Αρθρογραφια |

Προτάσεις Για Την Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση

Μια πρώτη, συνοπτική παρουσίαση των προτάσεων της διαΝΕΟσις για τη διακυβέρνηση της ευρωζώνης, μέρος μεγάλης έρευνας για τις θέσεις που πρέπει να υιοθετήσει η χώρα μας στα μεγάλα θέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα δημοσιευτεί τους επόμενους μήνες.

Η ευρωζώνη σήμερα βρίσκεται σε πορεία ισχυρής ανάκαμψης. Αλλά τα κενά αρχιτεκτονικής της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) την καθιστούν ευάλωτη. Για να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της κρίσης του 2010, και να θωρακιστεί η ευρωζώνη απέναντι σε μια επόμενη κρίση, πρέπει η ΟΝΕ να προχωρήσει προς την κατεύθυνση της χρηματοπιστωτικής, δημοσιονομικής, οικονομικής, και εντέλει πολιτικής ενοποίησης, υλοποιώντας την ατζέντα της πρότασης των Πέντε Προέδρων του 2015 και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2017. Τα βήματα αυτά μεταρρύθμισης και εμβάθυνσης της ευρωζώνης είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την ελληνική οικονομία, που επιδιώκει αγωνιωδώς να περάσει σε ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, για την οποία απαιτούνται μια σειρά προϋποθέσεων: η μεσο-μακροπρόθεσμη ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, η δραστική εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η συνέχιση και εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της παραγωγικότητας, η γενναία αύξηση της απασχόλησης και η επενδυτική επανεκκίνηση.

Διατυπώνουμε εδώ ορισμένες επιμέρους προτάσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν προς την κατεύθυνση αυτή. Η παράθεση εντοπίζεται (κυρίως, αλλά με τρόπο μη εξαντλητικό) σε προτάσεις που θα είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την οπτική του γενικότερου συμφέροντος της Ελλάδας. Το επόμενο διάστημα θα δημοσιευτεί η πλήρης μελέτη που περιλαμβάνει αυτήν και ακόμη 30 προτάσεις για θέματα που αφορούν το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη θέση της Ελλάδας σε αυτήν.

Α. Δημιουργία Εργαλείων Κοινής Ανάληψης και Επιμερισμού Κινδύνου: Ένα Πρώτο Στάδιο Δημοσιονομικής Ικανότητας για την Ευρωζώνη

Η ευρωζώνη είναι απαραίτητο να χαράξει μία αποφασιστική πορεία προς την οικονομική της ενοποίηση. Αυτό προϋποθέτει τον πραγματικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών που ακολουθούν τα κράτη-μέλη της (στον οποίο εντάσσεται η αποφυγή μεγάλων εξωτερικών ελλειμμάτων αλλά και υπέρμετρων πλεονασμάτων των κρατών-μελών). Απαιτείται η ολοκλήρωση ενός αποτελεσματικού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης που θα ενσωματώσει σε μέσο-μακροπρόθεσμο στάδιο τα απαραίτητα εργαλεία, ώστε να δημιουργηθεί μια ενοποιημένη και ισορροπημένη οικονομία του ευρώ που θα υπηρετεί καλύτερα το συμφέρον των κρατών-μελών και των Ευρωπαίων πολιτών. Αυτό συνεπάγεται η ευρωζώνη να είναι σε θέση να παρέχει επαρκείς πόρους για (α) την ενίσχυση των επενδύσεων (β) την υποστήριξη σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και (γ) την καταπολέμηση της ανεργίας. Η ευρωζώνη επομένως, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει σταθεροποιητικά σε οικονομίες που διατρέχουν κίνδυνο αντιμετωπίζοντας τις ασύμμετρες διαταραχές που πλήττουν τα κράτη-μέλη και παράλληλα να προωθεί μεταρρυθμίσεις που θα θέτουν τις βάσεις για τη μακροπρόθεσμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη των οικονομιών αυτών και κατ’ επέκταση ολόκληρης της ευρωζώνης. Έτσι θα αυξανόταν και η μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα του ευρώ σε ενδεχόμενες μελλοντικές κρίσεις.

Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι καίριας σημασίας η δημιουργία εργαλείων κοινής ανάληψης και επιμερισμού κινδύνου (risk-sharing mechanisms), μέσω των οποίων θα επιτελείται μια λειτουργία μακροοικονομικής σταθεροποίησης για τη ζώνη του ευρώ. Η  λειτουργία αυτή θα πραγματοποιείται βάσει σαφών κριτηρίων υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής εθνικών πολιτικών δημοσιονομικής πειθαρχίας και ενίσχυσης της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας. Στόχος είναι η επίτευξη της οικονομικής και κοινωνικής επανασύγκλισης των κρατών-μελών της ευρωζώνης στο πλαίσιο μιας πιο ολοκληρωμένης οικονομικής και δημοσιονομικής ένωσης. Ακολουθούν οι σχετικές προτάσεις μεταρρύθμισης της ευρωζώνης.

Α.1. «Χρυσός Κανόνας» προστασίας δημοσίων επενδύσεων & Ευρωπαϊκό Ταμείο Προστασίας Επενδύσεων

H παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και η κρίση δημοσίου χρέους είχαν ως αποτέλεσμα τη δραματική μείωση των επενδύσεων στην ευρωζώνη. Οι μέχρι τώρα  πρωτοβουλίες της Επιτροπής για την τόνωση των επενδύσεων είναι στη σωστή κατεύθυνση αλλά χρειάζονται ενίσχυση. Θα ήταν επιθυμητή η θέσπιση ενός «Χρυσού Κανόνα» για την προστασία των δημοσίων επενδύσεων από την περιστολή των δημοσίων δαπανών και η δημιουργία ενός «Ταμείου Προστασίας Επενδύσεων» που θα παρέχει τους αντίστοιχους πόρους για την υποστήριξη των δημοσίων επενδύσεων.

 

Α.1.1. Ένας «Χρυσός Κανόνας» για την προστασία των δημοσίων επενδύσεων από την περιστολή των δημοσίων δαπανών. Πρόκειται δηλαδή για την πρόβλεψη ενός κανόνα που, σε περιόδους ύφεσης, θα εξαιρεί συγκεκριμένες και αυστηρά προσδιορισμένες επενδυτικές δαπάνες από τους υπολογισμούς του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Με αυτό τον τρόπο, οι κυβερνήσεις θα έχουν την ευελιξία να αυξάνουν τον δανεισμό τους έτσι ώστε να μπορούν να χρηματοδοτούν επενδύσεις οι οποίες, αν και μπορεί να ήταν καίριας σημασίας για την ενίσχυση της διαρθρωτικής τους ανταγωνιστικότητας, θα έπρεπε να περικοπούν προκειμένου οι οικονομίες τους να εναρμονιστούν με τα όρια αναφοράς που θεσπίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Ουσιαστικά, τα κράτη-μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να υιοθετούν ένα περισσότερο αναπτυξιακό μείγμα δημοσιονομικής προσαρμογής καθώς στην προσπάθεια τους να μειώσουν τις δαπάνες του προϋπολογισμού τους θα έχουν την ευελιξία να προφυλάσσουν τις δαπάνες εκείνες που προορίζονται για καθαρές επενδύσεις. Με αυτό τον τρόπο θα είναι σε θέση να περιορίζουν τη μείωση της παραγωγής και της απασχόλησης, θέτοντας τις βάσεις για καλύτερες προοπτικές ανάπτυξης σε μέσο/μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Εν προκειμένω, προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στις επενδύσεις «υψηλής ποιότητας» που δύνανται να μεγιστοποιούν τον αντίκτυπο των δημόσιων δαπανών, αποδίδοντας το μεγαλύτερο δυνατό οικονομικό και κοινωνικό όφελος για το εκάστοτε κράτος-μέλος, καταγράφοντας παράλληλα θετικές επιδράσεις στις οικονομίες των άλλων κρατών-μελών.

Ο Χρυσός Κανόνας θα είναι ασύμμετρος κατά τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου, δηλαδή θα λειτουργεί διαφορετικά σε συνθήκες ύφεσης και σε συνθήκες ανάκαμψης. Πιο συγκεκριμένα, ο κανόνας θα ενεργοποιείται όταν το παραγωγικό κενό μιας οικονομίας ξεπερνά ένα συγκεκριμένο όριο αναφοράς (π.χ. όταν η πραγματική οικονομική παραγωγή μειώνεται κατά 1% σε σχέση με το δυνητικό προϊόν). Σε αυτή την περίπτωση, το επιτρεπόμενο διαρθρωτικό έλλειμμα θα πρέπει να μπορεί να αυξάνεται ανάλογα με το κόστος των απαιτούμενων καθαρών δημόσιων επενδύσεων. Σε περίπτωση που υπάρξει οποιαδήποτε μείωση των καθαρών δημόσιων επενδύσεων αυτό θα συνεπάγεται και την αντίστοιχη μείωση στο επιπλέον περιθώριο κατά τον υπολογισμό του ελλείματος.  Όταν το παραγωγικό κενό αρχίσει να εξαλείφεται και η πραγματική παραγωγή φτάσει το δυνητικό προϊόν, θα ξεκινήσει μία μεταβατική περίοδος (π.χ. τριών ετών) κατά τη διάρκεια της οποίας ο επιπλέον δημοσιονομικός χώρος για τον υπολογισμό του ελλείμματος  θα αρχίσει σταδιακά να εξαλείφεται. Ως αποτέλεσμα, ένα τέτοιο σύστημα θα έδινε τα κατάλληλα κίνητρα στις κυβερνήσεις, σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, να προφυλάσσουν τις επενδυτικές δαπάνες μειώνοντας μόνο τις τρέχουσες δαπάνες του προϋπολογισμού, διατηρώντας παράλληλα το δικαίωμα να τρέχουν ένα υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα σε σχέση με αυτό που επιτρέπει το ήδη υπάρχον ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Α.1.2. Ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Προστασίας Επενδύσεων. Το Ταμείο αυτό θα λειτουργεί σε συνδυασμό με το Χρυσό Κανόνα, όπως αυτός αναλύθηκε παραπάνω. Πιο συγκεκριμένα, η ενεργοποίηση του Κανόνα θα σημαίνει αυτομάτως πως τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης θα έχουν τη δυνατότητα να λάβουν από το Ταμείο προσωρινή χρηματοδότηση για την προστασία των δημοσίων επενδύσεων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.  Με αυτό τον τρόπο, σε περιόδους που οι οικονομίες πλήττονται από ασύμμετρες οικονομικές διαταραχές, ο μεν Κανόνας θα αποτρέπει την κατάρρευση των δημοσίων επενδύσεων στα ευάλωτα κράτη-μέλη, το δε Ταμείο θα υποστηρίζει τις δημόσιες επενδύσεις επιτελώντας μια λειτουργεία αυτοματοποιημένης προσωρινής μακροοικονομικής σταθεροποίησης. Σε περιόδους οικονομικής ύφεσης επικρατούν συνθήκες χρηματοδοτικής πίεσης και οι επενδύσεις είναι το πρώτο στοιχείο που περικόπτεται συνήθως από τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Το γεγονός αυτό, όπως ήδη αναφέραμε, εντείνει την οικονομική κρίση και διακινδυνεύει  τη δημιουργία μόνιμων αρνητικών επιπτώσεων στην ανάπτυξη, την απασχόληση και την παραγωγικότητα. Επομένως, είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός Ταμείου βάσει του οποίου θα παρέχονται οι αναγκαίοι πόροι ώστε να  υποστηρίζονται τα ξεκάθαρα προσδιορισμένα επενδυτικά σχέδια που θα αποτελούν παράλληλα μέρος μιας ευρύτερης εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής όπως π.χ. οι επενδύσεις σε έργα υποδομών, στους τομείς της τεχνολογίας, της έρευνας και ανάπτυξης, της ενίσχυσης των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού κ.ά. Στόχος είναι τα προγραμματισμένα έργα καθώς και όποιες άλλες  επενδυτικές πρωτοβουλίες να εξακολουθούν να υλοποιούνται παρά τις όποιες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσει να διαφυλαχθεί η σταθερότητα του επενδυτικού περιβάλλοντος που είναι ζωτικής σημασίας έτσι ώστε τα βαλλόμενα κράτη-μέλη να μην υποστούν παραγωγική καθίζηση και αποεπένδυση και οι επιχειρήσεις αλλά και οι πολίτες να μπορέσουν  να ξεπεράσουν την κρίση ταχύτερα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα είναι αρμόδια, σε στενή συνεργασία με τα βαλλόμενα κράτη-μέλη, για το σχεδιασμό και την πορεία υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων. Η χρηματοδότηση του Ταμείου θα μπορούσε σε πρώτο στάδιο να βασιστεί στο υφιστάμενο Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων ώστε να αντλεί πόρους και να συγκεντρώνει κεφάλαια σε τακτική βάση ή εναλλακτικά στο πλαίσιο του Προϋπολογισμού της ΕΕ δεδομένου ότι, ακόμη και σε αυτήν τη χρονική στιγμή, η ζώνη του ευρώ αντιπροσωπεύει ήδη το 85% του ΑΕΠ της ΕΕ.

Α.2. Δημιουργία ενός Νέου Εργαλείου Συνοχής για την ενίσχυση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων

Προτείνεται η δημιουργία ενός «Κώδικα Οικονομικής Σύγκλισης» που θα δύναται να λειτουργεί σε συνδυασμό με ένα «Νέο Εργαλείο Συνοχής» (Super Cohesion Fund) καθώς και η θεσμοθέτηση ενός «Κώδικα Κοινωνικής Σύγκλισης». Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, θα πρέπει να συμπεριληφθεί ένας Κώδικας Οικονομικής Σύγκλισης, βάσει του οποίου θα διατυπώνονται οι στόχοι και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία θα πρέπει να συμμορφώνονται τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης σε τομείς που είναι νευραλγικής σημασίας για την οικονομική τους σταθερότητα και ευρωστία όπως για παράδειγμα: η αγορά εργασίας, το φορολογικό σύστημα, το συνταξιοδοτικό σύστημα, η καινοτομία, η επιστημονική έρευνα, η εκπαίδευση και η δημόσια διοίκηση. Σκοπός της δημιουργίας του Κώδικα δεν θα είναι η απόλυτη εναρμόνιση των οικονομιών της ευρωζώνης, καθώς κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό δεδομένων των διαφορών που παρουσιάζει εκάστοτε οικονομία, αλλά η διασφάλιση ότι οι αποκλίσεις δεν θα είναι τόσο μεγάλες, ώστε να κινδυνεύει η βιωσιμότητα του κοινού νομίσματος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα είναι αρμόδια να ορίζει τα ανώτατα και κατώτατα όρια για καθέναν από τους παραπάνω ζωτικούς τομείς, να παρέχει τεχνογνωσία και να εξασφαλίζει πως τα κράτη-μέλη θα κινούνται μέσα σε αυτά τα πλαίσια.  Με αυτό τον τρόπο, θα μπορέσει να επιτευχθεί μία στενότερη σύνδεση μεταξύ της ετήσιας διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και μιας πιο πολυετούς προσέγγισης όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις των εθνικών κυβερνήσεων.

Επίσης προτείνεται να δημιουργηθεί ένα Νέο Εργαλείο Συνοχής (Super Cohesion Fund) μέσω του οποίου (α) θα ενισχύονται οι οικονομίες που πραγματοποιούν επώδυνες, αλλά αναγκαίες, μεταρρυθμίσεις, (β) θα διορθώνονται οι κοινωνικές ανισορροπίες και (γ) θα χρηματοδοτείται η αντιμετώπιση των κοινωνικών επιπτώσεων της οικονομικής προσαρμογής. Είναι απαραίτητο, επομένως, να δίνονται τα κατάλληλα κίνητρα ώστε τα κράτη-μέλη να υιοθετούν φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα θέτουν τις βάσεις για την περαιτέρω οικονομική τους ανάπτυξη και θα οδηγούν στην πραγματική σύγκλιση των οικονομιών της ευρωζώνης. Το  γεγονός αυτό συνεπάγεται την επίτευξη υψηλών επιπέδων διαβίωσης και παρόμοιων επιπέδων εισοδήματος καθώς και τη διασφάλιση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, της ισόρροπης ανάπτυξης και της πλήρους απασχόλησης για όλα τα κράτη-μέλη.

Το εν λόγω εργαλείο δεν θα έχει σχέση με τα ήδη υπάρχοντα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία (ΕΔΕΤ) αλλά θα λειτουργεί ως ένας αυτοματοποιημένος μηχανισμός προσωρινής μεταφοράς πόρων (χαμηλού κόστους χρηματοδότηση που θα αποπληρώνεται σε βάθος χρόνου) και παροχής τεχνογνωσίας, ώστε τα κράτη-μέλη με τις δομικές ανισορροπίες να έχουν το δημοσιονομικό περιθώριο να προωθήσουν τις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Tο Νέο Εργαλείο Συνοχής θα δύναται να συνδράμει τα κράτη-μέλη βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων επιλεξιμότητας (π.χ. ποσοστό μεταβολής του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας σε συνδυασμό με τα κριτήρια για το δημόσιο χρέος/έλλειμμα) με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην όλη διαδικασία.  Σε αυτή την περίπτωση τα κράτη-μέλη σε στενή συνεργασία με τη μόνιμη Υπηρεσία Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων (Structural Reform Support Service -SRSS –πρώην Task Force) θα καταρτίζουν τα προγράμματα μεταρρύθμισης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα είναι αρμόδια να παρακολουθεί όλα τα στάδια υλοποίησής τους. Η μεταφορά πόρων θα πρέπει να είναι ανάλογη με την πορεία υλοποίησης των προγραμμάτων αυτών. Με αυτό τον τρόπο θα εξασφαλίζεται η «κυριότητα» των μεταρρυθμίσεων από τα κράτη-μέλη καθώς και η διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα του προγράμματος. Παράλληλα, επίσης, θα δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας μακροπρόθεσμων ωφελειών που θα αποτρέπουν την πρόχειρη απορρόφηση πόρων –όπως γίνονταν στο παρελθόν στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ.

Επιπλέον, σε ό,τι αφορά τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και την ενίσχυση ευημερίας των Ευρωπαίων πολιτών, είναι κρίσιμης σημασίας η θεσμοθέτηση ενός «Κώδικα Κοινωνικής Σύγκλισης» βάσει του οποίου θα παρακολουθείται στενά η πορεία των κοινωνικών δεικτών και θα δρομολογούνται οι απαιτούμενες παρεμβάσεις. Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, θα πρέπει όχι μόνο να εντοπίζει αλλά και να παρεμβαίνει  αποτελεσματικά όταν παρατηρείται οποιαδήποτε μεταβολή στη βάση κοινωνικών δεικτών, όπως είναι για παράδειγμα το συνολικό ποσοστό της ανεργίας, η ανεργία των νέων, το διαθέσιμο εισόδημα και οι συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών, η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός. Κάθε ραγδαία επιδείνωση (increment) των παραπάνω δεικτών θα πρέπει να ενεργοποιεί αυτόματα μια σειρά από μέτρα προς την άμεση βελτίωση και αποκατάσταση των αντίστοιχων κοινωνικών συνθηκών.

 

Α.3. Δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Αντασφάλισης Ανεργίας

Α.3.1. Ευρωπαϊκό Σύστημα Επιδομάτων Ανεργίας (European Unemployment Benefit Scheme). Το Σύστημα αυτό αποτελείται από τα εθνικά συστήματα που ενοποιούνται σε ένα βαθμό, έτσι ώστε οι άνεργοι να λαμβάνουν τις αντίστοιχες παροχές και τα επιδόματα απευθείας από το κοινό Ευρωπαϊκό σύστημα για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. έξι μήνες). Η χρηματοδότησή του πραγματοποιείται συνδυάζοντας ένα μέρος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης των εργοδοτών και των εργαζομένων, εξασφαλίζοντας έτσι ότι οι διακυμάνσεις των ποσοστών ανεργίας σε κάθε χώρα θα αναγνωρίζονται αυτόματα από το σύστημα, ενεργοποιώντας το, και διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τη μακροοικονομική σταθεροποίηση. Τα κράτη-μέλη από την πλευρά τους, διατηρούν  τη δυνατότητα να συμπληρώνουν πόρους ώστε παρέχουν υψηλότερα επιδόματα ανεργίας, εφόσον το επιθυμούν, γεγονός που σημαίνει ότι οι παροχές του εκάστοτε συστήματος κοινωνικής προστασίας ενδέχεται να διαφέρουν ανά κράτος-μέλος. Για τη λειτουργία αυτού του συστήματος απαιτείται ένας σημαντικός βαθμός εναρμόνισης των αγορών εργασίας και της εθνικής νομοθεσίας που διέπει τα συστήματα κοινωνικής προστασίας έτσι ώστε να ισχύουν κάποια ελάχιστα πρότυπα μεταξύ των κρατών-μελών (π.χ. σε ότι αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας των δικαιούχων, το ύψος του επιδόματος ανεργίας -ο οποίος καθορίζεται από το ποσοστό αντικατάστασης και τον μισθό αναφοράς- καθώς και από τη διάρκεια παροχής του).  Ωστόσο, εάν ο μηχανισμός συνδεθεί αποκλειστικά με την κυκλική ανεργία (δηλαδή την ανεργία που οφείλεται στη μειωμένη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών), αφήνοντας την αντιμετώπιση της μακροχρόνιας ανεργίας στις εθνικές κυβερνήσεις, τότε δεν θα είναι αναγκαία μια εναρμόνιση ευρείας κλίμακας.

Α.3.2. Ευρωπαϊκό Σύστημα Αντασφάλισης Ανεργίας (European Unemployment Reinsurance Scheme). Ένα ταμείο αντασφάλισης ανεργίας μεταξύ των κρατών-μελών λειτουργεί συμπληρωματικά ενισχύοντας τα εθνικά συστήματα κοινωνικής προστασίας και ενεργοποιείται μόνο σε περιπτώσεις ισχυρών ασύμμετρων διαταραχών έτσι ώστε να αποφεύγεται ηθικός κίνδυνος των μόνιμων μεταβιβάσεων. Πιο συγκεκριμένα, η ενεργοποίησή του εξαρτάται από έναν δείκτη (π.χ. ρυθμός μεταβολής του ποσοστού της ανεργίας) και ένα όριο. Σε κάθε περίοδο (συνήθως μήνα, τρίμηνο ή έτος), κατά την οποία ο δείκτης θα υπερβαίνει το όριο αναφοράς, πραγματοποιούνται και οι απαιτούμενες μεταβιβάσεις πόρων προς μια συγκεκριμένη χώρα. Η προσωρινή φύση των μεταβιβάσεων θα εξασφαλίζει πως τα κράτη-μέλη θα διατηρούν το κίνητρο να εφαρμόζουν τις απαιτούμενες πολιτικές για τη μακροπρόθεσμη οικονομική τους ανάπτυξη. Επίσης, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να επωφελούνται σχεδόν αποκλειστικά τα κράτη-μέλη του ευρωπαϊκού Νότου που υποφέρουν από υψηλή ανεργία, το επίδομα ανεργίας θα καταβάλλεται ανάλογα με την τάση της ανεργίας και όχι ανάλογα με το ποσοστό της.

 

Β. Αυτόνομος Προϋπολογισμός Ευρωζώνης και Υπουργός Οικονομικών

Β.1. Αυτόνομος Προϋπολογισμός ευρωζώνης

O Προϋπολογισμός αυτός θα έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει σταθεροποιητικά στα κράτη-μέλη που διέρχονται ασύμμετρη οξεία ύφεση και ανεργία, διοχετεύοντας μαζικής κλίμακας επενδυτικούς πόρους και κονδύλια στήριξης της απασχόλησης για να βοηθήσει την έξοδο από την κρίση. Παράλληλα, θα προωθεί τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την πραγματική σύγκλιση μεταξύ των κρατών-μελών. Με αυτό τον τρόπο θα μπορεί να διασφαλίζεται η σταθερότητα της ευρωζώνης και θα αποκαθίστανται οι μακροοικονομικές ανισορροπίες που χαρακτηρίζουν τις οικονομίες των κρατών-μελών. Βεβαίως, η  επίτευξη των παραπάνω στόχων προϋποθέτει ο Προϋπολογισμός αυτός να είναι μακροοικονομικά σημαντικός. Δηλαδή, να έχει ένα επαρκές μέγεθος ως ποσοστό του ΑΕΠ της ευρωζώνης που θα του επιτρέπει  να απορροφά τις οικονομικές διαταραχές και να επιτυγχάνει ένα ελάχιστο βαθμό σύγκλισης των εισοδημάτων.

Οι μεταβιβάσεις πόρων θα πρέπει να γίνονται υπό αυστηρές προϋποθέσεις έτσι ώστε να εξαλείφεται ο ηθικός κίνδυνος και να αποτρέπεται η πραγματοποίηση μόνιμων μεταβιβάσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου. Γι’ αυτό το λόγο οι μεταβιβάσεις πόρων θα είναι στενά συνδεδεμένες με τη συμμόρφωση στο ευρύτερο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο αμοιβαίας εποπτείας και ισχυρότερης δημοσιονομικής διακυβέρνησης. Ο προϋπολογισμός θα μπορούσε να χρηματοδοτείται είτε μέσω (α) εθνικών συνεισφορών, με βάση το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (ΑΕΕ) που χρησιμοποιείται ήδη για τον υπολογισμό των συνεισφορών των κρατών-μελών στο γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ, είτε μέσω (β) αποκλειστικά γνήσιων ίδιων πόρων π.χ. με τη δημιουργία «ευρωπαϊκών φόρων» για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής των επιχειρήσεων (CCCTB) ή μέσω φόρων επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή με δανεισμό μέσω της έκδοσης χρεών –τύπου ευρωομολόγου— είτε με (γ) συνδυασμό των δύο πρώτων δυνατοτήτων. Προς το παρόν, η δυνατότητα συλλογής φόρων και του δανεισμού δεν επιτρέπεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς αντίκειται στα άρθρα 310 & 311 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), γεγονός που συνεπάγεται ότι για την υλοποίησή τους θα απαιτούνταν τροποποίηση της Συνθήκης.

Β.2. Υπουργείο Οικονομικών Ευρωζώνης και Υπουργός Οικονομικών

Για τη λειτουργία του προϋπολογισμού της ευρωζώνης θα είναι απαραίτητη η σύσταση ενός υπουργείου Οικονομικών ευρωζώνης (Euro Area Treasury) που θα λειτουργεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και η θεσμοθέτηση ενός υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης. Η ισχυρή σύνδεση του υπουργού Οικονομικών με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι πολύ σημαντικός παράγοντας, καθώς η Επιτροπή αποτελεί τον εγγυητή της προώθησης του συλλογικού συμφέροντος της ευρωζώνης. Εν προκειμένω, ο υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης θα πρέπει να πληροί τις παρακάτω προϋποθέσεις:

  • Να είναι θεσμικά ισχυρός: ο υπουργός αυτός θα μπορούσε να είναι ο Επίτροπος που είναι αρμόδιος για τις Οικονομικές και Δημοσιονομικές Υποθέσεις, ο οποίος θα αναβαθμίζονταν σε Αντιπρόεδρο της Επιτροπής, διατελώντας παράλληλα και χρέη του μονίμου Πρόεδρου της Ευρωομάδας (double hatting).
  • Να έχει δημοκρατική νομιμοποίηση: ο υπουργός θα πρέπει να λογοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
  • Να έχει την τεχνική υποστήριξη του υπουργείου Οικονομικών της ευρωζώνης: o υπουργός σε στενή συνεργασία με τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που διαχειρίζονται τα χαρτοφυλάκια που έχουν άμεση σχέση με την ευρωζώνη αλλά και με τη συμβολή του νεοσυσταθέντος Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβούλιου, θα διαχειρίζεται το υπουργείο και θα είναι υπεύθυνος για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, εξασφαλίζοντας πως θα ακολουθείται μια κοινή, συνεκτική και ισορροπημένη δημοσιονομική πολιτική. Mέσω του υπουργείου θα επιτυγχάνεται η οικονομική και φορολογική εποπτεία, θα πραγματοποιούνται οι μεταβιβάσεις των εθνικών εισφορών, θα εισπράττονται οι φόροι και θα ελέγχονται άμεσα οι δαπάνες του διακριτού προϋπολογισμού.

Β.3. Εναλλακτικές Προσεγγίσεις

Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και Προϋπολογισμός Ευρωζώνης εντός του Προϋπολογισμού της ΕΕ

Μία εναλλακτική προσέγγιση του παραπάνω εγχειρήματος διατυπώθηκε το Σεπτέμβριο 2017 από τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ,  στην ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης (State of the Union Speech). Ο πρόεδρος Γιούνκερ αναφέρθηκε στην ανάγκη ολοκλήρωσης της ΟΝΕ, παραθέτοντας τις παρακάτω προτάσεις:

1. Μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

2. Δημιουργία ειδικής γραμμής του προϋπολογισμού για τη ζώνη του ευρώ εντός του προϋπολογισμού της ΕΕ, που θα διαθέτει τέσσερις λειτουργίες:

  • βοήθεια για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις,
  • σταθεροποιητική λειτουργία,
  • μηχανισμό ασφάλειας για την Τραπεζική Ένωση,
  • μέσο σύγκλισης για την παροχή προενταξιακής βοήθειας σε κράτη-μέλη εκτός της ζώνης του ευρώ.

3. Ενσωμάτωση στην ενωσιακή νομοθεσία της ουσίας της Συνθήκης για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

4. Ίδρυση θέσης Ευρωπαίου υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με διττή αρμοδιότητα (αντιπροέδρου της Επιτροπής και προέδρου του Eurogroup), που θα λογοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Γ. Ευρωπαϊκή Εταιρεία Διαχείρισης Ενεργητικού για τα Κόκκινα Δάνεια

Η κρίση είχε σοβαρές επιπτώσεις και στον χρηματοπιστωτικό τομέα.  Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα, που εντάθηκε στα χρόνια της κρίσης, είναι η εκτόξευση του αριθμού των μη εξυπηρετούμενων (κόκκινων) δανείων (NPLs) που καταγράφονται στους ισολογισμούς ορισμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κρατών-μελών της ευρωζώνης. Ο υψηλός αυτός αριθμός αποτελεί δυνητική πηγή ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας επηρεάζοντας  αρνητικά τις επιδόσεις του τραπεζικού τομέα της ευρωζώνης και της πραγματικής οικονομίας κατ’ επέκταση. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, προτείνεται η συγκέντρωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μία Ευρωπαϊκή Εταιρεία Διαχείρισης Ενεργητικού (pan-EU Asset Management Company – AMC ή αλλιώς Eurozone Bad Bank), η οποία θα απελευθερώσει τους ισολογισμούς των τραπεζών από τα σωρευμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι δεν θα πωλούνται σε πολύ χαμηλές τιμές.

Μια κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση θα είχε πολλαπλά οφέλη καθώς θα μπορούσε: (α) να εξασφαλίσει, τόσο για τις τράπεζες όσο και για τους επενδυτές, σαφήνεια και απλότητα στην κατανόηση των κριτηρίων εφαρμογής του πλαισίου της ΕΕ σχετικά  με τις κρατικές ενισχύσεις και τους κανόνες που ισχύουν για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών (β) να ενισχύσει την αξιοπιστία της πρωτοβουλίας διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την τήρηση της δέουσας διαδικασίας κατά τη φάση υλοποίησης (γ) να πετύχει χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης και υψηλότερη λειτουργική αποδοτικότητα και (δ) να συγκεντρώσει την απαιτούμενη κρίσιμη  μάζα, τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και σε αυτήν της ζήτησης, για τη μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων στην Ενιαία Εταιρεία Διαχείρισης Ενεργητικού και την προσέλκυση νέων επενδυτών.

Επίλογος

Οι παραπάνω προτάσεις δεν εξαντλούν το εύρος των δυνητικών μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη λειτουργία της ευρωζώνης, προς όφελος της Ελλάδας. Υπάρχουν και άλλες, με σημαντικότερη τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων και γενικότερα τον επιμερισμό κινδύνων μέσω του ιδιωτικού τομέα και της τραπεζικής και χρηματοπιστωτικής ενοποίησης, που περιλαμβάνει την ενιαία ένωση αγορών κεφαλαίων. Ιδίως η ολοκλήρωση της χρηματοπιστωτικής ενοποίησης θα ήταν μεγάλης σημασίας για την ελληνική οικονομία, είναι όμως ζήτημα περισσότερο γνωστό και αρκετά «ευθύγραμμο».

Η ανάδειξη των ζητημάτων αυτών στον ελληνικό και ευρωπαϊκό διάλογο επιδιώκει να επηρεάσει προς την κατεύθυνση των συμφερόντων της Ελλάδας τη μεγάλη αυτή διαδικασία πανευρωπαϊκής διαβούλευσης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Και επιπλέον, η δημόσια συζήτηση των ζητημάτων αυτών προάγει την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των Ευρωπαίων πολιτών στον πανευρωπαϊκό διάλογο για το Μέλλον της Ευρώπης, και την ευρύτερη δημοκρατική στήριξη και νομιμοποίηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

 


Το σύνολο των προτάσεων περιλαμβάνεται στην υπό δημοσίευση μελέτη της διαΝΕΟσις "30+1 Πράγματα που μπορεί να κάνει η Ευρώπη για την Ελλάδα". Η ερευνητική ομάδα αποτελείται από τους Γιώργο Παγουλάτο (καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και συντονιστή), Σπύρο Μπλαβούκο (επίκουρο καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών), Θάνο Ντόκο (Γενικό Διευθυντή του ΕΛΙΑΜΕΠ), Γιάννη Παπαγεωργίου (δημοσιογράφο) και Δήμητρα Τσίγκου (πολιτική επιστήμονα). Η έρευνα θα δημοσιευτεί το πρώτο τρίμηνο του 2018.