Αρθρογραφια |

Πανελλαδική Έρευνα Για Την Κλιματική Αλλαγή: Αντιλήψεις, Απειλές Και Προκλήσεις Για Μια Νέα Περιβαλλοντική Κουλτούρα

Ένα executive summary της Metron Analysis για τη μεγάλη, πανελλαδική έρευνα του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας σχετικά με τις απόψεις των πολιτών για την κλιματική αλλαγή, το οποίο συμπεριλαμβάνει και συμπεράσματα από τη συνοδευτική ποιοτική έρευνα.

Στοιχεία για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής για την Κλιματική Αλλαγή

Βρισκόμαστε στη "μετά covid" εποχή, ή τουλάχιστον σε μια φάση σχετικής ύφεσης της πανδημίας, και τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι το γενικό κλίμα και η αίσθηση για την πορεία της χώρας σταδιακά έχουν επιβαρυνθεί. Μάλιστα, η εντύπωση για την παγκόσμια κατάσταση είναι σαφώς δυσμενέστερη.

* Σημείωση: Στα γραφήματα, λόγω στρογγυλοποίησης ενδέχεται κάποιες κατανομές να μην αθροίζουν στο 100%.

Τι διαφοροποιεί τις υπάρχουσες αντιλήψεις; Οι απαντήσεις για την πορεία της χώρας είναι πιο ευθυγραμμισμένες με την ιδεολογικοπολιτική και κομματική τοποθέτηση, και χαρακτηρίζονται από φιλοκυβερνητική ή αντικυβερνητική διάθεση, ενώ όσον αφορά την παγκόσμια κατάσταση εξαρτώνται λιγότερο από αυτές τις παραμέτρους και περισσότερο από ευρύτερες ιδεολογικές τοποθετήσεις και κοινωνικοδημογραφικές κατηγορίες.

Επιπλέον, η αντιλαμβανόμενη ατζέντα των προβλημάτων της χώρας διαφοροποιείται από την αντιλαμβανόμενη ατζέντα των προβλημάτων του κόσμου. Τα βασικά προβλήματα που ιεραρχούνται ως σημαντικότερα για τη χώρα είναι η ακρίβεια και ευρύτερα η οικονομία, ενώ αυτά που ιεραρχούνται ως σημαντικότερα για τον πλανήτη είναι το περιβάλλον και η κλιματική αλλαγή, καθώς και οι περιφερειακές/πολεμικές συγκρούσεις.

Έχει ενδιαφέρον ότι οι αναφορές αυτές (περιβάλλον και περιφερειακές συγκρούσεις) δεν φαίνεται να συσχετίζονται περαιτέρω και "επί τα χείρω" με την αντιλαμβανόμενη πορεία του κόσμου. Αντίθετα, αυτοί που έχουν πιο απαισιόδοξη αντίληψη για την πορεία του πλανήτη είναι εκείνοι που θεωρούν ότι τα προβλήματα του κόσμου είναι κυρίως το δημοκρατικό έλλειμα και οι κοινωνικές ανισότητες. Είναι, όμως, σαφές ότι υπάρχει ισχυρή σχέση αιτίου και αιτιατού ανάμεσα στην κλιματική κρίση και τις κοινωνικές επιπτώσεις της, και η σχέση αυτή θα πρέπει να αναδειχθεί.

Η κλιματική κρίση

Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συνδέσουν το γενικό με το μερικό, το τοπικό με το παγκόσμιο, και κυρίως αδυνατούν να έχουν μια σφαιρική θεώρηση των προτεραιοτήτων τους. Εξάλλου, οι προτεραιότητές τους επηρεάζονται κυρίως από την ατομική τους θέση αλλά και λιγότερο από τη γενική θεώρησή τους για τον κόσμο. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στο ερώτημα "Τι προέχει; Η οικονομική ανάπτυξη ή η προστασία του περιβάλλοντος;" οι απαντήσεις ισοδυναμούν απολύτως με 42%.

Ωστόσο, πίσω από αυτή την ισοδυναμία υπάρχουν σημαντικές κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις. Η σημαντικότερη ίσως είναι ότι οι νεότερες γενιές, οι οποίες έχουν πληγεί περισσότερο από την οικονομική κρίση και την πανδημία, θεωρούν ότι η οικονομική ανάπτυξη έχει προτεραιότητα.

Ταυτόχρονα, ελάχιστοι αμφισβητούν ότι υπάρχει κλιματική κρίση (μόλις το 8,8%) –τη στιγμή που σε σχετικές έρευνες στις ΗΠΑ, ενδεικτικά, μόλις το 72% θεωρεί ότι υπάρχει κλιματική αλλαγή, (βλ. Yale Climate Opinion, 2021) και επίσης ελάχιστοι αμφισβητούν ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα αποτελεί τη βασική αιτία αυτής της περιβαλλοντικής διαταραχής (άλλο ένα 10% περίπου –πάλι σε σχετικές έρευνες στις ΗΠΑ, το 57% θεωρεί ότι η κλιματική αλλαγή οφείλεται κυρίως στην ανθρώπινη δραστηριότητα και το 30% κυρίως σε φυσικούς-περιβαλλοντικούς παράγοντες, βλ. Yale Climate Opinion, 2021).

 

Συνολικά, υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά στα αντιλαμβανόμενα προβλήματα του περιβάλλοντος:

  • Οι όποιες καταστροφές έχουν αρκετά απρόβλεπτο και σποραδικό χαρακτήρα, και επομένως δεν συγκεντρώνουν το σταθερό ενδιαφέρον των πολιτών.
  • Η πλανητική διάσταση της κλιματικής κρίσης δεν "επιτρέπει" να θεωρηθεί από τους πολίτες ως άμεσο και συνεχές τοπικό πρόβλημα.

Το συμπέρασμα είναι ότι η ασυνέχεια των προβλημάτων στη φύση, αλλά και τα νοητικά χάσματα που αναδεικνύονται –και κυρίως το πώς επιδρά και συνδέεται το τοπικό με το παγκόσμιο, αλλά και το περιβάλλον με την οικονομία–, τα καθιστούν ακόμα πιο απρόσιτα και δύσκολα αντιμετωπίσιμα.

Υπάρχει επομένως ανάγκη μιας νέας συνεκτικής θεώρησης των περιβαλλοντικών προβλημάτων, σε συνδυασμό με τις τρέχουσες παραγωγικές ανάγκες. Υπάρχει, θα λέγαμε, η ανάγκη μιας νέας κουλτούρας της σχέσης της κοινωνίας μας με την παραγωγή και τη φύση.

Οι θεσμοί και η κλιματική κρίση

Ενώ η κλιματική αλλαγή θεωρείται η σημαντικότερη πλανητική απειλή, οι πολίτες δεν μπορούν να ονομάσουν κάποιον διεθνή αποφασιστικό θεσμό που να θεωρούν υπεύθυνο για την αντιμετώπισή της (εξάλλου, δεν υπάρχει κάποιος που να μπορεί πράγματι να επιβάλει κατευθυντήριες γραμμές στις κρατικές οντότητες). Η πραγματικότητα αυτή αποτυπώθηκε εξάλλου και στις πρόσφατες ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και το ενεργειακό.

Έτσι, λοιπόν, οι εθνικές κυβερνήσεις είναι αυτές που αναγορεύονται σε κατεξοχήν υπεύθυνες (από το 53,2% των ερωτώμενων). Στη δεύτερη θέση βρίσκονται οι πολίτες με 36,5%, και ακολουθεί η ΕΕ με 28,7%.

Ενδεχομένως, η επιλογή των εθνικών κυβερνήσεων στην πρώτη θέση των "κύριων υπευθύνων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής" να σχετίζεται και με την κουλτούρα που έχει καλλιεργήσει ο πολυετής πολιτικός πατερναλισμός στην Ελλάδα, που θέλει τους πολιτικούς, και ειδικά τα μέλη των κυβερνήσεων, να υποκαθιστούν επικοινωνιακά τους επικεφαλής των αρμόδιων μηχανισμών ακόμη και στο επιχειρησιακό σκέλος των αρμοδιοτήτων τους –με αποτέλεσμα να εισπράττουν και το πολιτικό κόστος, όταν σημειώνονται διαχειριστικές αποτυχίες στις διάφορες κρίσεις και θεομηνίες.

Θα πρέπει, πάντως, εδώ να τονιστούν επίσης τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά που καταγράφουν οι αυτοδιοικητικοί θεσμοί ως αντιλαμβανόμενοι υπεύθυνοι για τη διαχείριση των κλιματικών απειλών (οι Περιφέρειες μόλις στο 5,4% και οι Δήμοι στο 6,9%). Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες είτε θεωρούν πως η Aυτοδιοίηση δεν έχει ουσιαστικές αρμοδιότητες και μέσα αντιμετώπισης, είτε έχουν σύγχυση ως προς τα όρια των αρμοδιοτήτων ενός εκάστου επιπέδου διοίκησης, λόγω και της ασάφειας και της επικάλυψης των διοικητικών ευθυνών και αρμοδιοτήτων.

Όπως ίσως θα ήταν αναμενόμενο, λοιπόν, τα αντιληπτικά χάσματα για το πώς συνδέονται το τοπικό με το πλανητικό και η οικονομία με το περιβάλλον συνοδεύονται και από αναντιστοιχίες στο επίπεδο των αντιλαμβανόμενων θεσμών που είναι υπεύθυνοι για την αντιμετώπιση των κλιματικών απειλών.

Και βέβαια, σε αυτό το αντιληπτικό περιβάλλον χαμηλές είναι και οι αξιολογήσεις για τα όσα κάνουν τόσο η Πολιτεία ("κάνει λίγα": 80,7%) όσο και η ΕΕ ("κάνει λίγα": 76,1%) – αν και ως προς αυτό δεν απέχουμε πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (ΕΕ-27: 75%) ούτε από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου ["η Πολιτεία κάνει λίγα για την κλιματική αλλαγή" απαντούν αντίστοιχα στην Κύπρο 76%, στην Πορτογαλία 85%, στη Γαλλία 81%, στην Ισπανία 82%, στην Ιταλία 84%, (βλ. Ευρωβαρόμετρο 513, "Climate Change", 2021)].

Οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και οι φυσικές καταστροφές

Αν η γενική θεώρηση των προβλημάτων που απασχολούν τους ανθρώπους δείχνει να χαρακτηρίζεται από ασυνέχειες, οι επιπτώσεις είναι κάποιες φορές βλαβερές ή/και απόλυτα καταστροφικές για τους ανθρώπους στο άμεσο περιβάλλον τους.

Ειδικά οι δασικές πυρκαγιές θεωρούνται η σημαντικότερη από τις περιβαλλοντικές καταστροφές και κινδύνους, σημαντικότερη ακόμα και από οικονομικά προβλήματα όπως το ενεργειακό και η ανεργία. Ωστόσο, όπως είδαμε, λόγω της αποσπασματικότητας με την οποία χτυπούν οι φυσικές καταστροφές αλλά και της αίσθησης αδυναμίας ελέγχου όταν ξεσπάσει μια τέτοια καταστροφή, οι πολίτες δεν εντάσσουν τα θέματα αυτά στα άμεσα προβλήματα της χώρας.

Οι δευτερογενείς αναλύσεις (mds analysis) δείχνουν ότι οι απειλές που σχετίζονται με την κλιματική κρίση μπορούν να ταξινομηθούν στο μυαλό των ανθρώπων σε ένα επίπεδο με δύο βασικούς άξονες: τον άξονα των άμεσων vs. έμμεσων επιπτώσεων και τον άξονα των βραχυπρόθεσμων vs. μακροπρόθεσμων απειλών. Η αξιοποίηση αυτής της κατηγοριοποίησης στις πολιτικές αντιμετώπισης ίσως βοηθούσε τους πολίτες να αποκτήσουν ισχυρότερη συνείδηση των προβλημάτων, και έτσι να έχουν πιο συγκροτημένη στάση στην αντιμετώπισή τους.

Κοινωνικές πρακτικές και ενδιαφέρον συμμετοχής

Όπως ήδη αναφέραμε, οι πολίτες θεωρούν σε ένα σημαντικό ποσοστό ότι η ευθύνη που έχουν οι ίδιοι για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δεν είναι καθόλου αμελητέα. Ειδικά σε "ήπιες" δραστηριότητες καθαρισμού από σκουπίδια δασών, παραλιών και οικοπέδων ή εκχιονισμό στα πεζοδρόμια, πιστεύουν ότι αυτοί (μόνοι ή μαζί με την Πολιτεία) έχουν την ευθύνη να επιχειρούν.

Παράλληλα, υπάρχει μια διάθεση οργανωμένης συμμετοχής σε δραστηριότητες προστασίας του περιβάλλοντος (δενδροφυτεύσεις, ασκήσεις ετοιμότητας, καθαρισμούς κτλ.), οι οποίες θα μπορούσαν να σχεδιαστούν από εμπλεκόμενους φορείς (Τοπική Αυτοδιοίκηση, περιβαλλοντικές οργανώσεις), κάτω βέβαια από την καθοδήγηση της Πολιτικής Προστασίας, η οποία πρέπει να έχει ουσιαστικό ρόλο και περιεχόμενο τόσο ως προς τη διαχείριση των κρίσεων όσο και ως προς την πρόληψη και προσαρμογή (mitigation/adaptation).

Εκτός, όμως, από τις συλλογικές δράσεις, υπάρχουν και οι ατομικές πρακτικές που θα μπορούσαν να ενισχυθούν και να συστηματοποιηθούν. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τις δράσεις ανακύκλωσης, τη χρήση ενέργειας από ήπιες μορφές παραγωγής της και τις καταναλωτικές πρακτικές. Οι τρεις αυτές ενότητες πρέπει να αποτελέσουν ειδικές θεματικές ενημέρωσης με άμεσα αποτελέσματα, διότι το κοινωνικό έδαφος για τη συμμετοχή είναι υπαρκτό.

Πηγές ενημέρωσης

Οι πολίτες φαίνεται να είναι ευαισθητοποιημένοι σε θέματα κλιματικής αλλαγής και διατεθειμένοι να ενεργοποιηθούν, αυτό όμως γίνεται σε ατομικό επίπεδο και όχι συστηματικά. Αυτός είναι ασφαλώς ένας θετικός δείκτης, ωστόσο ταυτόχρονα υποδεικνύει ότι η ενεργοποίηση των πολιτών επαφίεται πρωτίστως στο ατομικό αίσθημα ευθύνης, καθώς αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει ανάγκη τόσο για καλύτερη ενημέρωση όσο και για συστηματικότερη εκπαίδευση, ιδίως στο σκέλος της προσαρμογής, αλλά λειτουργούν αποσπασματικά και χωρίς συντονισμό.

Οι μηχανισμοί που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε αυτή την κατεύθυνση είναι πρωτίστως το σχολείο, που αποτελεί και ιμάντα μεταβίβασης της σχετικής γνώσης και ευαισθησίας από τα παιδιά προς τους γονείς, η ενημέρωση στο εγγύτερο στον πολίτη επίπεδο (Δήμος, Περιφέρεια, γειτονιά), οι δημόσιοι φορείς αλλά και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Οι πιο σημαντικοί δίαυλοι ενημέρωσης και περαιτέρω ευαισθητοποίησης είναι το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τις νεότερες γενιές, και τα παραδοσιακά μέσα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες) για τις μεγαλύτερες. Συνεπώς, η επιλογή του κατάλληλου μέσου για το εκάστοτε στοχευόμενο κοινό είναι ένας κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας κάθε στρατηγικής για την καλλιέργεια μιας κουλτούρας περιβαλλοντικής ευθύνης.

Ειδικά θέματα

Η καλλιέργεια περιβαλλοντικής κουλτούρας εμπεριέχει επίσης τη διάσταση της ετοιμότητας και της ικανότητας αντίδρασης απέναντι σε υπαρκτούς κινδύνους. Εδώ, αποτυπώνεται και πάλι μια απόσταση ανάμεσα στο πεδίο της θεσμικής πολιτικής και στο επίπεδο της ατομικής σφαίρας: οι πολίτες κατά κανόνα δεν έχουν υπόψη κάποιο σχέδιο έκτακτης ανάγκης, επομένως είναι σαφής η αναγκαιότητα τόσο για την εκπόνηση σχεδίων σε τοπικό επίπεδο, όσο και κατάλληλης ενημέρωσης-εκπαίδευσης των πολιτών προκειμένου τα σχέδια αυτά να είναι αποτελεσματικά.

Αντίθετα, στην πλειονότητά τους οι πολίτες δηλώνουν ότι έχουν προετοιμάσει κάποιο σχέδιο έκτακτης ανάγκης στο νοικοκυριό τους. Φαίνεται, λοιπόν, να υπάρχει μια εμπειρική γνώση και προετοιμασία, η οποία ωστόσο ενδέχεται να μην είναι πάντοτε ορθή ή επαρκής, ως εκ τούτου χρειάζεται να αξιοποιηθεί αλλά και να συστηματοποιηθεί μέσα από εκπαίδευση σε συγκεκριμένα πρωτόκολλα.

Ταυτόχρονα, οι πολίτες εκτιμούν τη χρησιμότητα και αποτελεσματικότητα της υπηρεσίας του 112, που είναι απλή και αφορά το σύνολο του πληθυσμού. Οι περισσότεροι έχουν πράγματι λάβει μήνυμα (ιδίως οι πιο εξοικειωμένοι με τα smartphones) και έχουν ακολουθήσει τις προτεινόμενες οδηγίες. Το 112 φαίνεται να προκαλεί ένα αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες, να τους κινητοποιεί και να τους δίνει την αίσθηση ότι η Πολιτεία είναι εδώ. Ωστόσο η επικοινωνία μέσω του 112 θα πρέπει να είναι πιο στοχευμένη και πιο συγκεκριμένη.

Από την άλλη, η ασφάλιση της προσωπικής περιουσίας έναντι φυσικών κινδύνων δεν είναι μια πρακτική με την οποία οι πολίτες είναι εξοικειωμένοι. Αν και είναι καταρχήν διατεθειμένοι να τη σκεφτούν ωστόσο λίγοι πράγματι την υιοθετούν. Σημαντικό ρόλο εδώ φαίνεται να παίζει το πόσο "ορατός" είναι και πόσο τους αφορά ο κίνδυνος από τις φυσικές καταστροφές, οι οποίες είναι μεν σοβαρές αλλά επέρχονται σπάνια, καθώς και η έλλειψη σχετικής ενημέρωσης αλλά και η οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η ασφάλιση.

Τελικά σχόλια

Η κατάστρωση μιας εθνικής στρατηγικής για την κλιματική αλλαγή θα πρέπει να έχει στο επίκεντρό της την καλλιέργεια μιας νέας κουλτούρας για το περιβάλλον και τη σχέση του με την ανθρώπινη δραστηριότητα.

Η καλλιέργεια αυτής της κουλτούρας εκκινεί από τη γεφύρωση των χασμάτων αντίληψης που αποτυπώθηκαν στην έρευνα. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αποφασιστικής σημασίας:

  • Να αντιλαμβανόμαστε το παγκόσμιο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής με όρους εθνικού και τοπικού, και αντίστροφα το τοπικό με όρους πλανητικούς.
  • Να κατανοήσουμε πώς οι μακροπρόθεσμες απειλές συνδέονται με τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους, αλλά και πώς οι άμεσες ενέργειές μας συνδέονται με τις πιο έμμεσες παρεμβάσεις –για παράδειγμα, οι άμεσες πολιτικές οικονομικής ανάταξης μπορεί να αποβούν καταστροφικές εάν δεν εναρμονίζονται με τις έμμεσες πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος.
  • Να διασφαλίσουμε ότι η ευρύτερη αποδοχή της στροφής προς ένα νέο και βιώσιμο αναπτυξιακό ενεργειακό μοντέλο θα μπορέσει να κερδίσει τη συναίνεση των πολιτών και στις επιμέρους και ειδικότερες εκφάνσεις του (π.χ. ανεμογεννήτριες).
  • Να διαμορφώσουμε ένα πιο ορθολογικό και αποτελεσματικό θεσμικό οικοδόμημα αντιμετώπισης των απειλών, το οποίο θα κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και θα αξιοποιήσει συστηματικά και οργανωμένα τη διάθεσή τους να συμμετάσχουν σε ατομικές και συλλογικές δράσεις.

Για να το πετύχουμε αυτό, χρειαζόμαστε έναν συνδυασμό αφενός αποτελεσματικών και ισχυρών θεσμών και αφετέρου συστηματικής ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης των πολιτών.

Θεσμοί – Πολιτεία

Η απουσία παγκόσμιων θεσμών διεύθυνσης των δράσεων για την κλιματική αλλαγή ρίχνει το βάρος στο εθνικό επίπεδο. Απαιτείται, επομένως, ένα εθνικό σχέδιο για τον εξορθολογισμό και την ενίσχυση του μηχανισμού αντιμετώπισης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, που μεταξύ άλλων προϋποθέτει:

  • Σαφείς αρμοδιότητες και πεδίο ευθύνης σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης.
  • Αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με αυξημένες ευθύνες και διακριτό ρόλο, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα στο τοπικό επίπεδο.
  • Ανάδειξη της Πολιτικής Προστασίας σε επιτελικό μηχανισμό συντονισμού και εποπτείας του κρατικού μηχανισμού συνολικά, ενημέρωσης και εκπαίδευσης του πολίτη, σχεδιασμού για τη διαχείριση κινδύνου σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

Πολίτες – Κοινωνία πολιτών

Η διαπιστωμένη ευαισθησία της ελληνικής κοινωνίας σε θέματα κλιματικής αλλαγής πρέπει να αξιοποιηθεί κατάλληλα, μέσα από έναν συνδυασμό ενημέρωσης, διαπαιδαγώγησης και κινητοποίησης:

  • Έγκαιρη ενημέρωση και συστηματική-βιωματική εκπαίδευση για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων απειλών και κινδύνων.
  • Οργανωμένη διαπαιδαγώγηση για την κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις της ώστε να γεφυρωθούν τα χάσματα αντίληψης, στο πιο κοντινό στον πολίτη επίπεδο (σχολείο, Δήμος, γειτονιά), και με έμφαση σε ήπιες μορφές ατομικής πρακτικής, όπως η ανακύκλωση, στις οποίες κρίσιμο ρόλο παίζει η αξιοπιστία της ανταπόκρισης του κράτους.
  • Καλλιέργεια της συλλογικής κουλτούρας εθελοντισμού, ώστε να μην είναι μια συγκυριακή αλλά μια συστηματική διάσταση στη ζωή των ανθρώπων.

Προς μια νέα περιβαλλοντική κουλτούρα

Αν εξετάσουμε την ελληνική κοινωνία συγκριτικά σε διεθνές επίπεδο, διαπιστώνουμε ότι δεν υστερεί σε επίπεδο περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Οι πολίτες είναι αρκετά ευαισθητοποιημένοι και επιδεικνύουν διάθεση συμμετοχής. Δεν είμαστε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από ανευθυνότητα απέναντι στο περιβάλλον, αλλά μάλλον από αντιληπτικά χάσματα, άγνοια και ελλιπή ενημέρωση, ανορθολογική οργάνωση του θεσμικού μηχανισμού και της ατομικής πρακτικής. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το περιβάλλον κάλλιστα μπορεί να καταστρέφεται ή να επιβαρύνεται από μειοψηφικές πρακτικές. Δεν χρειάζονται όλοι για να μπει μια φωτιά, αρκεί ένας. Δεν χρειάζονται όλοι για να μολυνθεί μια περιοχή ή ο υδροφόρος ορίζοντας, αρκεί μια βιομηχανία που δεν τηρεί τους περιβαλλοντικούς κανόνες.

Οι καλές προθέσεις υπάρχουν, αλλά πρέπει να βρουν διέξοδο παράλληλα με τη διαρκή μείωση των ρυπογόνων πρακτικών.

Είναι ανάγκη, επομένως, να δοθούν οι κατάλληλες ευκαιρίες, με τρόπο συστηματικό και οργανωμένο, ώστε η διαθεσιμότητα των πολιτών να εκφραστεί πληρέστερα, ατομικά και συλλογικά. Απαραίτητη προϋπόθεση εδώ είναι η αναβάθμιση του στοιχείου της ενεργού συμμετοχής στο τοπικό και στο πιο κοντινό στον πολίτη επίπεδο.

Μια εθνική στρατηγική για την κλιματική αλλαγή οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη αυτές τις παραμέτρους, που είναι κρίσιμες για την καλλιέργεια μιας νέας περιβαλλοντικής κουλτούρας.