διαβάστε ακόμα

ΜΜΕ & Ίντερνετ Στην Ελλάδα
Πώς έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε ειδήσεις στην Ελλάδα από το 2016; Πώς επηρέασαν οι πολλές κρίσεις της περιόδου –η κρίση του ευρώ, η πανδημία, και οι πόλεμοι– τον τρόπο που διαβάζουμε τα νέα; Γιατί ολοένα και περισσότεροι αποφεύγουν να ενημερώνονται; Ποιον ρόλο έπαιξαν οι μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες και η ΑΙ; Και τελικά τι καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη στην παραπληροφόρηση και στις θεωρίες συνωμοσίας;
Η ενημέρωση, πέρα από μια καθημερινή συνήθεια και μια διακριτή αγορά της οικονομίας, σχετίζεται με πολλούς τρόπους με τη ζωή στη χώρα. Αποτελεί το «φίλτρο» από το οποίο περνούν οι πληροφορίες που λαμβάνουν οι πολίτες, και ως εκ τούτου μια σημαντική λειτουργία ευρύτερα για την κοινωνία. Η ποιότητα της ενημέρωσης επηρεάζει επιπλέον το πώς οι πολίτες αξιολογούν την εξουσία, πώς κατανοούν τις πολιτικές αποφάσεις και πώς συμμετέχουν στη δημόσια ζωή.
Διαβάστε την Ανάλυση για την Ψηφιακή Ενημέρωση (.PDF)
Η διαΝΕΟσις δημοσιεύει ταυτόχρονα δύο νέες μελέτες οι οποίες φωτίζουν από διαφορετική σκοπιά το τοπίο της ενημέρωσης στη χώρα. Η πρώτη, βασισμένη στα στοιχεία του Digital News Report του Ινστιτούτου Reuters για τη Μελέτη της Δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, υπογράφεται από τον Αντώνη Καλογερόπουλο, Αναπληρωτή Καθηγητή Πολιτικής Επικοινωνίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών (VUB) και Ερευνητικό Συνεργάτη στο Ινστιτούτο Reuters. Μέσα από τα ευρήματα του διεθνούς αυτού ερευνητικού έργου, σκιαγραφεί την ψηφιακή ενημέρωση στην Ελλάδα την περίοδο 2016-2026: την υποχώρηση του ενδιαφέροντος για τις ειδήσεις, την άνοδο των κοινωνικών δικτύων ως βασικής πηγής ενημέρωσης, τη χρήση νέων εργαλείων όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και, κυρίως, το επίμονο έλλειμμα εμπιστοσύνης.
Διαβάστε την Ανάλυση για την Παραπληροφόρηση και τις Θεωρίες Συνωμοσίας (.PDF)
Η δεύτερη μελέτη υπογράφεται από τους Darren Lilleker, Καθηγητή Πολιτικής Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου του Bournemouth, και Πάνο Κολιαστάση, διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London και διδάσκοντα στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολείται με την παραπληροφόρηση και τις θεωρίες συνωμοσίας, και δείχνει μέσα από ελληνικά παραδείγματα πώς ψευδείς ή παραπλανητικές αφηγήσεις μπορούν να γίνουν πειστικές στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Παρακάτω θα δούμε μερικά βασικά σημεία των δύο έρευνών.
Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: 2016-2026 (.PDF)
ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ (.PDF)
ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ (.PDF)
1. Η ψηφιακή ενημέρωση στην Ελλάδα
Το Digital News Report έχει εξελιχθεί σε μια από τις πιο σημαντικές διεθνείς έρευνες για τις συνήθειες ενημέρωσης στο διαδίκτυο. Άρχισε να διενεργείται σε μόλις πέντε χώρες, σε έναν πολύ διαφορετικό κόσμο το 2012, και ως το 2026 έφτασε να καλύπτει 48 χώρες σε έξι ηπείρους. Κάθε χρόνο, σε κάθε χώρα που συμμετέχει, ένα δείγμα αντιπροσωπευτικό των χρηστών του διαδικτύου απαντά σε πολλές κοινές ερωτήσεις για την κατανάλωση ειδήσεων, για τις συνήθειες και για τις απόψεις τους. Με αυτόν τον τρόπο, η ανάλυση των αποτελεσμάτων επιτρέπει τις συγκρίσεις μεταξύ χωρών ή περιοχών του κόσμου. Η Ελλάδα συμμετέχει στο μεγάλο αυτό ερευνητικό έργο από το 2016, και επομένως, κάποιος μπορεί να παρατηρήσει τις τάσεις και τις συμπεριφορές γύρω από την ψηφιακή ενημέρωση στη διάρκεια έντεκα ετών, μιας περιόδου κατά την οποία συνέβησαν σημαντικές αλλαγές. Κάποιες από αυτές ήταν τοπικές –είχαμε ακόμα Μνημόνιο τις πρώτες χρονιές της έρευνας– και άλλες, όπως η πανδημία του κορονοϊού, ήταν παγκόσμιες. Ταυτόχρονα, μπορεί να συγκρίνει τις τάσεις με τις αντίστοιχες άλλων χωρών με παρόμοιες ή διαφορετικές εμπειρίες. Η ανάλυση που δημοσιεύει η διαΝΕΟσις περιλαμβάνει και τα πιο πρόσφατα στοιχεία της έρευνας του 2026, τα οποία δημοσιεύθηκαν πριν από λίγες ημέρες, στις 16 Ιουνίου.
Μειωμένο ενδιαφέρον και συμμετοχή
Mε μια ματιά στα στοιχεία της περιόδου, ένα βασικό συμπέρασμα είναι το μειούμενο ενδιαφέρον για τις ειδήσεις. Σε όλο το διάστημα από το 2016 μέχρι το 2021, περίπου 7 στους 10 Έλληνες χρήστες του διαδικτύου δήλωναν ότι ενδιαφέρονται πολύ ή πάρα πολύ για τις ειδήσεις. Το ποσοστό αυτό έχει πέσει από το 2023 στο 47%, όπου φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί μέχρι και φέτος. Η εμφανής αυτή μείωση του ενδιαφέροντος δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Το κοινό που απομακρύνεται περισσότερο από την ενημέρωση αποτελείται κυρίως από γυναίκες, μη πτυχιούχους και άτομα που αποφεύγουν να τοποθετήσουν πολιτικά τον εαυτό τους στον άξονα Αριστερά-Δεξιά. Η ηλικία φαίνεται επίσης να συνδέεται με το πόσο συχνά βλέπει ειδήσεις το κοινό. Το 2026, 19% των χρηστών του διαδικτύου δήλωναν ότι δεν ενημερώνονται καθημερινά. Όμως, το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν διπλάσιο για τα άτομα κάτω των 35 ετών, όπου φτάνει το 37%.
Το μειωμένο αυτό ενδιαφέρον αντανακλάται και στη χαμηλή συμμετοχή. Η κοινοποίηση και τα σχόλια κάτω από ειδήσεις στα κοινωνικά δίκτυα φαίνεται ότι είναι επίσης πολύ πιο λίγα σε σχέση με τις πρώτες χρονιές της έρευνας. Το ποσοστό όσων λένε ότι μοιράζονται ειδήσεις σε μια τυπική εβδομάδα έπεσε κάτω από το μισό, από 40% το 2016 σε 17% το 2026. Όσοι σχολιάζουν ειδήσεις σε αναρτήσεις στα social media έμειναν, επίσης, περίπου μισοί στο ίδιο διάστημα: από 33% σε 16% – και μάλιστα, στην έρευνα του 2026, αυτοί είναι δυσανάλογα πολλοί άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας και έντονα πολιτικοποιημένοι. «Ως αποτέλεσμα, τα σχόλια που εμφανίζονται κάτω από ειδήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντικατοπτρίζουν πολιτική πόλωση και δεν είναι αντιπροσωπευτικά της ευρύτερης κοινής γνώμης», σχολιάζει ο Αντώνης Καλογερόπουλος.
Τέλος, μόλις 8% των Ελλήνων λένε ότι πληρώνουν για ειδήσεις στο διαδίκτυο το 2026, ένα ποσοστό που όμως, αντίθετα με τον βαθμό του ενδιαφέροντος, είναι διαχρονικά χαμηλό στη χώρα. Στον αντίστοιχο δείκτη, το 2026 η Ελλάδα έρχεται 47η μεταξύ των 48 χωρών της έρευνας, μόνο 2 μονάδες πάνω από την Ουγγαρία. Στον αντίποδα, σε χώρες όπως η Νορβηγία και η Σουηδία, περισσότεροι από 3 στους 10 λένε ότι πληρώνουν για ειδήσεις online. Το 2025, η έρευνα είχε ρωτήσει όσους δεν πληρώνουν για ειδήσεις τι θα μπορούσε να τους ενθαρρύνει να πληρώσουν. 3 στους 4 απέρριψαν τις επιλογές που έδινε η σχετική ερώτηση –προσφορές για πρόσβαση σε περισσότερα του ενός μέσα, επιπλέον μη ειδησεογραφικές υπηρεσίες με το ίδιο πακέτο ή ευέλικτοι τρόποι πληρωμής– και απάντησαν ότι «τίποτα από αυτά» δεν θα μπορούσε να τους μεταπείσει.
Η ενεργή αποφυγή των ειδήσεων
Συνοπτική Παρουσίαση των Αναλύσεων (.PDF)
Η μείωση του ενδιαφέροντος φαίνεται ότι έχει μια ακόμη σημαντική όψη: ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των Ελλήνων χρηστών του διαδικτύου πλέον όχι απλώς έχει χάσει το ενδιαφέρον ή παραμελεί να ενημερώνεται καθημερινά και να κοινοποιεί ειδήσεις ή να πληρώνει για αυτές, αλλά αποφεύγει συνειδητά να εκτίθεται σε ειδήσεις γενικώς. Το 2026, 8 στους 10 δηλώνουν ότι αποφεύγουν ενεργά την ενημέρωση «μερικές φορές» ή «συχνά». Το εν λόγω ποσοστό είναι το έκτο μεγαλύτερο μεταξύ των 48 χωρών του δείγματος, κατά 6 μονάδες χαμηλότερο από αυτό της Κροατίας που έρχεται πρώτη.
Ωστόσο, ποιες ειδήσεις ακριβώς αποφεύγει το κοινό; Η στάση αυτή θα μπορούσε να αφορά περισσότερο συγκεκριμένα θέματα ή κάποιους τρόπους κάλυψής τους, για παράδειγμα, κατηγορίες ειδήσεων και δημοσιογραφική κάλυψη με έντονη συναισθηματική φόρτιση, και να μην αφορά τελικά το σύνολο των ειδήσεων. Ωστόσο, το 2023, όταν η έρευνα έθεσε αυτή την ερώτηση, οι συμμετέχοντες δήλωσαν σε όχι πολύ διαφορετικά ποσοστά, και βεβαίως όχι οι ίδιοι κάθε φορά, ότι αποφεύγουν συχνότερα πολλά, άσχετα μεταξύ τους θέματα: τον πόλεμο στην Ουκρανία (38%), τις αθλητικές ειδήσεις (35%), τις ειδήσεις για εγκλήματα (34%), τις lifestyle ειδήσεις (32%), τις ειδήσεις για διασημότητες (31%) και τις ειδήσεις υγείας, όπως η Covid-19 (29%) ή τις οικονομικές ειδήσεις (28%). Φυσικά, υπάρχουν και άλλες κατηγορίες ειδήσεων που συγκεντρώνουν αρκετά χαμηλότερα ποσοστά αποφυγής.
Τελικά, όμως, γιατί έχει μειωθεί τόσο το ενδιαφέρον για τις ειδήσεις στην Ελλάδα; Τι μπορεί να ερμηνεύει αυτή την εικόνα, που είτε παραμένει σταθερά αρνητική σε όλη την τελευταία δεκαετία είτε μοιάζει να επιδεινώνεται στο ίδιο διάστημα; «Μία από τις παραμέτρους που εξηγούν αυτήν την πτώση σχετίζεται τόσο με τη φύση της επικαιρότητας όσο και με τον τρόπο κάλυψής της από τα μέσα ενημέρωσης», αναφέρει ο Αντ. Καλογερόπουλος. «Τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί μια διαρκής αίσθηση κρίσης, με διαδοχικά μεγάλα γεγονότα και ανατροπές, όπως η πανδημία, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Γάζα, η άνοδος του πληθωρισμού και η εκλογική ενίσχυση ακροδεξιών κομμάτων και υποψηφίων. Στην Ελλάδα, αυτή η αίσθηση είναι ακόμη πιο έντονη, καθώς η περίοδος των αλλεπάλληλων και ταυτόχρονων κρίσεων έρχεται να προστεθεί στο τέλος μιας δεκαετίας οικονομικής κρίσης, αλλά και μιας γενικευμένης κρίσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς».
Ακόμη, παρακάτω, συμπληρώνει: «Οι αλλαγές αυτές έχουν απομακρύνει ακόμη περισσότερο από την ενημέρωση τα ήδη ευάλωτα κοινά ως προς την ενημέρωση: τους νέους, τις γυναίκες, τους ανθρώπους με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, αλλά και τους πολίτες με χαμηλό πολιτικό ενδιαφέρον. Ως αποτέλεσμα, το κοινό που συνεχίζει να ενημερώνεται απαρτίζεται ολοένα και περισσότερο από ανθρώπους που ενδιαφέρονται έτσι κι αλλιώς για την ενημέρωση και που είναι ήδη ιδεολογικά κατασταλαγμένοι. Τέλος, οι αλλαγές αυτές αφορούν και τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης. Τα ελληνικά ενημερωτικά μέσα αντικατοπτρίζουν το συρρικνωμένο κοινό τους: απαρτίζονται σε μεγάλο βαθμό από άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας και έντονα πολιτικοποιημένους δημοσιογράφους, με περιορισμένη δυνατότητα να προσεγγίσουν τα κοινά που απομακρύνονται από την ενημέρωση».
Ειδήσεις στα social media
Όμως δεν είναι μόνο η καθίζηση του ενδιαφέροντος για τις ειδήσεις που διαπιστώνει η έρευνα μέσα σε αυτό το διάστημα, αλλά και πολύ σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που ενημερώνονται όσοι συνεχίζουν να ενημερώνονται. Ένα από τα διαχρονικά ευρήματα της έρευνας, ειδικά για την Ελλάδα, είναι τα πολύ υψηλά ποσοστά των ερωτώμενων οι οποίοι δηλώνουν ότι ενημερώνονται από τα social media. Από το 2025, οι Έλληνες χρήστες δηλώνουν τα social media πιο συχνά από οποιοδήποτε άλλο μέσο ως κύρια πηγή ενημέρωσής τους. Στην έρευνα του 2026, 35% δηλώνουν ότι η κύρια πηγή ενημέρωσής τους είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ακολουθούν με 32% οι ενημερωτικές ιστοσελίδες ή εφαρμογές, 24% η τηλεόραση, 4% το ραδιόφωνο και 2% ο Τύπος. Και αυτή η τάση είναι πιο έντονη στους νέους. Η Ελλάδα εμφανίζει, έτσι, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης των κοινωνικών δικτύων ως κύριας πηγής ενημέρωσης μεταξύ όλων των χωρών της έρευνας. Αντίστοιχες τάσεις παρατηρούνται στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία, αλλά όχι, συνήθως, στην Δυτική Ευρώπη.
Είναι, ωστόσο, ενδιαφέρον ότι μέσα σε αυτή την τελευταία δεκαετία, ούτε το τοπίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει παραμείνει ίδιο: νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έγιναν δημοφιλή, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και λειτουργίες. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε κοινωνικού δικτύου που αναδύεται και κερδίζει δεκάδες εκατομμύρια χρήστες παγκοσμίως είναι ιδιαίτερα σημαντικά και για την ενημέρωση. Και επίσης το ίδιο το κοινό μέσα στο ίδιο διάστημα άλλαξε τις συνήθειές του. Για παράδειγμα, το Facebook δεν έχει πλέον την ίδια δημοφιλία, ειδικά για τους πιο νέους. Στην ηλικιακή ομάδα 18-24, η χρήση του Facebook για ενημέρωση έχει πέσει από 75% που ήταν το 2016 (68% για το σύνολο του πληθυσμού) σε 22% το 2025. Πρώτη πλατφόρμα για ενημέρωση στους νέους είναι πλέον το Instagram με 41%, ακολουθεί το TikTok (το οποίο ιδρύθηκε το 2016) με 35% και το YouTube με 31%. Στον γενικό πληθυσμό παραμένει πρώτο το Facebook, αλλά με πτώση άνω των 20 μονάδων μέσα σε 10 χρόνια, και ακολουθούν το YouTube (30%) και το Instagram (21%).
Οι αλλαγές αυτές δεν αφορούν μόνο το κανάλι της επικοινωνίας, δεν είναι δηλαδή απλώς τεχνικές, αλλά επηρεάζουν και την ουσία της κατανάλωσης των ειδήσεων. Για παράδειγμα, σε πλατφόρμες εικόνας και βίντεο, όπως είναι το Instagram και το TikTok που φαίνεται να κυριαρχούν, οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι και τα παραδοσιακά μέσα έχουν πολύ μικρότερη ορατότητα. Αντίθετα, κερδίζουν έδαφος οι influencers, οι διασημότητες και οι απλοί χρήστες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα των πληροφοριών που διακινούνται. Η Ελλάδα, ασφαλώς δεν έχει μείνει πίσω. Το 2023, ανάλογα και με την πλατφόρμα, από 32% έως 52% των χρηστών δήλωναν ότι δίνουν προσοχή σε ειδήσεις από «προσωπικότητες των social media».
Χαμηλή εμπιστοσύνη
Πίσω από τα παραπάνω αρνητικά ευρήματα που αναδεικνύει η ανάλυση των τάσεων από τις έρευνες του Ινστιτούτου Reuters φαίνεται, ωστόσο, ένα βαθύτερο και επίμονο πρόβλημα: η χαμηλή εμπιστοσύνη. Αφενός πολλές έρευνες, ανάμεσά τους η World Values Survey και το «Τι πιστεύουν οι Έλληνες», αναδεικνύουν μια εικόνα ευρύτερης δυσπιστίας του ελληνικού πληθυσμού προς τους θεσμούς. Αλλά είναι επίσης ενδιαφέρον, ότι, μέσα σε αυτήν την αρνητική ατμόσφαιρα, τα ΜΜΕ συγκεντρώνουν σταθερά από τα χαμηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης. Εν πολλοίς, η ανάλυση των δεδομένων του Ινστιτούτου Reuters επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα.
Το 2026, μόλις 18% των Ελλήνων δηλώνουν ότι εμπιστεύονται «τις περισσότερες ειδήσεις τις περισσότερες φορές». Είναι το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των 48 χωρών του δείγματος, και σχεδόν σε όλες τις υπόλοιπες χρονιές η επίδοση είναι παρόμοια, με εξαίρεση την πρώτη φάση της πανδημίας που είχαμε μια αξιοσημείωτη αύξηση. Μάλιστα, η δυσπιστία αυτή φαίνεται ότι πλέον διατρέχει σχεδόν όλες τις δημογραφικές ομάδες, χωρίς εντυπωσιακές διαφοροποιήσεις. Στους νέους 18-24 ετών, η εμπιστοσύνη είναι 16%, ενώ στους άνω των 55 ετών φτάνει το 21%. Με βάση την πολιτική αυτοτοποθέτηση, οι Αριστεροί εμφανίζουν εμπιστοσύνη 14%, οι Κεντρώοι 23% και οι Δεξιοί 22%.
ΑΙ και ενημέρωση
Μια νέα σημαντική παράμετρος, μέσα στο ίδιο διάστημα, στην οποία επικεντρώνεται η έκθεση είναι η πολύ επιθετική είσοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης σε σχεδόν όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής, επομένως και στο τοπίο της ενημέρωσης. Στην πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις, τον Μάιο του 2026, όταν ρωτήσαμε για ποιο πράγμα ανησυχείτε σχετικά με τη χρήση της ΑΙ, 8 στους 10 Έλληνες που έχουν έστω ακουστά την ΑΙ απάντησαν για την παραπληροφόρηση και το ψευδές περιεχόμενο. Ήταν το μεγαλύτερο ποσοστό από κάθε άλλη επιλογή στην ίδια ερώτηση.
Η έρευνα του Ινστιτούτου Reuters δείχνει ότι η χρήση γλωσσικών μοντέλων ΑΙ για ενημέρωση στην Ελλάδα, αν και ακόμη χαμηλή, κινείται πολύ γρήγορα: διπλασιάστηκε μέσα σε έναν χρόνο, από 6% το 2025 σε 12% το 2026. Μάλιστα, η επίδοση αυτή ξεχωρίζει. Αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό χρήσης τέτοιων εργαλείων για ενημέρωση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών του δείγματος και των ΗΠΑ. Πώς όμως χρησιμοποιούν οι Έλληνες αυτά τα εργαλεία για την ενημέρωση; Το 42% ζητάει σύνοψη μιας είδησης, το 28% ζητάει να γίνει μια είδηση πιο κατανοητή, το 26% κάνει επιπλέον ερωτήσεις για μια είδηση, το 25% ζητάει τις τελευταίες ειδήσεις και το 19% ζητάει από το εργαλείο να βρει ή να αξιολογήσει μια πηγή.
Όλες οι παραπάνω προκλήσεις συνδυαστικά έχουν φέρει και τα ίδια τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης σε μια πολύ δυσμενή θέση. Όπως συνοψίζει και η ανάλυση, «η προσοχή του κοινού είναι κατακερματισμένη σε πολλές και ετερόκλητες πηγές, το κοινό δεν διακρίνει ποια μέσα θεωρεί αξιόπιστα και ποια όχι, πολλά παραδοσιακά μέσα έχουν αποτύχει στην ψηφιακή μετάβαση και, τέλος, η διάθεση πληρωμής για διαδικτυακές ειδήσεις παραμένει πολύ χαμηλή».
2. Παραπληροφόρηση και θεωρίες συνωμοσίας
Σε αυτό το περιβάλλον μειωμένου ενδιαφέροντος και χαμηλής εμπιστοσύνης, οι θεωρίες συνωμοσίας και η παραπληροφόρηση βρίσκουν εύφορο έδαφος. Το 2018, σχεδόν 3 στους 10 Έλληνες δήλωναν ότι πιστεύουν πως τα ίχνη των αεροπλάνων είναι αέρια ψεκασμού. Το 2016, 8 στους 10 Έλληνες πίστευαν ότι «μυστικές οργανώσεις από την Ελλάδα ή το εξωτερικό που δρουν στο παρασκήνιο, κινούν τα νήματα» και, το 2024, περίπου 1 στους 2 πίστευε ότι η κλιματική αλλαγή «είναι εφεύρημα των πλούσιων χωρών σε βάρος των φτωχών».
Η δεύτερη μελέτη που δημοσιεύει η διαΝΕΟσις ασχολείται ακριβώς με αυτά τα φαινόμενα, την παραπληροφόρηση και τις θεωρίες συνωμοσίας. Μελετώντας δεκάδες ψηφιακές αναρτήσεις σχετικές με τρεις πρόσφατες θεωρίες συνωμοσίας (εμβόλια κατά της Cοvid-19, 5G και νέες ταυτότητες), ο Darren Lilleker και ο Πάνος Κολιαστάσης περιγράφουν τον μηχανισμό με τον οποίο η παραπληροφόρηση λειτουργεί και επιχειρούν μια ποιοτική καταγραφή της παραπληροφόρησης στη χώρα.
H μελέτη αρχίζει ασφαλώς δίνοντας τους απαραίτητους ορισμούς. Διακρίνει ανάμεσα στην ακούσια παραπληροφόρηση, τη σκόπιμη παραπληροφόρηση, την κακόβουλη πληροφόρηση και τις θεωρίες συνωμοσίας. Συνοπτικά, η ακούσια παραπληροφόρηση αφορά ανακριβείς πληροφορίες που δεν διαδίδονται απαραίτητα με πρόθεση εξαπάτησης. Η σκόπιμη παραπληροφόρηση αφορά ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες που παράγονται και διαδίδονται με στόχο οικονομικό ή πολιτικό όφελος. Η κακόβουλη πληροφόρηση μπορεί να βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία, αλλά τα χρησιμοποιεί αποσπασματικά ή βλαπτικά. Οι θεωρίες συνωμοσίας, τέλος, προσφέρουν ερμηνείες γεγονότων που αποδίδονται σε μυστικές, ισχυρές ή κακόβουλες δυνάμεις.
Εφόσον όμως είναι λανθασμένη ή παραπλανητική η πληροφόρηση, και συνήθως, γι’ αυτόν τον λόγο, καταρρίπτεται από όλες τις επίσημες πηγές (π.χ. ψεκασμοί), γιατί κάποιες και κάποιοι τελικά συνεχίζουν να την πιστεύουν; Συχνά επειδή ταιριάζει με προϋπάρχουσες πεποιθήσεις, φόβους ή ιδεολογικές στάσεις των πολιτών. Οι άνθρωποι είναι πιθανότερο να αποδεχθούν έναν ισχυρισμό όταν αυτός επιβεβαιώνει κάτι που ήδη υποψιάζονται ή φοβούνται. Επομένως, όπως αναδεικνύει η έρευνα, οι θεωρίες συνωμοσίας είναι ιδιαίτερα ανθεκτικές όχι τόσο επειδή προσφέρουν μια λανθασμένη πληροφορία, αλλά επειδή παρέχουν ένα σχήμα ερμηνείας. Αυτό το σχήμα είναι αφενός, συνήθως πιο απλό από την πραγματικότητα, και αφετέρου, δίνει μια εξήγηση σε κάτι αξιοπερίεργο.
Και αυτή η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία της εμπιστοσύνης στα επαγγελματικά μέσα ενημέρωσης. Δίνει, επίσης, όπως και οι αναλύσεις των στοιχείων από το Ινστιτούτο Reuters, μια εικόνα της χαμηλής εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ και ευρύτερα στους θεσμούς στην Ελλάδα, και εξηγεί γιατί αυτή αποτελεί εύφορο έδαφος για τη διάδοση κάθε είδους παραπληροφόρησης.
«H παρατεταμένη χρηματοπιστωτική κρίση, οι συζητήσεις για τα πακέτα διάσωσης της ΕΕ και η συνακόλουθη πολιτική αστάθεια, σε συνδυασμό με τα κοινωνικο-οικονομικά κύματα της πανδημίας που ακολούθησαν, ενίσχυσαν τους παράγοντες που εκκολάπτουν και επιδεινώνουν τη συνωμοσιολογική σκέψη, επιταχύνοντας την ανάδειξή της στη δημόσια ατζέντα της ελληνικής κοινής γνώμης», γράφουν οι ερευνητές. «Το άγχος και η αβεβαιότητα, και άρα η δεκτικότητα στις θεωρίες συνωμοσίας, ήταν πιο έντονα μεταξύ εκείνων που αυτοπροσδιορίζονταν ως οικονομικά ευάλωτοι και είδαν τη θέση τους να υποβαθμίζεται περαιτέρω ως αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Οι σχετικές έρευνες διαπίστωσαν ακόμη ότι η εμπιστοσύνη του κοινού στη διαχείριση της πανδημίας ήταν γενικά χαμηλή στην Ελλάδα, ενώ οι θεωρίες συνωμοσίας διακινούντο ευρέως. Ακόμη, η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς και τα ΜΜΕ ήταν χαμηλότερη, ιδίως μεταξύ των ηλικιωμένων πολιτών με υπερσυντηρητικές αντιλήψεις. Και οι δύο παράγοντες συσχετίστηκαν με την πίστη σε θεωρίες συνωμοσίας. Η εξέλιξη αυτή εγγράφεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον χαμηλής εμπιστοσύνης των Ελλήνων, τόσο σε διαπροσωπικό επίπεδο όσο και έναντι των θεσμών», καταλήγουν.
Τρεις περιπτώσεις: νέες ταυτότητες, εμβόλια και 5G
Για να εξετάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συνωμοσιολογικών αφηγήσεων στην Ελλάδα, η μελέτη αναλύει τρεις συγκεκριμένες περιπτώσεις που απασχόλησαν τον δημόσιο διάλογο σχετικά πρόσφατα και «γέννησαν» κάποιες θεωρίες συνωμοσίας. Αυτές είναι οι νέες ταυτότητες, ο εμβολιασμός κατά της Covid-19 και η τεχνολογία 5G. Και για τις τρεις αυτές περιπτώσεις οι συγγραφείς μελετούν δεκάδες αναρτήσεις στο Facebook και τις αξιολογούν τόσο ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά της σχετικής συνωμοσίας και των «κρυφών δομών εξουσίας» που περιγράφει, όσο και ως προς τη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι χρήστες.
Για τις ψηφιακές ταυτότητες οι συγγραφείς εξέτασαν 97 αναρτήσεις το 2023. Πολλοί σχολιαστές τότε πίστευαν ότι οι νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες που είχαν εξαγγελθεί θα περιέχουν τσιπ, το οποίο θα επιτρέπει τον εντοπισμό του κατόχου της ταυτότητας. Ακόμα, αρκετοί παρομοίαζαν τις νέες ταυτότητες με «όχημα του Κακού» κατά της χριστιανικής πίστης. Ποιος όμως, σύμφωνα με τις αναρτήσεις, βρισκόταν πίσω από τη συνωμοσία; 44 από τις 97 αναρτήσεις παρουσίαζαν την ελληνική κυβέρνηση ως βασικό «συνωμότη». Τέλος, αρκετές αναρτήσεις (26) καλούσαν τους πολίτες να επιδείξουν «ανυπακοή» αρνούμενοι να παραλάβουν τις νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες.
Για τα εμβόλια κατά της Covid-19, οι ερευνητές ανέλυσαν 80 αναρτήσεις από το 2021 έως το 2024. Περισσότερες από τις μισές (48) περιείχαν ισχυρισμούς για τους κινδύνους του εμβολιασμού: αναφέρονταν σε υποτιθέμενες αρνητικές επιπτώσεις του εμβολίου στην υγεία, όπως πιθανή γονιδιακή μετάλλαξη, μείωση του πληθυσμού ή ύπαρξη ενός σκοτεινού σχεδίου υποταγής των πολιτών. Μάλιστα, κάποιες υποστήριζαν ότι η προώθηση του εμβολίου συνιστά κατάχρηση εξουσίας, περιορίζοντας τελικά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών. Για 33 από τις 80 αναρτήσεις οι «συνωμότες» ήταν πολιτικοί, κρατικές αρχές, πολιτικές ελίτ και εθνικοί ή διεθνείς φορείς. Κάποιες άλλες στοχοποιούσαν γιατρούς, ειδικούς λοιμωδών νοσημάτων και φαρμακευτικές εταιρείες. 26 από τις 80 αναρτήσεις καλούσαν σε ανυπακοή και αποφυγή του εμβολιασμού και 10 από αυτές συνιστούσαν και προσφυγή στα δικαστήρια.
Για το 5G, οι αναρτήσεις από το 2022 έως το 2024 ήταν συνολικά 87. Η πλειονότητα (30) αναφερόταν στις περιβαλλοντικές και υγειονομικές επιπτώσεις που προκαλούνται από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία των σχετικών κεραιών. Ένας σημαντικός αριθμός αξιολογούσε τη χρήση τους ως ένδειξη κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης προσωπικών δεδομένων. 36 από τις 87 αναρτήσεις προσδιόριζαν εγχώριες και ξένες πολιτικές ελίτ ως «συνωμότες». Τέλος, οι περισσότερες από αυτές τις αναρτήσεις (79) περιείχαν αναφορές σε αναληθείς ισχυρισμούς, παραπληροφόρηση, ή προσπάθειες απόκρυψης της αλήθειας.
Τι μπορεί όμως να συμπεράνει κάποιος από όλα αυτά; Φαίνεται ότι καθεμία θεωρία συνωμοσίας έχει κάποια μοναδικά χαρακτηριστικά, όμως υπάρχουν και κάποια μοτίβα που επαναλαμβάνονται. Τι συνδέει τελικά όλες αυτές τις περιπτώσεις; «Ανάλογα με το πλαίσιο, το επίπεδο πληροφόρησης και κατανόησης των λόγων για τους οποίους δρομολογείται μια πολιτική και το επιστημονικό της υπόβαθρο, τα στοιχεία σχετικά με τις επιμέρους επιπτώσεις που μπορούν να ελεγχθούν είναι συχνά ελλιπή. Αυτό δημιουργεί ένα κενό που μπορεί να καλυφθεί με παραπληροφόρηση», γράφουν οι ερευνητές. Και συμπληρώνουν ότι «ο ταχύς ρυθμός με τον οποίο διαδίδονται οι πληροφορίες στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στα ΜΜΕ, εντείνει τις προκλήσεις, καθιστώντας δύσκολο για τα άτομα να διακρίνουν τις πηγές που είναι αξιόπιστες από τις παραπλανητικές. Ως εκ τούτου, οι άνθρωποι μπορεί να στραφούν σε θεωρίες συνωμοσίας ως ένα μέσο για να κατανοήσουν πολύπλοκα ζητήματα και ασυνέχειες στις επίσημες αφηγήσεις».
Προτάσεις πολιτικής
Η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης είναι δύσκολη, καθώς αγγίζει επιπλέον θέματα ελευθερίας του λόγου και πολλές φορές η ισορροπία είναι λεπτή. Από την άλλη πλευρά, η μελέτη χαρακτηρίζει τις μέχρι τώρα πρωτοβουλίες ως «αναποτελεσματικές», καθώς νέα κύματα παραπληροφόρησης εμφανίζονται στη δημόσια σφαίρα και απειλούν τις κοινωνίες με διάφορους τρόπους. Τι μπορεί να γίνει όμως τελικά; Η έρευνα προτείνει επτά βασικές παρεμβάσεις πολιτικής, οι οποίες έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι στοχεύουν περισσότερο στην επιμόρφωση του κοινού. Στο αντίστοιχο κεφάλαιο, οι συγγραφείς αναλύουν διεξοδικά τις βασικές προκλήσεις γύρω από την εφαρμογή της καθεμίας από αυτές τις προτάσεις. Συνοπτικά, προτείνουν:
- Δωρεάν διαδικτυακά μαθήματα επιμόρφωσης σχετικά με τα μέσα ενημέρωσης από ανεξάρτητους και αξιόπιστους ειδικούς για ενήλικες.
- Υποχρεωτικά μαθήματα διαχείρισης ΜΜΕ για όλους τους μαθητές από 11 ετών και άνω, καθώς και για φοιτητές προπτυχιακού και μεταπτυχιακού επιπέδου.
- Ενίσχυση των οργανισμών ελέγχου και διασταύρωσης ειδήσεων (fact-check organizations) και μεγαλύτερη προβολή του έργου τους.
- Aνάδειξη από τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς του ζητήματος των ψευδών ειδήσεων και μετάδοση σύντομων εκπομπών εκπαιδευτικού χαρακτήρα για την επιμόρφωση των πολιτών.
- Μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων με περιεχόμενο και τρόπο ανάλογο με εκείνο που αξιοποιούν τα κράτη για να ενημερώνουν και να προστατεύουν τους πολίτες από διαδικτυακές απάτες.
- Νομοθετική ρύθμιση με σκοπό τη λογοδοσία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τη «ρύπανση» του πληροφοριακού περιβάλλοντος.
- Aξιοποίηση της νομοθεσίας κατά της διασποράς ψευδών ειδήσεων.
Συνοπτικά, οι δύο μελέτες λειτουργούν συμπληρωματικά και περιγράφουν πολλές προκλήσεις σχετικές με τις σημαντικές αλλαγές στο τοπίο της ενημέρωσης, την ανάδυση και τον μετασχηματισμό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ΑΙ, αλλά και ένα ευρύτερο κλίμα δυσπιστίας προς τους θεσμούς στην Ελλάδα. Από τη μία πλευρά, η ανάλυση του Digital News Report τεκμηριώνει ότι την τελευταία δεκαετία οι Έλληνες χρήστες του διαδικτύου ενδιαφέρονται λιγότερο για τις ειδήσεις, τις αποφεύγουν συχνότερα, ενημερώνονται περισσότερο μέσα από πλατφόρμες και είναι δύσπιστοι προς τα μέσα ενημέρωσης. Από την άλλη, η μελέτη για την παραπληροφόρηση δείχνει ότι, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ψευδείς ειδήσεις και θεωρίες συνωμοσίας μπορούν να βρουν ακροατήριο, ιδιαίτερα όταν αφορούν σύνθετα θέματα όπως η τεχνολογία ή η δημόσια υγεία.
Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: 2016-2026 (.PDF)











