διαβάστε ακόμα

Πολυνομία Και Κακονομία Στην Ελλάδα
Ακόμη και όσοι δεν έχουν ακουστά τους όρους «πολυνομία» και «κακονομία» σίγουρα μπορούν να αναγνωρίσουν το πρόβλημα: την ύπαρξη υπερβολικά πολλών νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων και άλλων κανόνων, που μπορεί να ρυθμίζουν παρόμοια θέματα, να αντιφάσκουν ή να έχουν προβηλματική διατύπωση. Η διαΝΕΟσις είχε ασχοληθεί με το πρόβλημα της πολυνομίας και της κακονομίας ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, δημοσιεύοντας μια εκτενή μελέτη το 2016, η οποία χαρτογραφούσε αναλυτικά την κατάσταση στη χώρα και κατέληγε σε προτάσεις πολιτικής. Μάλιστα, η μελέτη αυτή κυκλοφόρησε επίσης ως βιβλίο, επικαιροποιημένη περίπου έναν χρόνο αργότερα.
Παρότι πολλές διαπιστώσεις και προτάσεις της πρώτης εκείνης μελέτης παραμένουν επίκαιρες, η πραγματικότητα στη χώρα και στον κόσμο έφερε έκτοτε νέες, μεγάλες προκλήσεις, όπως η πανδημία και οι φυσικές καταστροφές, οι οποίες άφησαν και αυτές το αποτύπωμά τους στην παραγωγή νόμων στη χώρα. Ταυτόχρονα, το ελληνικό κράτος υιοθέτησε νέους θεσμούς και διαδικασίες προκειμένου να αντιμετωπίσει προβλήματα που είχαν ήδη επισημανθεί. Η νέα δημοσίευση της διαΝΕΟσις επιχειρεί μια εκ νέου αποτίμηση της πολυνομίας και της κακονομίας στην Ελλάδα για ολόκληρο το διάστημα 2001-2025, δηλαδή για το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. Υπογράφεται από τον Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ, Δημήτρη Α. Σωτηρόπουλο, τον Επίκουρο Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ, Μάνο Τσατσάνη, τον υποψήφιο διδάκτορα επίσης στο ΕΚΠΑ, Αλέξανδρο Γ. Παπαδημητρίου και τον πολιτικό επιστήμονα, Λεωνίδα Χριστόπουλο. Οι συγγραφείς παρουσιάζουν βασικά χαρακτηριστικά της παραγωγής νόμων στη χώρα για αυτό το διάστημα, ιδιαίτερα μετά το 2016 οπότε σταματούσε η ανάλυση της προηγούμενης μελέτης. Επιπλέον, επιχειρούν να ερμηνεύσουν κάποια μοτίβα που παρατηρούν και επίσης σχολιάζουν πρόσφατες προσπάθειες ευθυγράμμισης του ελληνικού κράτους με τις αρχές της λεγόμενης «καλής νομοθέτησης».
Πολυνομία, κακονομία και οι συνέπειές τους
Διαβάστε Ολόκληρη τη Μελέτη (.PDF)
Πριν, όμως, αρχίσει κάποιος να ξετυλίγει το κουβάρι για την Ελλάδα, χρειάζονται κάποιοι σημαντικοί ορισμοί. Τι είναι η πολυνομία; Όπως διευκρινίζουν οι συγγραφείς, δεν υπάρχει ένα αριθμητικό όριο, πάνω από το οποίο οι νόμοι θεωρούνται υπερβολικά πολλοί. Ο όρος «πολυνομία» συνήθως αναφέρεται σε μια κατάσταση όπου ο πληθωρισμός των κανόνων για το ίδιο ή για παρόμοια θέματα προκαλεί σύγχυση ως προς το τι πραγματικά ισχύει. Η μελέτη συνδέει την πολυνομία και με ένα άλλο παρόμοιο φαινόμενο, την κακονομία. Η κακονομία αναφέρεται περισσότερο στην ποιότητα των νόμων και των ρυθμίσεων. Παρότι κάθε ένας νόμος ξεχωριστά μπορεί να μην έχει απαραιτήτως μεγάλα ελαττώματα, με την κακονομία το ρυθμιστικό πλαίσιο συνολικά παρουσιάζει προβλήματα: ασάφειες, εξαιρέσεις, αντιφάσεις ή ακόμα και κενά. Έτσι, δημιουργείται ένας κύκλος όπου η πολυνομία οδηγεί στην κακονομία και το αντίστροφο. Οι πολλοί νόμοι δημιουργούν σύγχυση ως προς το τι ισχύει, η σύγχυση δημιουργεί ανάγκη για νέους νόμους και οι νέοι νόμοι προστίθενται στους προηγούμενους και επιδεινώνουν και τα δύο προβλήματα.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας κατάστασης όπου η πολυνομία και η κακονομία συνυπάρχουν μπορούν να είναι πολύ σημαντικές. Για παράδειγμα, οι πολίτες και οι διοικητικές υπηρεσίες είναι δύσκολο να αποφασίσουν τι ισχύει στην περίπτωση μιας διαφοράς. Οι διαφορές, επομένως, σωρεύονται στα δικαστήρια ή αλλού, και η επίλυσή τους κοστίζει και παίρνει περισσότερο χρόνο. Αν πρόκειται για επιχειρήσεις, αυτό συχνά σημαίνει καθυστέρηση επενδύσεων. Αλλά και χωρίς να προκύψει μια διαφορά, από μόνη της η πραγματικότητα ενός ασταθούς θεσμικού πλαισίου αρκεί για να αποθαρρύνει επενδύσεις στη χώρα. Οι πιο μικρές επιχειρήσεις, που έχουν περιορισμένους πόρους, επωμίζονται ένα ασύμμετρο διοικητικό κόστος μόνο για να προετοιμαστούν για τη δραστηριότητα σε ένα πλαίσιο με ασάφειες και αντιφάσεις. Οι πιο μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις, όταν έχουν την επιλογή, απλώς μεταφέρουν τη δραστηριότητά τους σε έναν άλλο τόπο με καλύτερο θεσμικό πλαίσιο. Τέλος, όταν οι κανόνες είναι πολλοί και περίπλοκοι, αυξάνεται η ισχύς εκείνου που τους ερμηνεύει. Ένας υπάλληλος ή αξιωματούχος μπορεί με αυτόν τον τρόπο να αποκτήσει δυσανάλογη σημασία για την εξέλιξη μιας υπόθεσης, π.χ. για την έκδοση μιας άδειας, και αυτό να οδηγήσει σε φαινόμενα διαφθοράς και αδιαφάνειας.
Γιατί έχουμε πολυνομία
Συνοπτική Παρουσίαση Μελέτης (.PDF)
Ασφαλώς, η πολυνομία και η κακονομία δεν είναι νέα φαινόμενα. Η μελέτη τοποθετεί τις πρώτες αναφορές για παρόμοια προβλήματα στην αρχαιότητα και στον Αρεοπαγιτικό του Ισοκράτη που γράφτηκε τον 4ο αιώνα προ Χριστού. Τι όμως προκαλεί την πολυνομία και την κακονομία; Ένας λόγος που αυξάνονται οι νόμοι διεθνώς είναι η βασική και εύλογη ανάγκη το κράτος να ρυθμίζει πολλούς τομείς της ζωής: οικονομία, εργασία, περιβάλλον, υγεία, τεχνολογία, κοινωνική προστασία, δικαιώματα. Από μόνη της αυτή η ανάγκη δημιουργεί πίεση για μεγάλο όγκο νομοθεσίας. Επιπλέον, νέες προκλήσεις ή κρίσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, η Τεχνητή Νοημοσύνη, οι οικονομικές, πολιτικές και υγειονομικές αναταραχές, δημιουργούν ανάγκες για νέες ρυθμίσεις. Ειδικά για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει και η ανάγκη προσαρμογής στο ευρωπαϊκό Δίκαιο, μέσα από Οδηγίες, Κανονισμούς και Συστάσεις. Περίπου οι μισοί νόμοι που θεσπίζονται στο ελληνικό Κοινοβούλιο αποτελούν ενσωμάτωση διεθνών ή ευρωπαϊκών υποχρεώσεων στο ελληνικό Δίκαιο.
Ωστόσο, για την Ελλάδα, οι παραπάνω παράγοντες συνυπάρχουν με κάποιες τοπικές ιδιαιτερότητες, που, αν και όχι αποκλειστικά ελληνικά φαινόμενα, παρατηρούνται εδώ σε σημαντικό βαθμό. Η πρώτη από αυτές είναι οι πελατειακές σχέσεις. Συχνά, κυβερνήσεις ή υπουργοί θεσπίζουν ρυθμίσεις που εξυπηρετούν συγκεκριμένες ομάδες, επαγγελματικές κατηγορίες ή συμφέροντα. Αυτό οδηγεί σε πολλές μικρές και ειδικές διατάξεις, αντί για λίγους γενικούς κανόνες που ισχύουν με ενιαίο τρόπο για όλους. Από την άλλη πλευρά, ένας άλλος παράγοντας που αναφέρουν οι συγγραφείς είναι η πολιτική κουλτούρα που θεωρεί επιτυχημένο έναν υπουργό όταν «φέρνει πολλούς νόμους» και επομένως δείχνει να «παράγει έργο». Μια τρίτη αιτία είναι η πολιτική πόλωση. Όταν αλλάζει μια κυβέρνηση, η νέα πλειοψηφία συχνά θέλει να αλλάξει ή να καταργήσει νόμους της προηγούμενης για να δείξει πόσο διαφέρει. Συνεπώς, κάθε εναλλαγή εξουσίας προσθέτει νέα κύματα νομοθεσίας.
Ποια είναι όμως η κατάσταση σήμερα και πώς εξελίχθηκε από το 2000; Τα κεφάλαια 5, 6 και 7 της μελέτης εξετάζουν πιο πρακτικά το πρόβλημα της πολυνομίας στην Ελλάδα. Παρουσιάζουν στοιχεία για το πώς παράγονται οι νόμοι, για τις περιόδους που αυτή η παραγωγή αυξάνεται και για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κανόνων που θεσπίζονται. Οι ερευνητές αναλύουν ποιοι τύποι ρυθμίσεων χρησιμοποιούνται περισσότερο και πότε, ποιοι τομείς δημόσιας πολιτικής επηρεάζονται, ποιες πρωτοβουλίες πάρθηκαν τα τελευταία χρόνια και, τελικά, ποιες λύσεις, τεχνολογικές ή άλλες, θα μπορούσαν να βοηθήσουν.
Μνημόνια και πανδημία
Όμως, ας δούμε την πραγματική εικόνα της παραγωγής κανόνων τα τελευταία χρόνια. Πριν τα όποια συμπεράσματα, η έρευνα διαχωρίζει τη «μεικτή» από την «καθαρή» νομοθεσία. Η μεικτή νομοθεσία περιλαμβάνει όλους τους νόμους που δημοσιεύονται, μεταξύ τους και εκείνους που απλώς κυρώνουν διεθνείς ή ευρωπαϊκές συμβάσεις, οι οποίοι συνήθως αντιστοιχούν περίπου στο μισό του ετήσιου όγκου. Η καθαρή νομοθεσία είναι ό,τι απομένει όταν αφαιρεθούν οι κυρωτικοί νόμοι. Από τη σκοπιά της μεικτής νομοθεσίας, η Ελλάδα θεσπίζει περίπου 100 νόμους τον χρόνο κατά μέσο όρο. Ωστόσο, υπάρχουν και εκεί διακυμάνσεις. Το 2011, δηλαδή πολύ κοντά στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ψηφίστηκαν 129 νόμοι. Το 2022, αμέσως μετά την πιο δύσκολη φάση της πανδημίας, ψηφίστηκαν 131 νόμοι, που είναι και το «ρεκόρ» της περιόδου που εξετάζει η μελέτη. «Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι οι εξωτερικές πιέσεις και ανάγκες διαχείρισης έκτακτων καταστάσεων συχνά εντείνουν το φαινόμενο της πολυνομίας μέσω καταιγιστικής νομοθέτησης», επισημαίνει η έρευνα.
Η περίοδος των Μνημονίων, από το 2010 έως το 2018, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αφενός, παρατηρούνται μεν κάποιες αυξομειώσεις στον αριθμό των νόμων που ψηφίζονται κάθε χρόνο, όμως χωρίς να φαίνεται κάποιο σταθερό μοτίβο. Από την άλλη πλευρά, αλλάζει αρκετά το είδος των ρυθμίσεων. Για παράδειγμα, τα Προεδρικά Διατάγματα (ΠΔ) μειώνονται αισθητά. Την περίοδο 2001-2009 εκδόθηκαν 2.582 Προεδρικά Διατάγματα, ενώ την περίοδο 2010-2018 εκδόθηκαν σχεδόν τα μισά, μόνο 1.280. «Εικάζεται ότι αιτία για αυτήν την τάση είναι η θεσμοθετημένη υποχρέωση της διοίκησης να υποβάλει τα σχέδια των ΠΔ στο Συμβούλιο της Επικρατείας προς γνωμοδοτικό έλεγχο συνταγματικότητας», παρατηρούν οι συγγραφείς. Αποδίδουν αυτή την εξέλιξη στην ανάγκη για επιτάχυνση της θέσπισης κανόνων σε καθεστώς κρίσης. «Αντίθετα με ό,τι ισχύει για τα ΠΔ, για τα υπό κατάθεση νομοσχέδια δεν απαιτείται ο έλεγχος από το ΣτΕ», σημειώνουν.
Στη διάρκεια της ίδιας περιόδου γινόταν επίσης εκτενής συζήτηση, και ενίοτε πολιτικά φορτισμένη, γύρω από τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) και το αν γινόταν κατάχρησή τους. Οι ΠΝΠ, ένα έκτακτο και ευέλικτο εργαλείο, αποτελούν νομοθετήματα που θεσπίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, για τη νομοθετική διευθέτηση μιας έκτακτης περίπτωσης. Η Βουλή τις κυρώνει εκ των υστέρων μόνο για τη διατήρηση της ισχύος τους αφότου έχουν εκδοθεί. Πράγματι, η έρευνα διαπιστώνει ότι, αντίθετα με τα ΠΔ, οι ΠΝΠ αυξήθηκαν πολύ στα χρόνια των Μνημονίων. Την περίοδο 2010-2018 εκδόθηκαν 72 ΠΝΠ. Μόνο το 2012, στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης, εκδόθηκαν 27 ΠΝΠ, δηλαδή υπερδιπλάσιες από τις μόλις 13 που εκδόθηκαν στη διάρκεια των εννέα χρόνων που προηγήθηκαν της οικονομικής κρίσης (2001-2009).
«Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν μια ποιοτική μετατόπιση: αντί να περιοριστεί η πολυνομία, η μνημονιακή περίοδος τη μετέτρεψε εν μέρει σε κακονομία (κανονιστική πλημμυρίδα με επείγοντα μέτρα και δευτερογενή νομοθέτηση)», γράφουν οι ερευνητές. «Η ευελιξία που επιτρέπεται στην εκτελεστική εξουσία σε περιόδους κρίσεων, ώστε να παρακάμπτει τη νομοθετική εξουσία μόνο έως έναν βαθμό, είναι απαραίτητη. Πλήττει, όμως, σαφώς τον κοινοβουλευτισμό, ενώ συμβάλλει και στην υπέρβαρη συνθετότητα και πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού πλαισίου».
Η έρευνα δίνει επιπλέον μια ενδιαφέρουσα οπτική στην παραγωγή νομοθεσίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η εποχή της Covid-19 φαίνεται ότι δημιούργησε και αυτή ένα νέο κύμα ρυθμίσεων. Τις τρεις χρονιές στις οποίες εκτείνεται κυρίως η διαχείρισή της πανδημίας (2020-2022) παρατηρούμε επίσης αύξηση της μεικτής παραγωγής νομοθεσίας. Το 2020 ψηφίστηκαν 113 νόμοι, το 2021 ψηφίστηκαν 112 και το 2022 ψηφίστηκαν 131, ένα διαχρονικό υψηλό για ολόκληρη την περίοδο από το 2001. Η ερμηνεία αυτής της αύξησης είναι μάλλον κατανοητή: έπρεπε να ληφθούν μέτρα για την υγεία, την εργασία, τις επιχειρήσεις, τις μετακινήσεις, τις οικονομικές ενισχύσεις και την πολιτική προστασία. Όμως, το αποτέλεσμα ήταν μια νέα «πλημμύρα» κανόνων. Και, μάλιστα, τα βασικά εργαλεία αυτού του κύματος νομοθεσίας ήταν αφενός οι ΠΝΠ, αλλά και άλλοι τύποι κανόνων όπως οι Πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) και κυρίως Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ). Ειδικότερα, οι ΚΥΑ ήταν 489 το 2020 και 360 το 2021, πριν μειωθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Η εξέλιξη του πλήθους των Τευχών Β΄ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπου δημοσιεύονται οι ΚΥΑ και άλλες κανονιστικές αποφάσεις, π.χ. του Πρωθυπουργού, οι οποίες δεν ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, είναι επίσης εντυπωσιακή και επιβεβαιώνει την ίδια εικόνα. Το 2001, εκδόθηκαν μόνο 1.831 τεύχη ΦΕΚ Β΄. Το 2024, στο ιστορικό υψηλό τους, ήταν περίπου τέσσερις φορές περισσότερα, στα 7.790, καθώς αυξάνονταν σταθερά, ειδικά μετά το 2010. Το 2025 (έως τις 21 Νοεμβρίου) είχαν ήδη φτάσει τα 7.416. Η αύξηση φανερώνει μια κάπως σταθερή διαχρονική τάση: η διοίκηση παράγει όλο και περισσότερες κανονιστικές αποφάσεις.
Ωστόσο, όπως τονίζουν οι ερευνητές, ένα μέρος αυτής της εικόνας είναι μάλλον δικαιολογημένο. Από τη μία πλευρά, φαίνεται λογικό να μην υποβάλλονται όλα τα τεχνικά και ειδικά θέματα στη Βουλή με τη μορφή νομοσχεδίων. «Αν τα θέματα των περισσότερων Υπουργικών Αποφάσεων “περνούσαν” στην αρμοδιότητα της Βουλής, η πολυνομία θα αυξανόταν ακόμα περισσότερο», εκτιμούν οι συγγραφείς. «Από την άλλη μεριά, η διαχρονική τάση αύξησης των ΥΑ και των ΚΥΑ στη σημερινή Ελλάδα μπορεί να προκαλέσει σκέψεις για τάση παράκαμψης του Κοινοβουλίου».
Παραγωγή νόμων ανά τομέα
Η μελέτη ασχολείται επίσης με τους τομείς δημόσιας πολιτικής στους οποίους παράγονται νόμοι. Για να κάνουν μια τέτοια κατηγοριοποίηση οι ερευνητές κατατάσσουν το πλήθος των κανόνων σε τρεις μεγάλους τομείς: Κράτος-Διοίκηση, Οικονομία και Κοινωνία. Στον πρώτο τομέα ανήκουν, για παράδειγμα, η λειτουργία του κράτους, η φορολογία, η δικαιοσύνη, η άμυνα, η ασφάλεια, οι δημόσιες συμβάσεις και η μεταναστευτική πολιτική. Στον δεύτερο ανήκουν η επιχειρηματικότητα, οι επενδύσεις, η ενέργεια, οι μεταφορές, τα επαγγέλματα και οι εργασιακές σχέσεις. Στον τρίτο ανήκουν η υγεία, η παιδεία, η πρόνοια, τα δικαιώματα, ο πολιτισμός και το περιβάλλον.
Αυτού του είδους η ανάλυση, όπως φαίνεται και στα σχετικά διαγράμματα παραπάνω, δείχνει ότι, ιδιαίτερα μετά την πανδημία, επανέρχονται στο προσκήνιο μεταρρυθμίσεις στο κράτος και τη δημόσια διοίκηση, ενώ η ποσότητα των νόμων για την οικονομία και την κοινωνική πολιτική δεν φαίνεται να επηρεάζεται τόσο. Η μελέτη διαπιστώνει, επίσης, την εμφάνιση των λεγόμενων πολυνομοσχεδίων κυρίως μετά το 2010. Τα πολυνομοσχέδια είναι νόμοι που περιλαμβάνουν πολλές διαφορετικές, και συχνά άσχετες μεταξύ τους, ρυθμίσεις. Χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα στα χρόνια των Μνημονίων, επειδή έπρεπε να εκπληρωθούν γρήγορα, με θέσπιση κατάλληλων ρυθμίσεων, πολλές δεσμεύσεις των προγραμμάτων διάσωσης και των αξιολογήσεών τους, και φαίνεται ότι, έκτοτε, επίσης αξιοποιούνται κατά καιρούς, π.χ. το 2019 τα πολυνομοσχέδια αποτελούσαν το 19% της καθαρής νομοθεσίας.
Τι άλλαξε τα τελευταία χρόνια
Τέλος, στο έβδομο κεφάλαιό της, όπου η μελέτη συνοψίζει κάποια συμπεράσματα, αναφέρεται εκτενώς στο σχήμα του επιτελικού κράτους, που ακολουθείται μετά τις εκλογές του 2019, και στο πώς αυτό επέδρασε πάνω στην πολυνομία και την κακονομία στη χώρα. Από τη σκοπιά της καλής νομοθέτησης, πράγματι ο νόμος 4622/2019 για το επιτελικό κράτος αποτελεί ορόσημο. Προέβλεψε πιο τυποποιημένες διαδικασίες νομοθέτησης, ετήσιο νομοθετικό προγραμματισμό, Εγχειρίδιο Νομοπαρασκευαστικής Μεθοδολογίας και Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης για τους νόμους. Δημιουργήθηκαν, επίσης, υπηρεσίες συντονισμού στα υπουργεία και άλλοι μηχανισμοί ελέγχου της ποιότητας της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας. Ωστόσο, όπως σημειώνει η μελέτη, παρά τη βελτίωση, κάποιες σημαντικές προβλέψεις του νόμου, όπως η αξιολόγηση κάθε νέας νομοθεσίας μετά από τρία έως πέντε χρόνια εφαρμογής, δεν έχουν εφαρμοστεί καθόλου. Η έρευνα επισημαίνει επίσης πρόοδο στην κωδικοποίηση της νομοθεσίας. Η Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης έχει ολοκληρώσει αρκετές κωδικοποιήσεις την περίοδο 2020-2025, όπως σε θέματα εργατικού δικαίου, φορολογίας, είσπραξης δημοσίων εσόδων και προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Κατευθύνσεις πολιτικής
Με σκοπό την καταπολέμηση της πολυνομίας και της κακονομίας, η μελέτη καταλήγει σε κατευθύνσεις πολιτικής, τις οποίες χωρίζει σε μακροπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες. Οι μακροπρόθεσμες προτάσεις αφορούν κυρίως την αλλαγή κουλτούρας. Για παράδειγμα, προτείνονται ενέργειες ώστε οι υπουργοί να μην κρίνονται από το πόσους νόμους φέρνουν στη Βουλή, αλλά από το αν εφαρμόζουν σωστά τους υπάρχοντες νόμους και από το πόσο αποτελεσματικά λύνουν προβλήματα. Επιπρόσθετα, οι ερευνητές συστήνουν μια διαδικασία μετάβασης από τη «μικρονομοθεσία» προς τη «μακρονομοθεσία», δηλαδή από πολλές μικρές, ειδικές ρυθμίσεις για κάθε περίπτωση, σε λιγότερους, πιο γενικούς και σταθερούς κανόνες. Μια ακόμη μακροπρόθεσμη πρόταση είναι να ενισχυθεί ο ρόλος των μόνιμων, καλά εκπαιδευμένων στελεχών της δημόσιας διοίκησης κατά την προετοιμασία των νόμων.
Οι μεσοπρόθεσμες προτάσεις είναι πιο συγκεκριμένες και, επομένως, πιο άμεσα εφαρμόσιμες. Οι πιο βασικές από αυτές είναι να δημιουργηθεί πρόγραμμα αξιολόγησης της νομοθεσίας ανά υπουργείο, να επεκταθεί η κωδικοποίηση, ιδιαίτερα σε τομείς που επηρεάζουν την οικονομία, και, τέλος, να εξεταστεί ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας των νομοσχεδίων, με προσοχή ώστε να μην καθυστερεί υπερβολικά η νομοθέτηση. Τέλος, η έρευνα προτείνει περαιτέρω εξορθολογισμό της κατάθεσης και ψήφισης τροπολογιών.
Η σημασία της ΑΙ
Πέρα όμως από τις παραπάνω προτάσεις πολιτικής, η έρευνα σχολιάζει εκτενώς τις νέες δυνατότητες που παρέχει η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) και σε αυτό το πεδίο. Τι σχέση μπορεί να έχει η ΑΙ με την πολυνομία και την κακονομία; Το έκτο κεφάλαιο της μελέτης εστιάζει σε επιμέρους τομείς όπου η ΑΙ θα μπορούσε να συμβάλλει στην αντιμετώπιση της πολυνομίας και της κακονομίας. Άλλωστε, στην πρόσφατη δημοσκοπική έρευνα της διαΝΕΟσις για την ΑΙ, περίπου 8 στους 10, μια πολύ μεγάλη πλειοψηφία, απάντησαν ότι η ΑΙ θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά την εικόνα του δημόσιου τομέα και της γραφειοκρατίας στη χώρα.
Η AI ασφαλώς δεν αποτελεί μαγική λύση, ούτε μπορεί να λειτουργεί άνευ όρων, αλλά παραμένει ένα εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει, μέσα σε ένα δημοκρατικό και διαφανές πλαίσιο. Πώς ακριβώς; Αφενός, σημειώνει η μελέτη, η ΑΙ μπορεί να συνδράμει στην αναζήτηση και ταξινόμηση τεράστιου όγκου νομοθετικού υλικού, χιλιάδων νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων και εγκυκλίων. Ακόμα, μπορεί επίσης να συμβάλλει, ασφαλώς με ανθρώπινο έλεγχο, στην κωδικοποίηση της νομοθεσίας, δηλαδή στο να συγκεντρώνονται διάσπαρτες διατάξεις σε ένα ενιαίο και πιο καθαρό κείμενο. Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τη νομοθεσία περισσότερο προσβάσιμη σε πολίτες, επιχειρήσεις, δικαστές και δημόσιους υπαλλήλους.
Ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο η ΑΙ μπορεί να αποτελέσει εργαλείο κατά της πολυνομίας και της κακονομίας αφορά τη σύνταξη νέων νόμων. Θα μπορούσε να εντοπίζει λάθη, ασάφειες και αντιφάσεις μέσα σε ένα νομοσχέδιο ή να ελέγχει αν το νέο νομοσχέδιο ταιριάζει με το ήδη ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό Δίκαιο. Η ΑΙ θα ήταν επίσης χρήσιμη στη δημόσια διαβούλευση, καθώς θα μπορούσε να ομαδοποιεί τα δημοσιευμένα σχόλια, να τα συνοψίζει και να αναδεικνύει τα κύρια θέματά τους. Τέλος, η ΑΙ θα μπορούσε να βοηθήσει ακόμη και στη διαχείριση των τροπολογιών στη Βουλή, π.χ. να εντοπίζει προς έλεγχο τροπολογίες με παρόμοιο περιεχόμενο και να υποδεικνύει επικαλύψεις. Το σχετικό κεφάλαιο της μελέτης, όμως, τελειώνει με μια προειδοποίηση. Οι ερευνητές υπενθυμίζουν ότι η ΑΙ είναι μόνο ένα εργαλείο και αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο μόνο αν υπάρχει πραγματική πρόθεση για λιγότερους, πιο σαφείς και, τελικώς, ποιοτικά καλύτερους νόμους.
διαβάστε ακόμα

Η Πολυνομία Και Η Κακονομία Στην Ελλάδα - Μια Έρευνα
διαβάστε ακόμα

Πολυνομία Και Κακονομία Στην Ελλάδα - Ένα Σχέδιο Για Ένα Καλύτερο Και Αποτελεσματικότερο Κράτος
διαβάστε ακόμα

12 Άμεσες Λύσεις Κατά Της Πολυνομίας









