερη τάξη απέφυγε σε μεγαλύτερο ποσοστό να κάνει εξετάσεις λόγω της πανδημίας (27,6%), σε σύγκριση με την ανώτερη και μέση ανώτερη (24,6%) και τη μεσαία τάξη (22,7%).

Αναφορικά με τη γεωγραφική περιοχή διαμονής των ατόμων, εκείνοι που διέμεναν στη Βόρεια Ελλάδα (25,9%) και στην Αττική (25,4%) φαίνεται πως απέφυγαν περισσότερο τις εξετάσεις, ενώ δεν καταγράφηκε μεγάλη διαφορά μεταξύ των ατόμων που ζουν σε περιοχές με περισσότερους από 2.000 κατοίκους και με λιγότερους από 2.000 κατοίκους (24,2% και 22,3% αντίστοιχα).

Οι συμμετέχοντες που είχαν εμβολιαστεί έναντι της Covid-19 απέφυγαν σε μεγαλύτερο ποσοστό τη διενέργεια εξετάσεων λόγων της πανδημίας (25,4%) σε σύγκριση με εκείνους που δεν εμβολιάστηκαν (19,1%), πιθανόν λόγω της μεγαλύτερης ευαισθητοποίησης των πρώτων για την πανδημία.


*Ο Γιάννης Τούντας είναι Καθηγητής Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής και μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της διαΝΕΟσις.