Ποια είναι η κατάσταση της ισότητας των φύλων στην Ελλάδα σήμερα; Τι «κρατάει πίσω» τις γυναίκες, δηλαδή τον μισό περίπου πληθυσμό, στην εργασία, στην ηγεσία, στην οικογένεια και στην υγεία; Πώς η θέση των γυναικών σχετίζεται με το Δημογραφικό; Με ποιους τρόπους τα στερεότυπα και οι αξίες γύρω από τα φύλα διαμορφώνουν και συντηρούν τις ανισότητες; Και τελικά τι μπορεί να κάνει το ελληνικό κράτος για όλα αυτά; Πόσο καλά τα πήγαμε στο παρελθόν και τι μένει να γίνει στο μέλλον;
Διαβάστε Ολόκληρη τη Μελέτη (.PDF)
Η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις, με τον εύγλωττο τίτλο «Μεταξύ φύλων», παρουσιάζει και συνθέτει ένα αξιοθαύμαστο εύρος δεδομένων που περιγράφουν την κατάσταση γύρω από την ισότητα των φύλων στη χώρα μας. Οι τρεις συγγραφείς, η καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο, Αντιγόνη Λυμπεράκη, η επίκουρη καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Southampton, Κατερίνα Γλυνιαδάκη και ο διδάσκων στο Πάντειο, Θωμάς Γεωργιάδης, ανατρέχουν σε διεθνείς και τοπικές έρευνες και διερευνούν τη θέση της Ελλάδας, κυρίως στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η μελέτη διαπιστώνει ότι παρά τη σημαντική πρόοδο τα τελευταία 50 χρόνια, παραμένουν βαθιά χάσματα στην απασχόληση, στις αμοιβές και στην πολιτική εκπροσώπηση.
Διαβάστε μια Συνοπτική Παρουσίαση της Μελέτης (.PDF)
Ήδη από το πρώτο κεφάλαιό της, η μελέτη δίνει σημαντικούς ορισμούς γύρω από το φύλο και θέτει το πλαίσιο της ανάλυσης που ακολουθεί. Οι συγγραφείς αποσαφηνίζουν τη διαφορά μεταξύ βιολογικού (καθορισμένου από τα βιολογικά χαρακτηριστικά) και κοινωνικού (με βάση τους ρόλους ή άλλες πολιτισμικές επιρροές) φύλου. Αναφέρονται, επίσης, στις βασικές προσεγγίσεις σε σχέση με την ισότητα και τη διαφορά της από την ισοτιμία. Τέλος, μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία, αναδεικνύουν την αμφίδρομη, δυναμική σχέση μεταξύ των αντιλήψεων μιας κοινωνίας για το φύλο και των δεικτών που περιγράφουν την καθημερινότητα των ατόμων.
Γυναίκες, οικογένεια και Δημογραφικό
Την τελευταία δεκαετία, το λεγόμενο δημογραφικό πρόβλημα απασχολεί τακτικά τον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, και δικαιολογημένα. Με μια ματιά στους αριθμούς, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, ο ελληνικός πληθυσμός, εκτός από το ότι θα μειωθεί σημαντικά στο σύνολό του, προβλέπεται ότι θα έχει χάσει πολλούς ανθρώπους σε εργάσιμη ηλικία. Ταυτόχρονα, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας θα αυξηθούν. Πρόκειται ασφαλώς για ένα σύνθετο πρόβλημα με πολλές πλευρές και παράγοντες που το επηρεάζουν. Όμως, η δημόσια συζήτηση συχνά περιστρέφεται δυσανάλογα γύρω από τις γεννήσεις και τον ρόλο των γυναικών. Ένα βασικό επιχείρημα που ακούγεται συχνά, και αποτελούσε μάλιστα κοινό τόπο μεταξύ οικονομολόγων πριν τη δεκαετία του 1980, ήταν ότι όσο οι γυναίκες εισέρχονταν στην αγορά εργασίας τόσο έχαναν το ενδιαφέρον τους να κάνουν παιδιά. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;
Στην Ελλάδα, όπως πλέον σε πολλές ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, πράγματι ο «πιο διάσημος» σχετικός δείκτης, οι γεννήσεις ανά γυναίκα, είναι πολύ πιο χαμηλά από το όριο αναπλήρωσης. Με 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, ένας πληθυσμός παραμένει σταθερός, όμως στην Ελλάδα βρισκόμαστε εδώ και πολλά χρόνια κοντά στα 1,25 παιδιά. Ωστόσο, αυτό είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας. Παράλληλα, η χώρα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: η Ελλάδα κατατάσσεται στην 26η θέση ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη, με ποσοστό συμμετοχής κοντά στο 60% το 2024, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι περίπου 11 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος. Επομένως, οι γυναίκες στην Ελλάδα, παρότι εργάζονται πολύ πιο συχνά σε σχέση με το παρελθόν (μόνο 37% εργάζονταν το 1983), συμμετέχουν στην αγορά εργασίας πολύ λιγότερο από ό,τι οι γυναίκες σε χώρες με υψηλότερο δείκτη γονιμότητας, όπως η Δανία ή η Σουηδία. Ταυτόχρονα, αμείβονται επίσης χειρότερα: το ωριαίο μισθολογικό χάσμα στην Ελλάδα ξεπερνάει επίσης τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (13,4% το 2024 έναντι 11,1%). Αντιστοίχως, στα ζευγάρια με παιδιά, οι γυναίκες ασχολούνται πολύ περισσότερο από τους άνδρες με τις δουλειές του νοικοκυριού ή με τη φροντίδα των παιδιών.
Τα παραπάνω στοιχεία αφενός, φανερώνουν τα σοβαρά προβλήματα που έχει το επιχείρημα ότι όσο οι γυναίκες εργάζονται σταματούν να κάνουν παιδιά. Αφετέρου, δείχνουν ότι η ελληνική αγορά εργασίας δυσκολεύεται πολύ περισσότερο από ό,τι οι αγορές άλλων χωρών να αξιοποιήσει με δίκαιο τρόπο μια βασική «δεξαμενή» εργαζόμενων, τις γυναίκες, που είναι επιπλέον καλύτερα εκπαιδευμένες κατά μέσο όρο από τους άνδρες, καθώς μετά το 2010 είναι λίγο πιο πιθανό να έχουν πτυχίο ΑΕΙ. Αυτό, μάλιστα, συμβαίνει τη στιγμή που γνωρίζουμε με αρκετή βεβαιότητα ότι η ελληνική οικονομία ήδη χρειάζεται –και θα χρειάζεται ακόμη περισσότερο στο μέλλον– περισσότερα και καλύτερα εκπαιδευμένα άτομα να εργάζονται.
Ωστόσο, πολύ περισσότερο και από τα παραπάνω, τα δεδομένα φαίνεται να συγκλίνουν σε ένα πιο σημαντικό σημείο: η θέση των γυναικών στην ελληνική κοινωνία και στις δημόσιες πολιτικές αξίζει μια πολύ πιο συνολική προσέγγιση από αυτή που της επιφυλάσσει ο δημόσιος διάλογος, μέσα από το φίλτρο της δημιουργίας οικογένειας και από τα κατά καιρούς μέτρα ενίσχυσης των γεννήσεων ή ακόμα και τις στοχευμένες πολιτικές για την ισότητα των φύλων. Χωρίς, φυσικά, να μην έχουν κι αυτά τον ρόλο τους, δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να δημιουργήσει κανείς μια πιο δίκαιη κοινωνία στη χώρα, από την οποία θα ωφελείται ολόκληρος ο πληθυσμός σε πολλά επίπεδα, αν δεν παρατηρήσει συνολικά την εμπειρία της ζωής των γυναικών και των ανδρών: το πώς μεγαλώνουν, εκπαιδεύονται, εργάζονται και γερνούν, το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο στο οποίο ζουν, τα στερεότυπα και τους περιορισμούς με τα οποία έρχονται αντιμέτωπες ή αντιμέτωποι, τους κινδύνους κακοποίησης, καθώς και τις ευρύτερες αξίες του πληθυσμού γύρω από την ισότητα των φύλων, που συχνά βρίσκονται πίσω από συμπεριφορές και εμπόδια που παρατηρούμε ξανά και ξανά.
Εκπαίδευση, εργασία και αμοιβές
Η ανισότητα των φύλων στην ελληνική κοινωνία φαίνεται ότι θεμελιώνεται από την παιδική ηλικία. Αφενός, οι γονείς και το εκπαιδευτικό σύστημα κατευθύνουν τα αγόρια και τα κορίτσια σε διαφορετικούς κοινωνικούς ρόλους, ενώ συχνά και τα ίδια τα σχολικά εγχειρίδια αναπαράγουν στερεότυπα. Ένα σημαντικό αποτέλεσμα που συνδέεται με τα παραπάνω και είναι αρκετά έντονο στην Ελλάδα είναι το μικρό ποσοστό γυναικών στους τεχνολογικούς και θετικούς κλάδους. Παρά τις υψηλές εκπαιδευτικές επιδόσεις των κοριτσιών (όπως προαναφέραμε, είναι πλέον πιο πιθανό να είναι απόφοιτες ΑΕΙ από τους άνδρες), σύμφωνα με την ευρωπαϊκή έκθεση «She Figures» για το 2024, οι γυναίκες στην Ελλάδα αποτελούν μόνο το 30% των αυτοαπασχολούμενων στους τομείς Επιστήμης & Μηχανικής και Τεχνολογίας Πληροφορικής & Επικοινωνιών (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του 2021). Μια αρκετά διαδεδομένη εξήγηση για αυτό το φαινόμενο είναι ότι από μικρή ηλικία τα κορίτσια εσωτερικεύουν την αρνητική προκατάληψη ότι «τα μαθηματικά δεν είναι για εκείνες» και αποφεύγουν τις πολυτεχνικές και τεχνολογικές σχολές.
Μετά την εκπαίδευση, ακολουθεί η εργασία. Εδώ η μελέτη της διαΝΕΟσις σημειώνει τη σημαντική πρόοδο από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα, όταν το ποσοστό απασχόλησης γυναικών ηλικίας 20-64 ετών αυξήθηκε σταθερά (με την εξαίρεση της περιόδου της οικονομικής κρίσης), κατά περίπου 23 ποσοστιαίες μονάδες, μέχρι το 59,9% που βρίσκεται σήμερα. Μάλιστα, έξι από τις 23 αυτές μονάδες αύξησης αντιστοιχούν στην πολύ πρόσφατη περίοδο 2021-2024. Όμως, παρά τη μεγάλη πρόοδο, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες «έτρεξαν» πιο γρήγορα και το ελληνικό χάσμα στην αγορά εργασίας (δηλαδή, η διαφορά μεταξύ εργαζόμενων γυναικών και ανδρών) είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ (18,8 ποσοστιαίες μονάδες έναντι 10). Μάλιστα, το χάσμα αυτό είναι πιο έντονο για ορισμένες ομάδες γυναικών. Στις ηλικίες 55 έως 64 ετών φτάνει τις 22,5 ποσοστιαίες μονάδες. Στον μεταναστευτικό πληθυσμό ηλικίας 15 έως 64 ετών προσεγγίζει τις 40 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, οι Ελληνίδες αντιμετωπίζουν το υψηλότερο ποσοστό ανέργων γυναικών στην ΕΕ, με ποσοστό 12,8% το 2024.
Εντούτοις, οι ανισότητες δεν σταματούν εδώ. Οι εργαζόμενες πολύ συχνά, αν όχι πάντα, δουλεύουν επιπλέον τη λεγόμενη «δεύτερη βάρδια». Αφού ολοκληρώσουν το ωράριο της αμειβόμενης δουλειάς τους, επιστρέφουν στο σπίτι και αναλαμβάνουν την (απλήρωτη) οικιακή εργασία και τη φροντίδα της οικογένειας. Όπως είδαμε πιο πάνω, οι Ελληνίδες είναι πολύ πιο πιθανό να ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού και με τη φροντίδα των παιδιών, όχι μόνο σε σχέση με τους άνδρες, αλλά και σε σχέση με τις γυναίκες στην υπόλοιπη ΕΕ, οι οποίες, βέβαια, επίσης επωμίζονται δυσανάλογα μια παρόμοια «δεύτερη βάρδια». Χωρίς, δυστυχώς, να προκαλεί μεγάλη έκπληξη, η ανισότητα αυτή εμποδίζει την επαγγελματική εξέλιξη των γυναικών: 1 στις 4 μη ενεργές επαγγελματικά Ελληνίδες δηλώνει ως αποκλειστικό λόγο μη αναζήτησης εργασίας τις αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων.
Οι εργαζόμενες γυναίκες είναι επίσης πιο πιθανό να αμείβονται χειρότερα για την ίδια δουλειά σε σχέση με τους άνδρες και αυτό το μισθολογικό χάσμα αποτελεί ένα ακόμη εμπόδιο. Ενώ στην αρχή της επαγγελματικής τους ζωής, οι αμοιβές των νέων ανδρών και γυναικών βρίσκονται κοντά, στην πορεία της καριέρας το χάσμα διευρύνεται. Η μελέτη διαπιστώνει ότι ο κύριος μηχανισμός που διευρύνει τις μισθολογικές ανισότητες είναι η λεγόμενη «ποινή της μητρότητας»: Η απόκτηση ενός παιδιού πολύ συχνά λειτουργεί ως επαγγελματική και οικονομική «τιμωρία» για τη μητέρα, καθώς πολλοί εργοδότες θεωρούν ότι οι μητέρες δεν είναι αφοσιωμένες στην εργασία τους.
Αντίθετα, οι αποδοχές των πατέρων τείνουν να αυξάνονται μετά την τεκνοποίηση. Για παράδειγμα, σύμφωνα με μια ανάλυση στοιχείων της Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ του 2008, μια νέα γυναίκα χωρίς παιδιά, που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, στην ηλικία των 45 ετών αμείβεται κατά 23,5% λιγότερο από έναν άνδρα της ίδιας ηλικίας. Όταν, όμως, η γυναίκα αυτή είναι μητέρα, το μισθολογικό χάσμα εκτοξεύεται στο 41,4%. Οι απώλειες αυτές, τόσο από τις μειωμένες αποδοχές όσο και από πιθανές διακοπές της ασφάλισης, σωρεύονται και μεταφέρονται σχεδόν αυτούσιες στα χρόνια της σύνταξης. Η μισθολογική ποινή της μητρότητας μετατρέπεται σε συνταξιοδοτική ποινή. Στην Ελλάδα, το χάσμα φύλου στη συνταξιοδοτική κάλυψη, η διαφορά ανδρών και γυναικών στο κατά πόσο λαμβάνουν συντάξεις, φτάνει περίπου τις 16 ποσοστιαίες μονάδες στις ηλικίες 65 έως 79 ετών.
Συνοπτικά, οι Ελληνίδες εργάζονται σε μικρότερο ποσοστό, αμείβονται λιγότερο για την ίδια εργασία, «μένουν πίσω» περισσότερο από τους άνδρες όταν αποκτούν παιδιά, και κάνουν συχνότερα μια απλήρωτη «δεύτερη βάρδια» με τις δουλειές του σπιτιού – όλα τα παραπάνω συμβαίνουν σε βαθμό που συνήθως ξεπερνάει τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Στο δυσμενές περιβάλλον που τόσο γλαφυρά περιγράφουν οι δείκτες της απασχόλησης, σωρεύονται ευρύτερα προβλήματα, όπως είναι η αύξηση του κόστους ζωής και οι ελλείψεις σε υποδομές παιδικής φροντίδας. Έτσι, οι γυναίκες συνήθως αναβάλλουν τον πρώτο τοκετό για αργότερα ή, κάποιες φορές, δεν αποκτούν καθόλου παιδιά. Η μέση ηλικία της μητέρας κατά την απόκτηση του πρώτου παιδιού στην Ελλάδα ξεπερνά πλέον τα 31 έτη.
Λήψη αποφάσεων και ηγεσία
Η κατάσταση που περιγράφουν οι αριθμοί για την αγορά εργασίας αντανακλάται επίσης στη συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων, είτε πρόκειται για τα Διοικητικά Συμβούλια επιχειρήσεων είτε για την συμμετοχή στην πολιτική ηγεσία. Η εικόνα και εκεί περιγράφει την ανισότητα. Στις επιχειρήσεις, η συμμετοχή των γυναικών στα ΔΣ των εισηγμένων εταιρειών βρισκόταν κάτω από το 10% καθ' όλη τη δεκαετία του 2010. Ασφαλώς, η κατάσταση άλλαξε αισθητά μετά τη θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής ποσόστωσης 25% με τον Νόμο 4706/2020 και το ποσοστό των γυναικών στα Διοικητικά Συμβούλια αυξήθηκε από 12% το 2020 σε 27% το 2025. Ο Νόμος 5178/2025 αύξησε αυτό το όριο στο 33%. Παρά αυτήν τη νομοθετική πρόοδο, η Ελλάδα υστερεί έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος φτάνει το 35% και επιπλέον, τα ποσοστά αυτά, ελληνικά και ευρωπαϊκά, απέχουν κατά πολύ από το να αντιστοιχούν στην αναλογία ανδρών και γυναικών στον γενικό πληθυσμό.
Αντιστοίχως, στην πολιτική ζωή, τα στοιχεία των τελευταίων ετών αποκαλύπτουν μια επίμονη στασιμότητα. Το 2005, η γυναικεία εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο βρισκόταν στο 6%. Τη δεκαετία 2005-2015 σημειώθηκε σημαντική πρόοδος και το ποσοστό έφτασε στο 23%. Ωστόσο, από το 2015 έως το 2025, το ποσοστό των γυναικών βουλευτών παρέμεινε καθηλωμένο στο 23%. Μάλιστα, η στάσιμη αυτή εικόνα διαμορφώθηκε παρά τη θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής ποσόστωσης 40% για τους υποψήφιους βουλευτές με τον Νόμο 4604 του 2019. Τα πολιτικά κόμματα περιλαμβάνουν πλέον υποχρεωτικά περισσότερες γυναίκες στα ψηφοδέλτιά τους, αλλά οι πολίτες δεν τις εκλέγουν. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς τη γυναικεία κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, κοντά στην Ουγγαρία, τη Σλοβακία και τη Ρουμανία.
Υγεία και γήρανση
Ενώ οι γεννήσεις μειώνονται, οι άνθρωποι, και στην Ελλάδα, ζουν περισσότερα χρόνια. Συνεπώς, όσο ο πληθυσμός συνολικά μειώνεται, η σύνθεση των κοινωνιών αλλάζει: οι γηραιότεροι γίνονται σχετικά περισσότεροι από τους νεότερους. Με αυτόν τον τρόπο, η ανισότητα των φύλων μετά τα 65 έτη αποτελεί ήδη ένα σημαντικό πρόβλημα σήμερα, αλλά το ίδιο πρόβλημα θα γίνει ακόμα πιο σημαντικό στο μέλλον.
Ποια είναι, όμως, αυτή η ανισότητα, ποιο είναι το λεγόμενο «παράδοξο της επιβίωσης των φύλων»; Γνωρίζουμε ότι οι γυναίκες τείνουν να ζουν περισσότερα χρόνια από τους άνδρες. Ωστόσο, αυτά τα επιπλέον χρόνια τα ζουν με χειρότερη σωματική και ψυχική υγεία. Στις ηλικίες 80 ετών και άνω, 1 στις 3 γυναίκες στην Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων, έναντι 20% των ανδρών. Παράλληλα, περίπου οι μισές γυναίκες άνω των 80 ετών εμφανίζουν κλινικά συμπτώματα κατάθλιψης, έναντι 29% των ανδρών. Στον διεθνή δείκτη CASP-12, ο οποίος μετρά την ποιότητα ζωής και την αυτονομία των ατόμων άνω των 70 ετών, όπως την αναφέρουν τα ίδια τα άτομα, η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη τιμή σε ολόκληρη την Ευρώπη, με τις Ελληνίδες επίσης να «οδηγούν» αυτό το αποτέλεσμα. Τέλος, περίπου 9 στους 10 ηλικιωμένους στην Ελλάδα εξαρτώνται από την άτυπη φροντίδα που προσφέρουν δωρεάν μέλη της οικογένειάς τους –συνήθως γυναίκες–, ένα μοντέλο που μοιάζει επίσης να καταρρέει με τη μείωση των γεννήσεων. Οι μελλοντικοί ηλικιωμένοι θα διαθέτουν λιγότερα παιδιά για να τους φροντίσουν. Ταυτόχρονα, μια πιθανή μείωση του μεταναστευτικού ρεύματος περιορίζει επίσης τις αλλοδαπές φροντίστριες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν.
Βία και γυναικοκτονίες
Οι γυναίκες παντού στον κόσμο είναι πιο πιθανό να υφίστανται ενδοοικογενειακή βία, σεξουαλική παρενόχληση ή να πέσουν θύματα βιασμού. Τα τελευταία χρόνια, νέες απειλές, όπως η εκδικητική πορνογραφία, το cyberbullying ή η πολιτισμική επιρροή της διαδικτυακής «ανδρόσφαιρας», προστίθενται σε μια ήδη προβληματική εικόνα και οι κίνδυνοι αφορούν επίσης δυσανάλογα τις γυναίκες. Τα ίδια φαινόμενα εμφανίζονται ασφαλώς και στην ελληνική κοινωνία.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 21,7% των γυναικών στην Ελλάδα έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία από συντρόφους έναντι 17,7% στην ΕΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας για το 2021, το 75% των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας και το 90% των θυμάτων βιασμού στην Ελλάδα είναι γυναίκες. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας μάλιστα αυξήθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία. Τα θύματα αυξήθηκαν από 1.630 το 2012 σε 10.131 το 2022 – ωστόσο, η αύξηση αυτή μπορεί απλώς να αντανακλά το γεγονός ότι τα σχετικά εγκλήματα καταγγέλλονται πλέον πιο συχνά. Παράλληλα, οι γυναικοκτονίες, δηλαδή οι δολοφονίες γυναικών από συζύγους ή συντρόφους λόγω του φύλου τους, αυξήθηκαν από 6 το 2012 σε 24 το 2022. Από την άλλη πλευρά, η μελέτη της διαΝΕΟσις διαπιστώνει ότι το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και η αστυνομία εμφανίζουν σοβαρές δυσλειτουργίες στην προστασία των θυμάτων. Παρά την αύξηση των καταγγελιών για ενδοοικογενειακή βία, ασκούνται αναλογικά λιγότερες ποινικές διώξεις από τις αρχές, ενώ ακόμη λιγότεροι δράστες καταδικάζονται ή εκτίουν ποινή φυλάκισης.
Αξίες και στερεότυπα
Πίσω από όλα τα παραπάνω προβλήματα, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην πολιτική συμμετοχή, στην υγεία, στη γήρανση αλλά και στην ασφάλεια των γυναικών παντού στον κόσμο, βρίσκονται βαθύτερες αξίες του πληθυσμού και καθιερωμένα στερεότυπα. Αυτού του είδους οι «άυλες», σε σχέση π.χ. με τα «απτά» εισοδηματικά χάσματα, αντιλήψεις δεν επηρεάζουν μόνο τις συμπεριφορές που συναντούν καθημερινά στη ζωή τους οι γυναίκες – ή που τις εσωτερικεύουν κάποιες φορές οι ίδιες–, αλλά και το πώς διαμορφώνεται το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο που αφορά την ισότητα των φύλων, τις προτεραιότητες και τις αδυναμίες του. Ως εκ τούτου, η μελέτη της διαΝΕΟσις αφιερώνει σημαντικό χώρο στην ανάλυση αυτή και συνεισφέρει πολύτιμα συμπεράσματα για το ελληνικό πλαίσιο.
Από αυτή τη σκοπιά, η έρευνα αναλύει τη διαχρονική πορεία των κοινωνικών αντιλήψεων στην Ελλάδα, αξιοποιώντας τα διαδοχικά κύματα της Ευρωπαϊκής (EVS) και της Παγκόσμιας Έρευνας Αξιών (WVS) από το 1999 έως το 2025. Η ανάλυση αυτή αποκαλύπτει αφενός, μια εντυπωσιακή και, ίσως, παράδοξη αξιακή οπισθοδρόμηση. Ενώ το 1999 η ελληνική κοινωνία ξεκινούσε με υψηλές προσδοκίες και ιδιαίτερα προοδευτικές θέσεις, π.χ. μόνο 27% πίστευαν ότι «όταν οι δουλειές είναι λίγες, οι άνδρες θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα», στα κύματα του 2008 (39%) και του 2017 (57%) σημειώθηκε απότομη υποχώρηση της αποδοχής της ισότητας. Καθώς οι έρευνες αυτές είναι διεθνείς, επιτρέπουν επίσης τις συγκρίσεις μεταξύ χωρών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Ελλάδα «μετακινήθηκε» προς μια πιο συντηρητική κατεύθυνση, μάλιστα σε μια περίοδο που η υπόλοιπη Ευρώπη είχε αντίθετη πορεία.
Παρά τη μικρή «διορθωτική» ανάκαμψη το 2025 (46% στον ίδιο δείκτη), οι αξίες παραμένουν συνολικά πιο συντηρητικές σε σχέση με το 1999. Από τα δεδομένα αυτά, οι συγγραφείς ξεχωρίζουν δύο ακόμη διαστάσεις: αφενός, οι γυναίκες διατηρούν διαχρονικά πιο προοδευτικές στάσεις από τους άνδρες, με το έμφυλο χάσμα στις αξίες να διευρύνεται στο υψηλότερο σημείο του (25 μονάδες) το 2025. Αφετέρου, η αξιακή αυτή υποχώρηση υπήρξε ταχύτερη στις νεότερες ηλικίες (25-34 ετών) σε σύγκριση με τις μεγαλύτερες γενιές. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο ότι η εξέλιξη των αξιών στην Ελλάδα δεν ακολούθησε τη θετική πορεία της γυναικείας απασχόλησης και εκπαίδευσης, αλλά διαμόρφωσε μια αυτόνομη, συντηρητική διαδρομή.
Η μελέτη επίσης, στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται στη «γνωσιακή πολυφασία». Ο όρος αυτός προέρχεται από την ψυχολογία και περιγράφει το φαινόμενο κατά το οποίο άτομα, ομάδες ατόμων ή και μια κοινωνία στο σύνολό της, διατηρούν ταυτόχρονα αντικρουόμενες πεποιθήσεις, δηλαδή τόσο προοδευτικές όσο και έντονα συντηρητικές αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων. Στην Ελλάδα, υπάρχουν ευρήματα που παραπέμπουν σε αυτό το φαινόμενο. Από τη μία πλευρά, η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών ασπάζεται προοδευτικές θέσεις για τη δημόσια σφαίρα και την εργασία. Για παράδειγμα, σε ευρωβαρόμετρο του 2024 το 95% συμφωνεί με την άποψη ότι η οικονομική ανεξαρτησία είναι εξίσου σημαντική για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι ίδιοι άνθρωποι στην ίδια έρευνα διατηρούν παραδοσιακές και στερεοτυπικές αντιλήψεις για την ιδιωτική σφαίρα και την οικογένεια. Έτσι, το 70% των πολιτών συμφωνεί ταυτόχρονα με τη φράση ότι «η οικογενειακή ζωή υποφέρει όταν η μητέρα εργάζεται».
Η ελληνική κοινωνία μπορεί να υποστηρίζει από τη μία πλευρά την επαγγελματική δραστηριοποίηση των γυναικών, αλλά παράλληλα εξακολουθεί να θεωρεί τη φροντίδα του σπιτιού, των παιδιών και των ηλικιωμένων πρωτίστως γυναικεία υποχρέωση. Αυτό, με τη σειρά του, αποτελεί ένα αόρατο αλλά ισχυρό εμπόδιο για την επίτευξη της πραγματικής ισότητας: αποτρέπει τη βαθύτερη αλλαγή των νοοτροπιών, συντηρεί την άνιση επιβάρυνση της «δεύτερης βάρδιας» και, τέλος, εμποδίζει πολλές νομοθετικές κατακτήσεις να εφαρμοστούν αποτελεσματικά και να επηρεάσουν θετικά τη ζωή των γυναικών στη χώρα.
Πολιτικές και κατευθύνσεις για το μέλλον
Ωστόσο, έχοντας διανύσει πλέον συνοπτικά έναν μεγάλο κύκλο παραγόντων που επηρεάζουν κάθε όψη της ζωής των γυναικών στην Ελλάδα, μένουμε με μια πιο πρακτική ερώτηση: Τι έγινε μετά το 1974 στη χώρα μας και τι μένει να γίνει για το μέλλον;
Ας κοιτάξουμε πρώτα προς το παρελθόν. Η συγγραφική ομάδα χωρίζει την εξέλιξη των ειδικών πολιτικών ισότητας στην Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα σε δύο μεγάλες φάσεις. Η πρώτη φάση καλύπτει την περίοδο από το 1974 μέχρι το 2009 και χαρακτηρίζεται αφενός, από μια αλματώδη αύξηση των σχετικών πρωτοβουλιών και του αποτυπώματός τους, αλλά και, ιδιαίτερα στην ύστερη περίοδο αυτής της φάσης, από έναν φορμαλισμό. Αφενός, το Σύνταγμα του 1975 επέβαλε την ισότητα των φύλων. Λίγο αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1980, πέρασαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις, όπως ο Νόμος 1329/1983 που αναμόρφωσε το Οικογενειακό Δίκαιο, κατάργησε την προίκα, επέβαλε την κοινή γονική μέριμνα και κατοχύρωσε την ισότητα των συζύγων και την ισότητα στα περιουσιακά. Ο Νόμος 1414/1984 απαγόρευσε τις διακρίσεις στην εργασία, ενώ ο Νόμος 1558/1985 ίδρυσε τη Γενική Γραμματεία Ισότητας. Από την άλλη πλευρά, αυτή η πρώτη φάση εν πολλοίς στηρίχθηκε στην πεποίθηση ότι η ψήφιση ενός νόμου αρκεί για να λύσει το κοινωνικό πρόβλημα.
Αργότερα, τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, οι κυβερνήσεις μείωσαν τις δικές τους σχετικές πρωτοβουλίες. Ταυτόχρονα, ενσωμάτωσαν μεν πολλές ευρωπαϊκές οδηγίες σχετικές με την ισότητα των φύλων, αλλά χωρίς να δημιουργούν πάντοτε τους απαραίτητους θεσμούς για την επαρκή εφαρμογή τους. Παράλληλα, διατήρησαν προστατευτικές ρυθμίσεις στο ασφαλιστικό σύστημα, όπως τη συνταξιοδότηση μητέρων με δεκαπενταετή θητεία στο Δημόσιο.
Η δεύτερη φάση την οποία ξεχωρίζουν οι συγγραφείς άρχισε με την οικονομική κρίση το 2010 και εκτείνεται μέχρι σήμερα. Κατά τα Μνημόνια, η συζήτηση για την ισότητα των φύλων ατόνησε στον δημόσιο διάλογο, όμως μετά το τέλος των Μνημονίων, σημειώθηκε μια ωρίμανση των πολιτικών. Η Πολιτεία υιοθέτησε πιο συνεκτικές νομοθετικές παρεμβάσεις. Ενδεικτικά, ο Νόμος 4531/2018 κύρωσε τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, ενώ οι διαδοχικοί Νόμοι 4837/2021 και 5224/2025 θεσμοθέτησαν το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς» και «Προσωπικός Βοηθός για Άτομα με Αναπηρία».
Εντούτοις, οι στοχευμένες πολιτικές για το φύλο αποτελούν μόνο μία όψη, πιθανόν λιγότερο σημαντική από όσο φανταζόμαστε. Οι κεντρικές μακροοικονομικές, δημοσιονομικές, φορολογικές και ασφαλιστικές επιλογές του κράτους παράγουν και αυτές πολύ σημαντικά αποτελέσματα για την ισότητα των φύλων. Άλλωστε, οι ανισότητες του φύλου δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά αλληλεπιδρούν με άλλες ανισότητες, στο εισόδημα, στην εθνικότητα κλπ. Συνεπώς, όπως σημειώνει η έρευνα, οι αυξήσεις ή μειώσεις στις δημόσιες δαπάνες για την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική προστασία, δεν είναι ουδέτερες ως προς το φύλο, αλλά πολλές φορές αφαιρούν ή προσθέτουν βάρος στις γυναίκες.
Η μελέτη, στην προσπάθεια να περιγράψει κάποιες χρήσιμες κατευθύνσεις για το μέλλον, προτείνει ορισμένες ευρείες, σημαντικές παρεμβάσεις. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι πρέπει να προσαρμοστεί η συμμετοχή των ανδρών σε ολόκληρο το φάσμα της ιδιωτικής σφαίρας και, ευρύτερα, να προστεθεί η διάσταση του φύλου σε όλες τις δημόσιες πολιτικές. Επιπρόσθετα, τονίζουν την ανάγκη για ένα νέο Εθνικό Σύστημα Μακροχρόνιας Φροντίδας Ηλικιωμένων, το οποίο θα αφαιρεί βάρη από τις γυναίκες, αλλά και θα απαντά σε μια μεγάλη δημογραφική τάση, που ταυτόχρονα είναι και οικονομική ευκαιρία. Ακόμα, προτείνουν ατομικές, μη μεταβιβάσιμες και πλήρως αμειβόμενες άδειες για τους πατέρες. Επιπλέον, ζητούν περισσότερη μισθολογική διαφάνεια ως κίνητρο για να μειωθεί το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων. Τέλος, ευρύτερες μεταρρυθμίσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα μπορούν να συμβάλλουν στην αποδόμηση των στερεοτύπων για τα φύλα.
Σε αυτό το συνοπτικό κείμενο, επιλέξαμε να εστιάσουμε σε κάποια σημεία της μελέτης, τα οποία αφορούν περισσότερο την Ελλάδα. Ωστόσο, η μελέτη περιγράφει και παίρνει θέση και για ευρύτερα παγκόσμια θέματα γύρω από την ισότητα των φύλων που, φυσικά, επηρεάζουν κι αυτά την κατάσταση στη χώρα μας. Ένα εξ αυτών είναι η επιθετική είσοδος των εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης – έχει και αυτή μια διάσταση ως προς το φύλο, αφού πολλές μεροληψίες και στερεοτυπικές απεικονίσεις του κόσμου μας μεταφέρονται και διευρύνονται μέσα από τα εργαλεία ΑΙ. Οι έρευνες, όπως οι πολύ πρόσφατες δημοσκοπήσεις της διαΝΕΟσις στην Ελλάδα, δείχνουν ότι οι γυναίκες είναι αισθητά πιο επιφυλακτικές από τους άνδρες στη χρήση αυτών των εφαρμογών, και φαίνεται έτσι να δημιουργείται ακόμη μία ανισότητα.
Αντίστοιχο ζήτημα αποτελεί η λεγόμενη «αντιδραστική οπισθοδρόμηση» (gender backlash), δηλαδή η κοινωνική, πολιτική και θεσμική αντιδραστικότητα απέναντι στα γυναικεία δικαιώματα και στις σχετικές κατακτήσεις. Σε πολλές χώρες τον κόσμο παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια την αμφισβήτηση των διεκδικήσεων των γυναικών ή άλλων ομάδων που διαφοροποιούνται με βάση το φύλο, τον διαδικτυακό εκφοβισμό τους, καθώς και ιδεολογικές ή πολιτισμικές συγκρούσεις για θέματα, όπως η ισότητα στον γάμο και τα αναπαραγωγικά δικαιώματα. Αυτή η οπισθοδρόμηση έχει μετρήσιμες επιπτώσεις στις πολιτικές ισότητας και στις στάσεις, ειδικά των νεότερων ανδρών, απέναντι στην ισότητα.
Συνοπτικά, η μελέτη της διαΝΕΟσις δείχνει με γλαφυρό και τεκμηριωμένο τρόπο ότι οι σημερινές δημογραφικές προκλήσεις, που αφορούν όλα ανεξαιρέτως τα άτομα στη χώρα, συνδέονται μεν με τη θέση των γυναικών, αλλά όχι με τον «στενό» τρόπο της επιλογής απόκτησης παιδιών. Έχουν περισσότερο σχέση με τη συνολικά άδικη πραγματικότητα των Ελληνίδων, δηλαδή του μισού πληθυσμού στη χώρα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους: από τη «δεύτερη βάρδια» της απλήρωτης οικιακής φροντίδας, τις σοβαρές μισθολογικές και συνταξιοδοτικές επιπτώσεις της μητρότητας, τα επίμονα χάσματα στην ηγεσία μέχρι τις απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητας. Τελικά, η επίτευξη της ισότητας φαίνεται ότι απαιτεί μια πιο συνολική αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων. Κάτι που είναι μάλλον απίθανο να συμβεί χωρίς το κράτος να λάβει σοβαρά υπόψη τις «αόρατες» επιπτώσεις ευρύτερων επιλογών πολιτικής, καθώς και των αντιφάσεων στις απόψεις και στις αξίες του πληθυσμού.










