διαβάστε ακόμα

Ο Αγροτικός Τομέας στην Ελλάδα
Ο Αγροτικός Τομέας (ΑΤ) στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο. Από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να έχει σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Εξασφαλίζει επάρκεια τροφίμων για τη χώρα και συμβάλλει στην απασχόληση, στις εξαγωγές και στην τροφοδοσία μιας σειράς κλάδων, από τη Μεταποίηση έως τον Τουρισμό. Από την άλλη πλευρά, πίσω από αυτή τη διαχρονική σημασία του, σωρεύονται μεγάλες αδυναμίες –άλλες μακροχρόνιες και άλλες συγκυριακές–, οι οποίες περιορίζουν την παραγωγικότητα, καθιστούν τα τοπικά προϊόντα λιγότερο ανταγωνιστικά και βάζουν εμπόδια στη μακροπρόθεσμη προσαρμογή του Τομέα σε μεγάλες προκλήσεις, όπως το Δημογραφικό και η κλιματική αλλαγή.
Η νέα ανάλυση της διαΝΕΟσις για τον Αγροτικό Τομέα δημοσιεύεται στη σκιά μιας πυκνής επικαιρότητας – είτε πρόκειται για την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και την ευλογιά των προβάτων είτε για τις επιπτώσεις των πρόσφατων πολέμων στο κόστος παραγωγής. Το κείμενο που υπογράφεται από δύο στελέχη του οργανισμού, τη Διευθύντρια Ερευνών, Φαίη Μακαντάση, και τον Senior Research Analyst, Ηλία Βαλεντή, χαρτογραφεί αναλυτικά τις θεμελιώδεις προκλήσεις του Αγροτικού Τομέα στη χώρα σήμερα. Αναδεικνύει με γλαφυρό τρόπο πώς το μικρό και κατακερματισμένο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, το χαμηλό επίπεδο κατάρτισης, η υστέρηση σε επενδύσεις, η άνοδος του κόστους παραγωγής και οι ολοένα πιο ορατές πιέσεις της κλιματικής αλλαγής συνθέτουν ένα πολύπλοκο και δυναμικό πλέγμα προβλημάτων. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι οι αδυναμίες αυτές δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και τελικά εγκλωβίζουν τον τομέα σε «χαμηλές πτήσεις».
Σε μια εποχή που η τεχνολογική πρόοδος και οι κλιματικές εξελίξεις αλλάζουν τον ΑΤ διεθνώς, η κατανόηση των προβλημάτων αυτών και η καταγραφή τους με σαφήνεια αποτελεί ένα απαραίτητο πρώτο βήμα. Είναι θεμελιώδης για τον σχεδιασμό των κατάλληλων πολιτικών που θα βοηθήσουν τον ελληνικό ΑΤ να εκμεταλλευτεί σημαντικές ευρωπαϊκές και διεθνείς ευκαιρίες και τελικά να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του.
Ο Αγροτικός Τομέας στην Ελλάδα: Προκλήσεις και Κατευθύνσεις Πολιτικής (.PDF)
Ο Αγροτικός Τομέας σήμερα
Είναι βέβαιο ότι ο Αγροτικός Τομέας συνεισφέρει σημαντικά στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Το 2024 η συνολική αξία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής έφτασε σχεδόν τα 15,7 δισ. ευρώ. Αντιστοίχως, την ίδια χρονιά εργάστηκαν στην αγροτική παραγωγή σχεδόν 450 χιλ.άτομα, σε όρους ετήσιας ισοδύναμης απασχόλησης, ένα ποσοστό που ξεπέρασε οριακά το 10,5% της συνολικής απασχόλησης της οικονομίας. Τι παράγει συνήθως ο ελληνικός Αγροτικός Τομέας; Τα φρούτα κατέχουν την πρώτη θέση με μερίδιο 32% το 2024. Στη δεύτερη θέση βρίσκονται τα ζωικά προϊόντα με 15% και ακολουθούν το ελαιόλαδο (13%), και τα λαχανικά και οπωροκηπευτικά (13%).
Ο ΑΤ στη χώρα στηρίζει επίσης άμεσα την κατανάλωση, τη Μεταποίηση, τον Τουρισμό και μεγάλο μέρος της καθημερινής οικονομικής δραστηριότητας. Η μεγάλη πλειοψηφία της αξίας των προϊόντων του ΑΤ, περίπου 85%, κατευθύνεται προς εγχώρια χρήση – το 1/3 της συνολικής παραγόμενης αξίας αφορά τα νοικοκυριά στη χώρα, περίπου 1/5 τη Βιομηχανία Τροφίμων, Ποτών και Καπνού, 17% τις αναλώσεις του ίδιου του Αγροτικού Τομέα (π.χ. ζωοτροφές) και 6% τον Τουρισμό και την Εστίαση.
Ωστόσο, ένα ποσοστό της τάξης του 15% της συνολικής αξίας των προϊόντων εξάγεται. Τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα δείχνουν πράγματι θετική δυναμική στις διεθνείς αγορές, καθώς οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών του Αγροτικού Τομέα αυξάνονται: την περίοδο 2003-2018 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης έφτασε το 2,5%. Την περίοδο 2019-2024 ο ρυθμός αυτός ανέβηκε στο 8,1%. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο ότι, από το 2012 και μετά, οι ελληνικές εξαγωγές αγροτικών ειδών ξεπερνούν σταθερά τις αντίστοιχες εισαγωγές.
Ο γρίφος της παραγωγικότητας
Συνοπτική Παρουσίαση Βασικών Σημείων της Ανάλυσης (.PDF)
Παρά την υποσχόμενη εικόνα των εξαγωγών και τα σημαντικά μεγέθη του, ο ελληνικός Αγροτικός Τομέας φαίνεται να παρουσιάζει ένα βαθύτερο, ιδιαίτερα επίμονο πρόβλημα: τη χαμηλή παραγωγικότητα. Από τη μία πλευρά, όπως είδαμε παραπάνω, το 2024 η συνολική αξία της παραγωγής έφτασε σχεδόν τα 15,7 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους, μετά από συνεχόμενες αυξήσεις από το 2021. Ωστόσο, η εικόνα αυτή από μόνη της είναι μάλλον παραπλανητική. Αν κοιτάξουμε την παραγωγή σε σταθερές τιμές, δηλαδή σε πραγματικούς όρους, αποκαλύπτεται η πραγματικότητα. Η αξία της συνολικής αγροτικής παραγωγής μοιάζει να μειώνεται τα τελευταία χρόνια. Το 2023 σημείωσε πτώση κατά 6,1% και το 2024 ακολούθησε νέα μείωση κατά 1,1%. Οι προσωρινές εκτιμήσεις δείχνουν συνέχιση της κάμψης και το 2025. Επομένως, πίσω από την άνοδο των ονομαστικών μεγεθών, ο Τομέας στην ουσία συρρικνώνεται.
Το ίδιο συμπέρασμα φαίνεται να επιβεβαιώνεται επίσης από την πορεία της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ). Η ΑΠΑ μετρά την αξία που δημιουργεί η παραγωγική διαδικασία πριν από τη διανομή της στα εισοδήματα (των παραγωγών, των εργαζόμενων, τη φορολογία και τους τόκους). Το 2024 ο ΑΤ συνεισέφερε το 3,9% της συνολικής εγχώριας ΑΠΑ σε τρέχουσες τιμές, περίπου στον μέσο όρο της τελευταίας δεκαπενταετίας (3,6%). Παρόλα αυτά, όταν αφαιρέσουμε την επίδραση των τιμών, βλέπουμε έντονη και σχετικά σταθερή μείωση της πραγματικής ΑΠΑ. Η εικόνα μάλιστα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν δούμε τη μακροχρόνια τάση. Από το 1995 έως το 2024, η πραγματική ΑΠΑ μειώνεται κατά μέσο όρο κατά 1% τον χρόνο. Μετά το 2023 η πραγματική ΑΠΑ έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα από το 1993 και μετά. Με απλά λόγια, ο Τομέας γίνεται επί πολλά χρόνια λιγότερο αποτελεσματικός στο να μετατρέπει την εργασία, τη γη και τους άλλους πόρους που διατίθενται σε νέα αξία.
Τα στοιχεία από την απασχόληση στον Αγροτικό Τομέα φωτίζουν μια άλλη όψη του ίδιου προβλήματος. Η Ελλάδα παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο απασχόλησης στον ΑΤ σε σχέση με την ΕΕ, αλλά δεν πετυχαίνει το αναμενόμενο αποτέλεσμα στην παραγωγή αξίας. Η σχέση μεταξύ απασχόλησης και ΑΠΑ είναι εμφανώς δυσανάλογη: 3,5 φορές μεγαλύτερο μερίδιο απασχόλησης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παράγει μόνο 2,8 φορές μεγαλύτερο μερίδιο ΑΠΑ (και πάλι σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μ.ό.). Δηλαδή, κάθε μονάδα εργασίας και κάθε μονάδα γης αποδίδουν λιγότερο στην Ελλάδα σε σύγκριση με πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η χαμηλή αυτή παραγωγικότητα της εργασίας και του εδάφους περιορίζει, ασφαλώς, τις δυνατότητες ανάπτυξης. Η ίδια αδυναμία συνεπάγεται χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα του Τομέα, χαμηλότερα εισοδήματα για παραγωγούς και εργαζόμενους, και, τελικά, επηρεάζει συνολικά την ελληνική οικονομία. Γιατί όμως φτάσαμε εδώ; Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά του ελληνικού ΑΤ, τα οποία συνδέονται με το πρόβλημα; Η ανάλυση της διαΝΕΟσις ξεχωρίζει έξι σημαντικούς παράγοντες, οι οποίοι περιγράφονται συνοπτικά στη συνέχεια.
1. Μικρές και κατακερματισμένες αγροτικές εκμεταλλεύσεις
Το μικρό μέγεθος της αγροτικής γης αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα του ελληνικού Αγροτικού Τομέα. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη μικρότερη μέση χρησιμοποιούμενη έκταση ανά αγροτική εκμετάλλευση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, μετά τη Μάλτα, την Κύπρο και τη Ρουμανία. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν συγκρίνουμε την Ελλάδα με βασικούς ανταγωνιστές στον Αγροτικό Τομέα, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Πολωνία. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και με μια ματιά στα χαρακτηριστικά του κλήρου στη χώρα. Στην Ελλάδα, το 45% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιεί έκταση μικρότερη από 20 στρέμματα και ακόμα 28% χρησιμοποιεί εκτάσεις από 20 έως 50 στρέμματα. Επομένως, περισσότερες από επτά στις δέκα εκμεταλλεύσεις λειτουργούν σε πολύ περιορισμένη κλίμακα, κάτι που δεν βοηθά την ανάπτυξη σύγχρονης παραγωγής για πολλά αγροτικά προϊόντα.
Αντίθετα, οι μεγάλες μονάδες παραμένουν ελάχιστες. Μόνο το 3% των ελληνικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων ξεπερνάει τα 300 στρέμματα, ένα ποσοστό μικρότερο από το 1/3 του ευρωπαϊκού μέσου όρου (11%). Επομένως, η Ελλάδα δεν διαθέτει αρκετές εκμεταλλεύσεις με μέγεθος που να επιτρέπει τις οικονομίες κλίμακας.
Η αδυναμία αυτή φαίνεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται η συνολική ενεργή αγροτική γη. Στην Ελλάδα, λιγότερο από το 30% της συνολικής χρησιμοποιούμενης αγροτικής γης βρίσκεται σε εκμεταλλεύσεις άνω των 300 στρεμμάτων. Ακόμα πιο χαμηλά, οι μονάδες άνω των 500 στρεμμάτων καλύπτουν μόλις το 16% της γης. Στην ΕΕ των 27, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι πολλές φορές υψηλότερα: 77% για τις εκμεταλλεύσεις άνω των 300 στρεμμάτων και 68% για τις εκμεταλλεύσεις άνω των 500 στρεμμάτων.
Συνολικά στην Ελλάδα, η αγροτική γη φαίνεται να μοιράζεται σε πολλές μικρές μονάδες. Αντίθετα, σπανίζουν οι μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις που έχουν τη δυνατότητα να κάνουν μεγαλύτερες επενδύσεις, να λειτουργούν με μειωμένο κόστος και να αξιοποιήσουν πιο σύγχρονες πρακτικές στην παραγωγή αλλά και στο μάρκετινγκ, δηλαδή να δημιουργήσουν επιπλέον αξία.
2. Μεγάλη ηλικία των αγροτών
Η μακροβιότητα και η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί ένα ευρύτερο, σύνθετο ζήτημα, μέρος αυτού που αποκαλούμε «Δημογραφικό». Ωστόσο, η αντανάκλαση αυτής της πραγματικότητας στον Αγροτικό Τομέα φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα προβληματική. Η μεγάλη ηλικία των αγροτών δεν επηρεάζει μόνο το ποια ή ποιος δουλεύει στις σχετικές εργασίες, αλλά συνδέεται –ασφαλώς όχι με ομοιόμορφο τρόπο σε κάθε άτομο– με τον τρόπο με τον οποίο παραγωγοί και εργαζόμενοι επενδύουν, παίρνουν αποφάσεις, κατανοούν τις τεχνολογικές εξελίξεις και οργανώνουν τη δουλειά τους.
Υπό αυτό πρίσμα, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι ανησυχητικά: ο αριθμός των απασχολούμενων έως 39 στον ΑΤ ετών μειωνόταν σταθερά έως το 2020 και έφτασε λίγο πάνω από τις 80 χιλιάδες. Το μερίδιό τους, ως προς το σύνολο των εργαζόμενων του κλάδου, μειώθηκε κατά περίπου 10 μονάδες, από 30% το 2008 σε 20% το 2020. Ταυτόχρονα, το μερίδιο εργαζόμενων ηλικίας άνω των 55 ετών αυξήθηκε από 33% σε 38%. Φαίνεται ότι, σταθερά, ο Τομέας «χάνει» νέους και στηρίζεται όλο και περισσότερο σε μεγαλύτερες ηλικίες.
H χώρα πρέπει τα επόμενα χρόνια να αναπληρώσει περισσότερους από 200 χιλιάδες αγρότες ηλικίας 65 ετών και άνω.
Η ίδια εικόνα επιβεβαιώνεται και στους διαχειριστές των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, οι οποίοι παίρνουν βασικές αποφάσεις, π.χ. για την αγορά εξοπλισμού. Παρότι η γήρανση των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, η Ελλάδα έρχεται έβδομη μεταξύ των χωρών της ΕΕ στο μερίδιο διαχειριστών άνω των 65 ετών και τρίτη στον αντίστοιχο δείκτη για τους διαχειριστές 55 ετών και άνω.
Η ανάλυση της διαΝΕΟσις επιχειρεί επίσης να περιγράψει τα όσα αποτρέπουν τους νεότερους Έλληνες να γίνουν αγρότες ή κτηνοτρόφοι. Υπό το φως του δημόσιου διαλόγου για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ –το κείμενο αφιερώνει μάλιστα και μια ενότητα με αναλυτικές πληροφορίες για την υπόθεση– υπογραμμίζει την ανάγκη για αξιοκρατία, ισονομία και διαφάνεια, καθώς τα αντίστοιχα προβλήματα, πέρα από τις ποινικές διαστάσεις τους, αποτελούν σημαντικά αντικίνητρα για τις νέες και τους νέους επαγγελματίες. Όμως, η ενασχόληση με τον ΑΤ, που ούτως ή άλλως ως επάγγελμα έχει μια εγγενή δυσκολία, παρουσιάζει επίσης μια σειρά από άλλες προκλήσεις. Αφενός, είναι ακριβό για κάποιον να μπει στο επάγγελμα, ειδικά ως διαχειριστής, καθώς χρειάζεται γη, φυτικό ή ζωικό κεφάλαιο, καθώς και εξοπλισμό – δηλαδή, πρέπει να πληρώσει ένα σημαντικό κόστος ή να κληρονομήσει κάποια από τα παραπάνω. Επιπλέον, η αγροτική παραγωγή συνοδεύεται από μεγάλη αβεβαιότητα: επηρεάζεται από τις καιρικές συνθήκες, τις φυσικές καταστροφές και τις ασθένειες, παράγοντες που είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτοι, ενώ παράλληλα το σύστημα γεωργικών ασφαλίσεων στη χώρα είναι αξιοσημείωτα αδύναμο.
Τέλος, υπάρχει μια διάσταση που φανερώνει τον επείγοντα χαρακτήρα του προβλήματος της γήρανσης των αγροτών. Με βάση τα στοιχεία του 2023, η χώρα πρέπει τα επόμενα χρόνια να αναπληρώσει περισσότερους από 200 χιλιάδες αγρότες ηλικίας 65 ετών και άνω. Μέσα στην επόμενη δεκαετία θα χρειαστεί να αντικαταστήσει επιπλέον 150 χιλιάδες που βρίσκονταν τότε στην ηλικιακή ομάδα 55 έως 64. Με τα σημερινά δεδομένα, η πλήρης αναπλήρωση ίσως δεν είναι εφικτή. Όμως, όπως επισημαίνει η ανάλυση, χωρίς έγκαιρη ανανέωση, η χώρα κινδυνεύει να δει μείωση της αγροτικής παραγωγής και πιθανόν περαιτέρω εγκατάλειψη μέρους της χρησιμοποιούμενης γης.
3. Χαμηλό επίπεδο κατάρτισης
Πολλοί δείκτες μαρτυρούν ότι οι Έλληνες αγρότες είναι από τους λιγότερο εκπαιδευμένους στην ΕΕ. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2023 μόλις το 0,7% των διαχειριστών αγροτικής γης είχε πλήρη αγροτική κατάρτιση. Ένα ακόμη 4,9% είχε κάποια βασική κατάρτιση στην αγροτική παραγωγή. Αντίθετα, το 94,4% δεν είχε καμία σχετική εκπαίδευση και στηριζόταν μόνο στην πρακτική εμπειρία. Το πρόβλημα δεν φαίνεται μόνο από τα πρόσωπα, αλλά και από τη γη που αυτά διαχειρίζονται. Οι διαχειριστές με πλήρη αγροτική κατάρτιση διαχειρίζονται μόλις το 1,3% της ενεργής ελληνικής αγροτικής γης. Όσοι διαθέτουν έστω βασική κατάρτιση διαχειρίζονται το 8,9%. Άρα, το 89,8% της χρησιμοποιούμενης έκτασης μένει στα χέρια διαχειριστών χωρίς καμία εκπαίδευση. Η σύγκριση με την υπόλοιπη ΕΕ αναδεικνύει περαιτέρω το πρόβλημα. Στην ΕΕ-27, όπως φαίνεται και στο ακόλουθο γράφημα, οι αγρότισσες και οι αγρότες με κάποιου είδους κατάρτιση είναι πολλές φορές περισσότεροι και επιπλέον διαχειρίζονται πολλαπλάσιες εκτάσεις γης.
Μια συνεκτική στρατηγική επενδύσεων στην αγροτική επαγγελματική κατάρτιση, ιδιαίτερα για τους νέους, θα μπορούσε να αλλάξει σταδιακά την εικόνα. Ωστόσο, οι θεσμοί που υπάρχουν σήμερα για κάτι τέτοιο δεν αρκούν για να φέρουν σημαντική αλλαγή. Οι έξι Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΑΕΚ), οι οποίες προσφέρουν πρόγραμμα πέντε εξαμήνων με θεωρητική εκπαίδευση και πρακτική άσκηση και τις οποίες διαχειρίζεται ο ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ», ο οργανισμός του Δημοσίου με στόχο τον εκσυγχρονισμό του ΑΤ, παρά το σημαντικό έργο τους, μοιάζουν ανεπαρκείς να καλύψουν τη μεγάλη αυτή ανάγκη.
4. Υστέρηση σε επενδύσεις
Η μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 περιόρισε σχεδόν όλες τις δαπάνες στη χώρα, με τις επενδύσεις να πλήττονται περισσότερο. Από το 2010 έως το 2021, η χώρα επένδυε λιγότερα ακόμη και από όσα χρειαζόταν για να καλύψει τις αποσβέσεις του υπάρχοντος κεφαλαίου και η μείωση αυτή των επενδύσεων προσέγγισε τα 88 δισ. ευρώ (σε σταθερές τιμές 2015). Ο Αγροτικός Τομέας δεν έμεινε έξω από αυτή την πορεία. Μετά το ιστορικό υψηλό του 2008, και παρότι, αντίθετα με το σύνολο της οικονομίας, το ποσό των αποσβέσεων ήταν μεγαλύτερο από τον Ακαθάριστο Σχηματισμό Παγίου Κεφαλαίου μόνο για τέσσερα χρόνια (2011, 2012, 2014 και 2015), οι επενδύσεις κατέγραψαν και εκεί μεγάλη μείωση.
Επιπλέον, υπάρχει ένα στοιχείο που αρχικά φαίνεται παράδοξο. Οι επενδύσεις του ελληνικού ΑΤ (επενδυτική δαπάνη ανά χρησιμοποιούμενο στρέμμα) παραμένουν διαχρονικά υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο Τομέας επενδύει πιο σωστά ή πιο αποτελεσματικά: ο μεγάλος κατακερματισμός της ελληνικής αγροτικής γης σε πολλές μικρές εκμεταλλεύσεις, όπως φάνηκε και παραπάνω, αυξάνει «τεχνητά» την ανάγκη για εξοπλισμό. Πολλοί μικροί παραγωγοί αγοράζουν ξεχωριστά μηχανήματα για τις μικρές εκτάσεις τους και ξοδεύουν συνολικά περισσότερα, χωρίς αυτό να σημαίνει μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Αντίθετα, οι παραγωγοί διαθέτουν συχνά τα χρήματά τους σε φθηνό βασικό εξοπλισμό, πολλές φορές μεταχειρισμένο, αντί για φυτικό ή ζωικό κεφάλαιο, ή για πιο σύγχρονα (και πιο ακριβά) μηχανήματα ή συμπληρωματικό εξοπλισμό που θα βελτίωνε ουσιαστικά την παραγωγή. Επιπρόσθετα, το νέο κεφάλαιο εξυπηρετεί μικρές εκτάσεις και όχι μεγαλύτερες, πιο οργανωμένες μονάδες.
Το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να αμβλυνθεί αν ο ΑΤ οργανωνόταν πιο συστηματικά σε συλλογικά σχήματα. Οι συνεταιρισμοί, οι ομάδες παραγωγών και διάφορες μορφές συνεργασίας, όπως έχουν αναδείξει και άλλες έρευνες της διαΝΕΟσις, θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος, να αξιοποιήσουν οικονομίες κλίμακας και να κατανείμουν καλύτερα τα επενδυτικά κεφάλαια. Όμως, στην Ελλάδα η συμμετοχή σε συνεταιρισμούς φτάνει μόνο περίπου το 1/5 της παραγωγής, ενώ στην ΕΕ το ποσοστό αυτό είναι διπλάσιο. Η χαμηλή αυτή συμμετοχή συνδέεται επίσης με οργανωτικές αδυναμίες, ελλιπή κίνητρα, αλλά και με την έλλειψη εμπιστοσύνης λόγω προβλημάτων διαφάνειας και διαχείρισης.
5. Κόστος παραγωγής
Η άνοδος του κόστους παραγωγής, ειδικά μετά τις κρίσεις των τελευταίων ετών, αποτελεί ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα του ελληνικού Αγροτικού Τομέα. Η γεωργία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια και τα λιπάσματα. Όταν αυξάνεται το κόστος αυτών των βασικών εισροών, αυξάνεται άμεσα και το κόστος της παραγωγής. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό, γιατί το κόστος των λιπασμάτων συνδέεται στενά με το κόστος του φυσικού αερίου. Άρα, κάθε μεγάλη ανατίμηση στο φυσικό αέριο περνάει γρήγορα και στην αγροτική παραγωγή.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η πληθωριστική κρίση επιδείνωσαν μια ήδη προβληματική κατάσταση. Αφενός, πίεσαν ακόμη περισσότερο τις τιμές της ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, προκάλεσαν αναταραχή στο διεθνές εμπόριο λιπασμάτων. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα νέο κύμα ανατιμήσεων στις πιο βασικές εισροές του ΑΤ. Το αποτέλεσμα ήταν έντονη πίεση στο εισόδημα, δυσκολίες στον προγραμματισμό της παραγωγής και, επομένως, αβεβαιότητα για το μέλλον. Τέλος, η έκθεση αναφέρεται επίσης στις πιθανές επιπτώσεις του πιο πρόσφατου πολέμου, στο Ιράν, στο κόστος της αγροτικής παραγωγής.
6. Κλιματική αλλαγή και ύδατα
διαβάστε ακόμα

Κλιματική Αλλαγή Στην Ελλάδα
Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει ήδη τον ελληνικό Αγροτικό Τομέα και θα τον πιέσει ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Παρά τα πιθανά οφέλη σε κάποιες περιπτώσεις, οι συνολικές προοπτικές απαιτούν εκ νέου σχεδιασμό, καθώς η γεωργία και η κτηνοτροφία στη χώρα θα χρειαστούν σημαντικές προσαρμογές. Οι πρόσφατες έρευνες της διαΝΕΟσις για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ελληνική οικονομία χαρτογραφούν επίσης τον αντίκτυπο στον Αγροτικό Τομέα.
Ποιες θα είναι αυτές; Με την πάροδο του χρόνου, στον ελληνικό χώρο αναμένονται λιγότερες βροχοπτώσεις, πιο συχνές ξηρασίες και πολύ περισσότερες ημέρες με ακραία υψηλές θερμοκρασίες. Η γεωργία εξαρτάται άμεσα από το νερό, το έδαφος και το κλίμα και επομένως, όταν το έδαφος χάνει υγρασία και οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, πολλές καλλιέργειες γίνονται λιγότερο αποδοτικές.
Ορισμένες περιοχές μάλιστα θα δεχτούν ακόμη μεγαλύτερο φορτίο. Η Θεσσαλία και η Κεντρική Μακεδονία αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο καταστροφών από ακραία καιρικά φαινόμενα, και η πρόσφατη εμπειρία του Daniel έδειξε ότι τέτοιου είδους φαινόμενα μπορεί να έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή δημιουργεί κινδύνους και για προϊόντα με ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, τη διατροφή και τις εξαγωγές, όπως η ελιά και τα σιτηρά. Οι κτηνοτρόφοι αναμένεται επίσης να βρεθούν αντιμέτωποι με δύο σημαντικά προβλήματα: λιγότερο αποδοτικές ζωοτροφές και μεγαλύτερες ανάγκες κατανάλωσης ύδατος. Αυτό το διπλό βάρος μπορεί να μειώσει την αντοχή πολλών μονάδων.
Τέλος, η διαχείριση του νερού βρίσκεται στο κέντρο αυτού του προβλήματος. Η γεωργία καταναλώνει το 80% έως 85% του συνολικού νερού στη χώρα. Σε ένα περιβάλλον όπου ήδη πολλές περιοχές αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επάρκειας, η πιο ορθολογική χρήση των υδάτων και μια πολύ καλύτερη οργάνωση της άρδευσης έχουν μεγάλη σημασία. Η μελέτη της διαΝΕΟσις για τους περίπου 450 Τοπικούς και Γενικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ και ΓΟΕΒ, αντίστοιχα), που διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος των συλλογικών αρδευτικών έργων και εξυπηρετούν σχεδόν το 45% της αρδευόμενης αγροτικής γης στη χώρα, επομένως και ένα πολύ μεγάλο μέρος της συνολικής κατανάλωσης νερού, αναδεικνύει τις δυσλειτουργίες, τα κενά και τα αδιέξοδα τους.
Η ανάγκη για ένα Εθνικό Σχέδιο
διαβάστε ακόμα

Ο Αγροτικός Τομέας στην Ελλάδα
Όπως φαίνεται από όλα τα παραπάνω σημεία, η συζήτηση για το μέλλον της αγροτικής παραγωγής δεν μπορεί να εξαντλείται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις ή σε βραχυπρόθεσμες απαντήσεις. Απαιτεί μια πιο συνολική ματιά, που να αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία του Τομέα, αλλά και να αντιμετωπίζει με ρεαλισμό τα δομικά προβλήματά του. Αντί επιλόγου, και αναγνωρίζοντας αυτή ακριβώς την συνθήκη, η ανάλυση της διαΝΕΟσις υπογραμμίζει την αναγκαιότητα ενός Εθνικού Σχεδίου για την Αγροτική Ανάπτυξη, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις προαναφερθείσες προκλήσεις, αλλά και το πώς αυτές συνδέονται μεταξύ τους. Θα ενσωματώνει, συνεπώς, βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες δράσεις για τη διαχείριση των μεγάλων προβλημάτων που η έκθεση περιγράφει. Ένα τέτοιο Σχέδιο θα πρέπει ασφαλώς να λαμβάνει υπόψη και τις προτεραιότητες της ευρωπαϊκής Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και να τις εξειδικεύει στο ελληνικό πλαίσιο.
Όπως καταλήγουν οι συγγραφείς: «Η κρισιμότητα της παρούσας συγκυρίας δεν έγκειται μόνο στη σοβαρότητα των προβλημάτων, αλλά και στο γεγονός ότι τα χρονικά περιθώρια έχουν πλέον στενέψει ασφυκτικά. Η παρούσα ηλικιακή διάρθρωση του αγροτικού πληθυσμού συνεπάγεται ότι μέσα στα επόμενα χρόνια θα κριθεί αν ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής αγροτικής γης θα παραμείνει παραγωγικά ενεργό ή θα οδηγηθεί σε σταδιακή εγκατάλειψη. Η κλιματική αλλαγή καθιστά σαφές το ότι οι αποφάσεις που δεν λαμβάνονται σήμερα θα είναι πολύ ακριβότερες αύριο. Οι διεθνείς γεωπολιτικές αναταραχές και η αστάθεια στις τιμές ενέργειας, λιπασμάτων και τροφίμων καταδεικνύουν ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι πλέον αφηρημένη έννοια, αλλά όρος οικονομικής και εθνικής ασφάλειας. Και η έως τώρα μόνιμη πολιτική αναβλητικότητα έχει περιορίσει δραστικά τα διαθέσιμα χρονικά περιθώρια για περαιτέρω καθυστερήσεις».
Η διαΝΕΟσις, το επόμενο διάστημα θα επιστρέψει στο θέμα του Αγροτικού Τομέα, με περισσότερο εξειδικευμένες αναλύσεις και πρωτοβουλίες, που θα αγγίξουν τόσο ζητήματα διακυβέρνησης των επιχειρήσεων και των συνεργατικών σχημάτων όσο και το μεγάλο θέμα της διαχείρισης της ΚΑΠ. Στόχος είναι να αναδειχθούν αφενός, τα προβλήματα, και, αφετέρου, τα αντίστοιχα μέτρα πολιτικής για τη διαχείρισή τους.
Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ (.PDF)
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ (.PDF)














