Αρθρογραφια |

Ακτινογραφώντας Τις Απόψεις Της Κοινωνίας Για Την Κλιματική Αλλαγή – Συμπεράσματα Και Προτάσεις

Ο καθηγητής του ΕΚΠΑ Κωνσταντίνος Καρτάλης αναλύει τις απόψεις των Ελλήνων για ζητήματα που αφορούν στην κλιματική αλλαγή, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στην πρόσφατη έρευνα του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας που δημοσιεύτηκε από τη διαΝΕΟσις.

Τα αναλυτικά αποτελέσματα της έρευνας που διεξήχθη τον Απρίλιο του 2022 για λογαριασμό του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και δημοσιεύτηκαν από τη διαΝΕΟσις -αλλά και η συνθετική  αποτύπωσή τους όπως εύστοχα αναπτύσσεται στην ανάλυση του Θ. Γεωργακόπουλου- συνιστούν μια εξαιρετικά χρήσιμη ακτινογραφία των απόψεων της ελληνικής κοινωνίας για την κλιματική αλλαγή, όπως και αν επιχειρηθεί η ανάλυση: με βάση την ηλικία, το φύλο, την περιοχή διαμονής, το μορφωτικό επίπεδο, την εργασία, τις πολιτικές πεποιθήσεις.

Ένα πρώτο σημείο που καταγράφεται είναι η αντίφαση στη σημασία που αποδίδεται στα προβλήματα της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής ανάλογα με το αν το πεδίο αναφοράς είναι ο πλανήτης ή η Ελλάδα.

Στην περίπτωση του πλανήτη, η σημασία που αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή είναι υψηλή, ενώ σε αυτή της Ελλάδας εντυπωσιακά χαμηλή και ενδεχομένως οφείλεται στην οικονομική κρίση της τελευταίας 12ετίας που ανέδειξε τα οικονομικά ζητήματα σε 1η προτεραιότητα ή και στην αντίληψη ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης δεν αφορούν την Ελλάδα, παρά μόνο άλλες περιοχές του πλανήτη. Αν ισχύει το δεύτερο, ο κίνδυνος του εφησυχασμού είναι παραπάνω από ορατός, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι αντίστοιχες έρευνες στο εξωτερικό για το ίδιο θέμα εμφανίζουν σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά πολιτών που θεωρούν την κλιματική αλλαγή ως ένα από τα σοβαρότερα θέματα για τη χώρα τους (Ipsos, 2022).

Σημαντικό σημείο που προκύπτει από την έρευνα είναι η άποψη των ερωτώμενων ότι το πρόβλημα έχει ανθρωπογενή προέλευση, σημείο που είναι εξαιρετικά σημαντικό καθώς δεν έλειψαν οι παραδοσιακοί αρνητές της κλιματικής αλλαγής με επιχειρήματα που περισσότερο προκάλεσαν σύγχυση στο ευρύτερο κοινό παρά διευκόλυναν έναν εποικοδομητικό διάλογο για το θέμα.

Σημαντικό σημείο επίσης είναι η διάθεση για την ανάληψη πρωτοβουλιών για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, γεγονός που διαμορφώνει μια δυναμική για την υποστήριξη συμμετοχικών δράσεων αλλά και ατομικών πρωτοβουλιών, ενώ αξιοσημείωτη είναι η θετική ανταπόκριση των ερωτώμενων σε νέες τεχνολογικές δυνατότητες επικοινωνίας (όπως το 112) του κλιματικού ή φυσικού κινδύνου, αλλά και η ισχυρή πεποίθηση ότι η εκπαίδευση και η ενημέρωση μπορούν να υποστηρίξουν τη δραστηριοποίηση των πολιτών σε πρακτικές για την προστασία του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Αν ξεχώριζα 2-3 ανησυχητικά στοιχεία σίγουρα θα ήταν η δυσπιστία στις προσπάθειες τόσο της Ελλάδας όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπιση του προβλήματος της κλιματικής αλλαγής. Και αν για την Ελλάδα το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής άργησε να αποτελέσει κύρια πολιτική προτεραιότητα, οι πολιτικές στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και πλούσιες και διακρίνονται για το βάθος και τη στόχευσή τους σε σύγκριση με αυτές στις ΗΠΑ, την Κίνα και σε άλλες γωνιές του πλανήτη.

Θα ξεχώριζα επίσης τη δηλούμενη άγνοια για τα σχέδια έκτακτης ανάγκης των Δήμων σε περίπτωση πλημμύρας/σεισμού/πυρκαγιάς, γεγονός που επιβάλλει μια αναδιάρθρωση του συστήματος πολιτικής προστασίας στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Και βεβαίως την περίπτωση των ανεμογεννητριών, όπου μεγάλο μέρος των ερωτώμενων, σχεδόν από όλο το φάσμα της κοινωνίας και ανεξάρτητα από το επίπεδο εκπαίδευσης, θεωρεί ότι η εν λόγω τεχνολογία καταστρέφει αντί να βελτιώνει την κατάσταση, αλλά και ότι συνδέεται με τις δασικές πυρκαγιές. Θα άξιζε μία ειδικότερη δημοσκόπηση για αυτό το θέμα ώστε να διαπιστωθούν τα αίτια πίσω από αυτή τη θεώρηση.

Τέλος, έχει ενδιαφέρον ότι οι ερωτώμενοι κατατάσσουν τους πολίτες ως κύριους υπεύθυνους μαζί με τις εθνικές κυβερνήσεις και την Ευρωπαϊκή Ένωση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ενώ αναγνωρίζουν ιδιαίτερα περιορισμένο ρόλο στους Δήμους, ίσως γιατί θεωρούν ότι δεν διαθέτουν είτε τις δυνατότητες είτε τις αρμοδιότητες.

To δίλημμα "Περιβάλλον ή Ανάπτυξη" παραμένει ακόμα ζωντανό τριάντα χρόνια μετά τη Διάσκεψη του Ρίο ντε Τζανέιρο

Στο ερώτημα "Οικονομική ανάπτυξη ή προστασία του περιβάλλοντος", μόνο οι ηλικίες άνω των 57 ετών (κάπως) διασώζονται, καθώς η (σωστή) απάντηση "Και τα δύο" λαμβάνει τις υψηλότερες τιμές από όλες τις άλλες ηλικιακές κατηγορίες. Ενδιαφέρον είναι ότι ο διχασμός στην απάντηση (είτε η οικονομική ανάπτυξη είτε η προστασία του περιβάλλοντος) είναι έντονος και στην περίπτωση των ερωτώμενων που είναι απόφοιτοι ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης αλλά και των φοιτητών. Η παραδοσιακή κλίση των συντηρητικών (πολιτικά) στρωμάτων προς την άποψη ότι η προστασία του περιβάλλοντος επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη, επιβεβαιώνεται και σε αυτή την έρευνα.

Οι άνθρωποι της υπαίθρου

Η έρευνα αναδεικνύει ανάγκες που συχνά κρύβονται πίσω από τους αριθμούς. Στο ειδικότερο ερώτημα που περιλαμβάνει μια σειρά κινδύνων (ξηρασία, ενεργειακή κρίση, πλημμύρες, ανεργία, οικονομικές ανισότητες, κ.ά.), οι γεωργοί αποδίδουν με τα υψηλότερα ποσοστά την κρισιμότητα των κινδύνων. Ισως αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι πρόκειται για ανθρώπους που καθώς είναι σε άμεση επικοινωνία με τη φύση αλλά και εξαρτώνται από την ισορροπία της, γνωρίζουν καλύτερα πώς η κλιματική αλλαγή μπορεί να επηρεάσει τη ζωή τους.

Η κυριαρχία του διαδικτύου

Η υπεροχή του διαδικτύου στην ενημέρωση των πολιτών δεν είναι έκπληξη. Έκπληξη είναι το ποσοστό των πολιτών (70%) που δηλώνει ότι ενημερώνεται από το διαδίκτυο για την κλιματική αλλαγή με ό,τι ευκαιρίες αυτό δημιουργεί (λ.χ. ειδικά ενημερωτικά αφιερώματα, webinars, κ.ά.) αλλά και με τον κίνδυνο που προκύπτει από την πληθώρα ανακριβών ή ψευδών αναρτήσεων στο διαδίκτυο αλλά και την καταστροφολογία που τις διακρίνει.

Έκπληξη επίσης αποτελεί το γεγονός ότι η υπεροχή του διαδικτύου στην ενημέρωση εμφανίζεται να είναι σχεδόν ανεξάρτητη από κάθε άλλη παράμετρο (είδος εργασίας, περιοχή κατοικίας, μορφωτικό επίπεδο, κ.ά.), με μία μικρή εξαίρεση για την ηλικία όπου η κατηγορία Silent (>77 ετών) καταγράφεται με ποσοστό που ναι μεν δεν είναι ευκαταφρόνητο (περίπου 21%), πλην όμως δεν συγκρίνεται με τα θηριώδη ποσοστά των άλλων ηλικιακών κατηγοριών.

Οι δύο όψεις του Ιανού: υπεροχή των ΑΠΕ έναντι στα ορυκτά καύσιμα αλλά και δυσπιστία προς τις ανεμογεννήτριες

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) υπερέχουν των ορυκτών καυσίμων σε όλες τις κατηγορίες, αν και λιγότερο όταν οι ερωτώμενοι ανήκουν στο πολιτικό φάσμα "δεξιά/ακροδεξιά" ή αν πρόκειται για γεωργούς. Η εξήγηση ως προς το πολιτικό φάσμα μάλλον σχετίζεται με τη συντηρητική διάθεση απέναντι σε νέες τεχνολογίες ή καινοτομίες που εμφανίζει αυτή η ομάδα πληθυσμού. Σε ό,τι αφορά στους γεωργούς, οφείλεται στη δυσπιστία ως προς το κατά πόσο οι ΑΠΕ συγκροτούν μία πηγή ενέργειας που διασφαλίζει συνέχεια και συνέπεια στην παροχή της, και κατά συνέπεια υποστηρίζει τις ανάγκες της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Ενδεχομένως δε να σχετίζεται και με την ανησυχία της κατάληψης από τις ΑΠΕ γόνιμων αγροτικών εκτάσεων.

Ομως εκεί που τα αποτελέσματα "κλονίζουν" είναι στα καταγραφόμενα πλειοψηφικά ποσοστά συμφωνίας με την άποψη ότι οι ανεμογεννήτριες φυτρώνουν στις περιοχές όπου σημειώθηκαν καταστροφικές πυρκαγιές, σε όλες τις κατηγορίες ακόμα και στις κατηγορίες Generation Z, στο εκπαιδευτικό επίπεδο "ανώτερη/ανώτατη", στους φοιτητές (65%) και στους γεωργούς/κτηνοτρόφους (74,7%). Ομοίως προβληματίζουν οι μοιρασμένες απαντήσεις "Συμφωνώ – Διαφωνώ" στο ερώτημα αν οι ανεμογεννήτριες αντί να βοηθούν το περιβάλλον το επιβαρύνουν. Ένα συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει από τις απαντήσεις για τις ανεμογεννήτριες είναι ότι χρειάζεται εντατική ενημέρωση της κοινωνίας στο σύνολό της αλλά και των τοπικών κοινωνιών ειδικότερα. Προκύπτει επίσης ότι οι αρνητικές απόψεις συνδέονται με την περιορισμένη διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες ή και με την υπερβολή αρκετών σχεδίων εγκατάστασης ανεμογεννητριών σε ευαίσθητες περιοχές, ιδιαίτερα δε αυτών που αγνοούν τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής υποδοχής.

Περισσότερη ενημέρωση – Εκπαίδευση για όλους

Στις απαντήσεις τους οι πολίτες επισημαίνουν τη σημασία της εκπαίδευσης στο σχολείο και ουσιαστικά αναζητούν δράσεις ενημέρωσης από το κράτος και την αυτοδιοίκηση (περιφερειακή και τοπική). Προκύπτει κατά συνέπεια ανάγκη για τον συντονισμό των εκπαιδευτικών και ενημερωτικών δράσεων ώστε τα αποτελέσματα να μεγιστοποιούνται και να αποφεύγονται περιττές επαναλήψεις. Στο αντικείμενο αυτό, ο ρόλος του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας μπορεί να είναι κεντρικός μέσα από τη διαμόρφωση ενός ενιαίου πλαισίου που θα υποστηρίζεται από τα πανεπιστήμια, τα σχολεία, τους Δήμους, τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κ.ά. και παράλληλα θα τροφοδοτεί σχετικές δράσεις και στους χώρους εργασίας.

Διαχείριση κινδύνου – Μια ανοικτή πρόκληση

Στην περίπτωση της διαχείρισης κινδύνου (λ.χ. δασική πυρκαγιά, πλημμύρα, σεισμός), είναι αναγκαία η κατάρτιση ενός συστήματος πιστοποίησης των σχεδίων έκτακτης ανάγκης των Δήμων ώστε να ανταποκρίνονται στις ειδικότερες ανάγκες ανά Δήμο, ενώ προέχει η ενημέρωση των δημοτών και η πραγματοποίηση ασκήσεων ετοιμότητας που σήμερα αναζητούνται –στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης– μάλλον με το κυάλι. Και πάλι, το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας έχει τη δυνατότητα να αναλάβει συντονιστικό ρόλο αλλά και να συμβάλει με την τεχνογνωσία που διαθέτει στην κατάρτιση των σχεδίων έκτακτης ανάγκης.  

Προσοχή στην ύπαιθρο και στον αγροτικό πληθυσμό

Η αυξημένη ανησυχία των γεωργών/κτηνοτρόφων για την κλιματική αλλαγή διαμορφώνει μια σημαντική προτεραιότητα για την κατάρτιση ειδικών σχεδίων προστασίας της αγροτικής παραγωγής από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ειδικά σε περιοχές που ήδη διαπιστώνεται αποδόμηση του υδροφόρου ορίζοντα και μείωση της υγρασίας εδάφους. Προτεραιότητα επίσης αποτελεί η κατάρτιση των κανόνων για τη χωροθέτηση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας σε περιοχές υψηλής γεωργικής παραγωγικότητας.

Σχέδια προσαρμογής με θεματική αναφορά

Οι πολίτες συμφωνούν ότι η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα και παρά το γεγονός ότι δεν την κατατάσσουν στα κύρια προβλήματα της χώρας, εντούτοις ανησυχούν για τις επιπτώσεις της. Υπό αυτό το πρίσμα, η κατάρτιση σχεδίων προσαρμογής (adaptation plans) για την κλιματική αλλαγή, με διαφοροποίηση ως προς το αν αναφέρονται στη γεωργία, στον τουρισμό, στις πόλεις, στις αρχαιολογικές περιοχές, κλπ., αποτελεί 1η προτεραιότητα κατά κύριο λόγο της κεντρικής διοίκησης (Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας).

Ο καιρός της καθαρής ενέργειας

Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής προϋποθέτει τη μετάβαση σε καθαρή ενέργεια (ηλιακή και αιολική ενέργεια, γεωθερμία, υδροηλεκτρική ενέργεια, κ.ά.). Η παράλογη "δαιμονοποίηση" της αιολικής ενέργειας (ανεμογεννήτριες) υπονομεύει τη μετάβαση και ακυρώνει μία σημαντική πηγή καθαρής ενέργειας. Η ολοκλήρωση της αναθεώρησης του εθνικού χωροταξικού σχεδίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελεί ζήτημα πρώτης προτεραιότητας, ενώ η διαμόρφωση ενός πλαισίου διαβούλευσης με τις τοπικές κοινωνίες για τέτοιου είδους επενδύσεις θα περιορίσει τις ανυπόστατες απόψεις (μία ακόμη ελληνική πρωτοτυπία) σε βάρος των ανεμογεννητριών, εκτός βέβαια αν προτιμούμε τους πετρελαϊκούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που παρά το γεγονός ότι ρυπαίνουν, δεν γνώρισαν καμία κινητοποίηση σε βάρος τους.

Η ώρα για ένα εθελοντικό κίνημα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διαχείριση των κινδύνων

Οι πολίτες στις απαντήσεις τους αναδεικνύουν τη διάθεσή τους να προσφέρουν, να αναλάβουν ευθύνες και να υποστηρίξουν πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Συχνά η διάθεσή τους μένει χωρίς αντίκρισμα, καθώς απουσιάζει ένα οργανωμένο πλαίσιο εθελοντισμού (ίσως το μόνο να ήταν αυτό κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004). Η απουσία όμως ενός τέτοιου πλαισίου διαμορφώνει και την ευκαιρία για τη δημιουργία και τον συντονισμό του από το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, αρκεί να συνοδεύεται από την τακτοποίηση των νομικών εκκρεμοτήτων που σχετίζονται με τον εθελοντισμό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη διαχείριση κινδύνων.

*Ο Κωνσταντίνος Καρτάλης είναι Καθηγητής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κλιματική Αλλαγή.