Αρθρογραφια |

Η Ευρώπη Tων Αξιών Kαι Tης Βιώσιμης Ανάπτυξης

Το κείμενο που έγραψε η πρώην ευρωβουλευτής, βουλευτής και υπουργός Μαριέττα Γιαννάκου για το βιβλίο της διαΝΕΟσις, "Η Επόμενη Ευρώπη".

Το βιβλίο της διαΝΕΟσις "Η Επόμενη Ευρώπη" είναι μια συλλογή 20 σημαντικών κειμένων για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη θέση της Ελλάδας σε αυτήν. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την εισαγωγή του βιβλίου. Είναι διαθέσιμο σε όλα τα βιβλιοπωλεία και στο e-shop μας.

Η σημερινή ιστορική συγκυρία βρίσκει την Ελλάδα, αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, αντιμέτωπες με μία κρίσιμη κατάσταση, με σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες.

Στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ήδη από τη δεκαετία του 1960, κατά καιρούς επανέρχονταν οι εκτιμήσεις περί κρίσης του εγχειρήματος, ενώ αρκετοί έσπευδαν να προεξοφλήσουν το αδιέξοδο, τη διάλυση και το οριστικό τέλος. Ευτυχώς, κανένα αυτά από τα δυσμενή σενάρια δεν επαληθεύτηκε, γιατί συχνά οι παρατηρητές αυτοί ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή με μία εντυπωσιακή εκτίμηση. Ακόμη, δεν κατανόησαν σε βάθος τη λειτουργία της Κοινότητας και αργότερα της Ένωσης, καθώς και την ικανότητα και βούληση των οργάνων της ΕΕ και των μεμονωμένων κυβερνήσεων να αποφεύγουν το τέλμα και να χαράσσουν νέους στόχους για την εμβάθυνση της συνεργασίας κρατών και λαών.

Ωστόσο, η μη-εκπλήρωση των δυσμενών σεναρίων κατά το παρελθόν δεν αναιρεί τη σημασία επιχειρημάτων που επισημαίνουν τους κινδύνους, ούτε προδικάζει ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί μία διαδικασία που βρίσκεται στον αυτόματο πιλότο, δίχως να επηρεάζεται από τα σοβαρά προβλήματα τα οποία προκύπτουν κατά καιρούς.

Η προάσπιση των θεμελιωδών ελευθεριών και των ατομικών δικαιωμάτων αποτελεί την αδιαμφισβήτητη συμβολή της ΕυρωπαϊκήςΈνωσης στην επικράτηση της ελευθερίας στον ευρωπαϊκό χώρο και διεθνώς. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση θεμελιώθηκε στη μετάβαση από τα φασιστικά ή μερικώς δημοκρατικά καθεστώτα του Μεσοπολέμου στη σταδιακή παγίωση της δημοκρατίας αρχικά στη δυτική και μεταγενέστερα και στην ανατολική Ευρώπη. Πράγματι, η προσήλωση στους δημοκρατικούς θεσμούς, το ισχυρό δημοκρατικό κεκτημένο, όπως αυτό αποτυπώνεται στα κριτήρια της Κοπεγχάγης, αποτελεί την πρωταρχική προϋπόθεση για την ένταξη μίας χώρας στην ΕΕ.

Διαχρονικά, κράτη στα οποία πραγματοποιήθηκε μετάβαση από αυταρχικά καθεστώτα και δικτατορίες σε φιλελεύθερα δημοκρατικά καθεστώτα αναζήτησαν στην Ένωση το πλαίσιο των θεσμών και των συμμαχιών για την παγίωση των εγχώριων δημοκρατικών θεσμών. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, οι οποίες επεδίωξαν την ένταξη στην ΕΕ για τους λόγους αυτούς τη δεκαετία του ’80.

Παρομοίως, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων αναζήτησαν χωρίς εξαιρέσεις την ένταξη στην Ένωση ως παράγοντα σταθερότητας και δημοκρατίας. Σήμερα η ΕΕ παραμένει αρκετά αυστηρή, διεξάγοντας ενδελεχείς ελέγχους στην ποιότητα της δημοκρατίας στα υποψήφια προς ένταξη κράτη.

Σε θεσμικό επίπεδο πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ΕΕ θέσπισε για πρώτη φορά το status του πολίτη της Ένωσης με συγκεκριμένα δικαιώματα που απορρέουν από το πρωτογενές και δευτερογενές Κοινοτικό Δίκαιο. Ακόμη, ο "Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης"1, που σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των Συνθηκών, εκπονήθηκε με υπευθυνότητα και συστηματικότητα, ενισχύοντας την ασφάλεια δικαίου των πολιτών και στο πλαίσιο της λειτουργίας των οργάνων της ΕΕ. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει και η προσχώρηση της ΕΕ στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων.

Η μέριμνα όμως της ΕΕ δεν αφορά αποκλειστικά τους πολίτες των κρατών-μελών, αλλά επεκτείνεται και στους υπηκόους τρίτων χωρών. Εφαρμόζονται με επιτυχία δράσεις κατά των αποκλεισμών, του ρατσισμού και της εκμετάλλευσης των υπηκόων τρίτων χωρών στα κράτη-μέλη. Ακόμη, η ΕΕ συμμετέχει δυναμικά στον διεθνή διάλογο για την άρση της καταπίεσης και την προώθηση της δημοκρατίας σε όλη την υφήλιο. Η "Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα" διαθέτει σημαντικά κονδύλια για τους σκοπούς αυτούς σε τρίτες χώρες. Ειδικότερα, ενδιαφέρει η καταπολέμηση φαινομένων βασανισμού, ρατσισμού, εγκλημάτων πολέμου και γενοκτονίας, εκμετάλλευσης και παράνομης διακίνησης παιδιών και γυναικών.

Ελλάδα και ΕΕ βρέθηκαν κατά συνέπεια ενώπιον διαφορετικών προκλήσεων και διακυβευμάτων. Πριν από τριάντα έξι χρόνια η Ελλάδα αναλάμβανε να κερδίσει το στοίχημα της ευρωπαϊκής της προοπτικής, ενώ η Ένωση το στοίχημα της ολοκλήρωσης μίας πραγματικά ενιαίας αγοράς με τη συμμετοχή ολοένα και περισσότερων κρατών-μελών.

Οι προσπάθειες υπήρξαν επιτυχείς και τελεσφόρησαν. Στην Ελλάδα σημειώθηκε ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, ισχυρές εγγυήσεις για τις δημοκρατικές ελευθερίες και τη λογοδοσία της κυβέρνησης και ένας πολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, ο οποίος σταδιακά απέρριπτε τα στοιχεία της οξύτητας και της πόλωσης και διασφάλιζε την πολιτική σταθερότητα και την άμβλυνση των αντιθέσεων.

Η Ένωση, με την εμπνευσμένη ηγεσία Ντελόρ και ορισμένων κορυφαίων πολιτικών προσωπικοτήτων στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, έφερε εις πέρας την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, δηλαδή τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία μίας πραγματικής ευρωπαϊκής οικονομίας και, ακολούθως, τη συγκρότηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και την κυκλοφορία του κοινού νομίσματος, καθώς και τη μεγάλη διεύρυνση προς τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης.

Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι Ελλάδα και ΕΕ πέτυχαν θεμελιώδους σημασίας στόχους από το 1981 έως σήμερα. Πρόκειται για ένα ισχυρό κεκτημένο δημοκρατίας, διακυβερνητικής συνεργασίας, αποτελεσματικής λειτουργίας των κοινοτικών οργάνων και παραγωγής ευρωπαϊκών πολιτικών που συμβάλλουν αποφασιστικά στην ευημερία των Ευρωπαίων πολιτών.

Ωστόσο, στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία αποκαλύπτονται τα όρια αλλά και οι παραλείψεις της προηγούμενης τριακονταετίας. Η ευρωπαϊκή οικονομία διέρχεται μία περίοδο σοβαρών προκλήσεων σε πεδία όπως η ομαλή λειτουργία των οργάνων της ΕΕ έπειτα από την υπέρμετρα φιλόδοξη διεύρυνση, η ασφάλεια, ο διεθνής ανταγωνισμός, η μετανάστευση, η αειφορία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Ελλάδα βρίσκεται σε ακόμη δυσμενέστερη κατάσταση λόγω της δημοσιονομικής κατάστασης, του δημόσιου χρέους, της ύφεσης και της ανεργίας, με όλες τις συνέπειες που αυτά έχουν για κάθε πολίτη, οικογένεια και την κοινωνική συνοχή εν γένει.

Τα προβλήματα σε Ελλάδα και Ευρώπη είναι μάλλον διαφορετικού χαρακτήρα. Θα υποστηρίξω όμως ότι η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση –και ιδιαίτερα η οικονομική διακυβέρνηση– είναι η οδός της επανόδου στην οικονομική ανάπτυξη τόσο για την Ένωση όσο και για την Ελλάδα.

Πράγματι, η ΟΝΕ αποτελεί ένα χωρίς ιστορικό προηγούμενο εγχείρημα δημιουργίας μίας νομισματικής ζώνης μεταξύ χωρών με διαφορετικές οικονομίες και κυρίως διαφορετικά δημοσιονομικά δεδομένα. Αποτελεί δηλαδή διαφορετική περίπτωση από τη νομισματική ζώνη του δολαρίου μεταξύ των πολιτειών των ΗΠΑ, η οποία εδράζεται σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και η αδυναμία της ΟΝΕ και οφείλονται πολλές από τις αδυναμίες που τα τελευταία χρόνια βγήκαν στην επιφάνεια. Τα κράτη-μέλη, ακόμη και η Γερμανία και η Γαλλία, συχνά παραβίασαν τα κριτήρια περί δημοσιονομικού ελλείμματος. Ακόμη, δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή στην τήρηση των κριτηρίων περί χρέους, με τα γνωστά αποτελέσματα για την Ελλάδα και τιςσυνέπειές τους για την Ευρώπη συνολικά. Θεωρώ ότι η ΕΕ και η Ελλάδα θα επανακάμψουν μέσω της ανάπτυξης της οικονομικής διακυβέρνησης, δηλαδή των θεσμών και των κανόνων για την πρόληψη συνεπειών που προκύπτουν από την ανεξέλεγκτη λειτουργία των αγορών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και της προσήλωσης σε ορισμένους κοινούς στόχους και κανόνες για τις οικονομικές πολιτικές με ισχυρό ρόλο των κοινοτικών οργάνων.

Ιδεολογική αφετηρία μας είναι η Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς, όπως αυτή θεμελιώνεται σε τρεις βασικές αρχές:

  • στην ατομική ελευθερία και την ευθύνη του πολίτη έναντι του κράτους και κάθε φορέα εξουσίας.
  • στην ελεύθερη αγορά που λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας και του ανταγωνισμού.
  • στην αλληλεγγύη, με σκοπό τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την κοινωνική προστασία των πιο αδυνάτων και τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης.

Συνεπώς, στον πυρήνα της ιδεολογίας μας βρίσκεται ο συγκερασμός και η σύζευξη από τη μία πλευρά της "ατομικής ελευθερίας" και του "ελεύθερου ανταγωνισμού της αγοράς" και από την άλλη πλευρά της "ισότιμης ευκαιρίας" και των "κοινωνικών δικαιωμάτων". Εμείς υποστηρίζουμε ότι η από κοινού επιδίωξη των σκοπών αυτών είναι απολύτως θεμιτή και εφικτή.

Αν και κανένας κανόνας δεν είναι τέλειος, αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι η καταστρατήγηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) οδήγησε πολλά κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα, σε δεινή θέση στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης. Κυρίως όμως, η καταστρατήγηση των κανόνων της οικονομικής διακυβέρνησης παράγει αρνητικά αποτελέσματα για τους πολίτες: αδυναμία του κράτους να χρηματοδοτήσει επαρκώς τις υπηρεσίες και υποδομές υγείας, παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας, τα δημόσια έργα και βέβαια να βελτιώσει τα επίπεδα μισθών και συντάξεων και να αυξήσει την απασχόληση. Ο κίνδυνος σήμερα συνίσταται στη διόγκωση του πλήθους των πολιτών που διαβιούν κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δώσουμε στην ενίσχυση της απασχόλησης. Για τους λόγους αυτούς, το ΣΣΑ πρέπει να συνοδευτεί από ουσιαστικά αποτελέσματα πολιτικής σύμφωνα με την συνολικότερη αναπτυξιακή στρατηγική "Ευρώπη 2020". Ταυτόχρονα, πρέπει να ενισχύσουμε την κοινοτική μέθοδο λήψης αποφάσεων, προκειμένου οι πολιτικές μας να αποκτήσουν μεγαλύτερο βάθος και η τήρηση των κανόνων, καθώς και η επίτευξη αποτελεσμάτων, να εποπτεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η χρήση της ενισχυμένης συνεργασίας είναι επί της αρχής θεμιτή, γιατί επιτρέπει σε ορισμένα κράτη να υλοποιήσουν κάτι σημαντικό, δίχως να υποχρεωθούν άλλα κράτη, που διαφωνούν ή δεν ενδιαφέρονται, να ακολουθήσουν. Βεβαίως, η ενισχυμένη συνεργασία δεν μπορεί να γίνει ο κανόνας. Τα κράτη-μέλη οφείλουν να αναζητούν τη μέση οδό, τη χρυσή τομή που εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων με τρόπο διαφανή και αντιληπτό στους πολίτες.

Σε επίπεδο διαδικασιών, θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα να χαράξουμε μία λεπτή γραμμή μεταξύ διακυβερνητισμού και κοινοτικής μεθόδου. Παρατηρούμε μία υπέρμετρη επιρροή ορισμένων κυβερνήσεων, η οποία πρέπει να αντισταθμισθεί με μία πιο δυναμική λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών. Από την άλλη πλευρά, οι τελευταίοι πρέπει να υπόκεινται στη δημόσια αξιολόγηση για τους στόχους τους οποίους αναλαμβάνουν να εκπληρώσουν. Για τον λόγο αυτό, η νέα περίοδος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η ποιότητα των μελών του θα είναι αποφασιστικής σημασίας για μία συνολική ανασυγκρότηση της ΕΕ.

Σχετικά με την άμυνα, η ΕΕ στον τομέα της ανάπτυξης καθαρά στρατιωτικών ικανοτήτων δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο επίπεδο των φιλοδοξιών που η ίδια έχει θέσει, δηλαδή να λειτουργήσει ως αξιόπιστος πάροχος διεθνούς ασφάλειας. Οι δυνάμεις ταχείας αντίδρασης (EU battlegroups) αποτελούν ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των δομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η Ένωση στο καθαρά επιχειρησιακό κομμάτι. Έως σήμερα δεν έχει αναπτυχθεί κανένα από τα υφιστάμενα EU battlegroups, αν και θα μπορούσαν να αποτελέσουν δύναμη πρώτης εισόδου σε αρκετές περιπτώσεις, κυρίως λόγω των δομικών αδυναμιών του μηχανισμού λήψης αποφάσεων και χρηματοδότησής τους. Εάν δεν αλλάξει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και δεν επιδείξουν τα κράτη-μέλη την απαραίτητη πολιτική βούληση για τη χρησιμοποίησή τους, είναι πιθανόν ότι μία από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες ευρωπαϊκής στρατιωτικής συνεργασίας θα έχει άδοξο τέλος προτού καν χρησιμοποιηθεί.

Επιπλέον, η Ένωση οφείλει να επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη αμυντικών δομών και ικανοτήτων, καθώς παρουσιάζει καίριες ελλείψεις και αδυναμίες σε αυτόν τον τομέα. Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας θα είναι ιδιαιτέρα σημαντικός, καθώς έχει επιφορτιστεί με την ευθύνη για την ανάπτυξη των αμυντικών δυνατοτήτων στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων, την εναρμόνιση των στρατιωτικών αναγκών και την προαγωγή και ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα των εξοπλισμών.

Το σημερινό οικονομικό αδιέξοδο και οι συνεχείς περικοπές στους αμυντικούς προϋπολογισμούς καθιστούν τη συνεκμετάλλευση και τον επιμερισμό ικανοτήτων (pooling and sharing) όχι απλώς μονόδρομο, αλλά τη μοναδική ευκαιρία ενδυνάμωσης των επιχειρησιακών ικανοτήτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπάρχουν ήδη σημαντικά παραδείγματα που αποδεικνύουν τα μεγάλα περιθώρια επίτευξης συνεργειών και οικονομιών κλίμακος. Η κοινή ιδιοκτησία, παραδείγματος χάριν, ακριβών ικανοτήτων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μη στρατιωτικές χρήσεις είναι μια επιλογή που πρέπει να προωθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις.

Στην Ελλάδα η συζήτηση για την Ευρώπη συχνά διεξάγεται με παρωπίδες και με διάθεση ομφαλοσκόπησης. Τα μεγάλα γεγονότα (π.χ. Brexit, πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα σε Ολλανδία, Γαλλία, Βρετανία) γίνονται, βεβαίως, κοινός τόπος. Ωστόσο, δεν αποδίδεται η ίδια σημασία στα πολλά μικρά γεγονότα στην εξέλιξη των κρατών-μελών και της ίδιας της ΕΕ τα οποία έχουν τη δική τους μεγάλη επίδραση. Είναι κατανοητό το γεγονός ότι η πολυετής κρίση έχει επισκιάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα πολιτικά πράγματα, ακόμη και όσα συμβαίνουν εκτός συνόρων. Ωστόσο, η ελληνική κοινή γνώμη απομακρύνεται δραματικά από το πραγματικό ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, εξέλιξη ιδιαίτερα ανησυχητική. Όσοι έχουν δημόσιο λόγο πρέπει να αντιληφθούν ότι η διάδοση παραμορφωτικών αναλύσεων της ευρωπαϊκής πραγματικότητας συντείνει στην ενίσχυση του ευρωσκεπτικιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία. Με αυτό δεν εννοώ τη θεμιτή κριτική έναντι των εταίρων μας για την έλλειψη κατανόησης σημαντικών ζητημάτων της ελληνικής κρίσης και τα λάθη που επακολούθησαν και εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στις παραμορφωτικές αναλύσεις θα διακρίνω τρία βασικά ζητήματα. Πρώτον, είναι εσφαλμένη η διαπίστωση ότι η Ευρώπη συνολικά διέρχεται μία οικονομική κρίση. Η ΕΕ έχει απόλυτα θετικό δείκτη ανάπτυξης έπειτα από τη διετία 2009-2011. Κράτη-μέλη με βραχύχρονη συμμετοχή στην ΕΕ αναρριχώνται στην κλίμακα της ευημερίας, ενώ παλαιότερα μικρά κράτη-μέλη διασφαλίζουν ακόμη καλύτερα επίπεδα ευημερίας για τους πολίτες τους. Αυτά δεν συμβαίνουν λόγω κάποιας μαγικής ράβδου, αλλά επειδή οι κυβερνήσεις είναι προσηλωμένες σε διαρκείς μεταρρυθμίσεις, στη διαρκή προσαρμογή των δημόσιων πολιτικών στα νέα δεδομένα παραγωγικότητας, αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής. Συμβαίνουν γιατί συμμετέχουν ενεργά στο πλαίσιο συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, το οποίο διασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, τις πολιτικές απασχόλησης, την αειφορία.

Δεύτερη εσφαλμένη διαπίστωση είναι το ότι στην Ευρώπη επικρατεί ο λαϊκισμός και οι ακροδεξιές δυνάμεις. Πράγματι, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με τα φαινόμενα αυτά τουλάχιστον κατά την τελευταία δεκαετία. Αλλά τελικά επικράτησαν ισχυρά πολιτικά και θεσμικά αντανακλαστικά και στις περισσότερες περιπτώσεις περιορίστηκε ο κίνδυνος αυτός. Αυτό μας αποκαλύπτουν τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στην Ολλανδία, την Αυστρία, τη Γαλλία, αλλά και οι τάσεις της κοινής γνώμης σχεδόν παντού στην Ευρώπη. Παρά το γεγονός ότι υφίστανται λόγοι που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την κατάσταση αυτή, όπως η ισλαμοτρομοκρατία και οι μεταναστευτικές ροές.

Τρίτη εσφαλμένη διαπίστωση αποτελεί το ότι η ΕΕ βρίσκεται στα πρόθυρα διάλυσης. Η κρίση στην Ευρωζώνη πράγματι αποκάλυψε τις θεσμικές και πολιτικές αδυναμίες της ΟΝΕ. Είναι δε πρωτόγνωρη η κατάσταση η οποία προέκυψε με το Brexit. Ωστόσο, στο πεδίο της οικονομικής διακυβέρνησης οι κυβερνήσεις αναζήτησαν λύσεις και δημιούργησαν ένα συμπληρωματικό θεσμικό πλαίσιο το οποίο καθιστά ουσιαστική την εποπτεία της δημοσιονομικής κατάστασης, προλαμβάνει την εμφάνιση των αδύναμων κρίκων και διευκολύνει τις οικονομίες οι οποίες λειτουργούν με όρους ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας. Στην περίπτωση του Brexit, οι συνέπειες είναι ορατές κατά κύριο λόγο στη βρετανική κοινωνία, η οποία εισέρχεται σε μία περίοδο οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας. Στη διαπραγμάτευση που ήδη ξεκίνησε η ΕΕ θέτει τους δικούς της όρους σε όσους επιδιώκουν να λειτουργήσουν ως "free riders" εις βάρος του συνόλου.

Τελικά ούτε η ύφεση σάρωσε την Ευρώπη, ούτε ο λαϊκισμός και η ακροδεξιά ρητορική γοητεύουν την πλειοψηφία των πολιτών, ούτε η ΕΕ βαίνει προς το ράφι των ιστορικών κειμηλίων. Αντιθέτως, η Ένωση επέδειξε πολιτικά και θεσμικά αντανακλαστικά και φαίνεται ότι κατορθώνει να ακολουθήσει μία νέα πορεία. Με τη νέα κυβέρνηση στη Γερμανία θα δημιουργηθεί μια νέα δυναμική για να τεθούν σοβαρά τα ζητήματα για το μέλλον της Ευρώπης στο πλαίσιο της συζήτησης που έχει ήδη ξεκινήσει με πρωτοβουλία της Επιτροπής.

Κανένας δεν πρέπει να παραβλέπει τα υπαρκτά προβλήματα τα οποία προέκυψαν κατά την προηγούμενη περίοδο, ούτε την απροθυμία μεγάλης μερίδας των πολιτών να επιδείξουν μία στάση παθητικής συναίνεσης. Οι θεσμοί της ΕΕ και οι κυβερνήσεις πρέπει να διεκδικήσουν την ουσιαστική υποστήριξη των πολιτών για τους στόχους ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Η Ευρώπη πρέπει να αντιληφθεί ότι αναλαμβάνει και έναν παγκόσμιο ρόλο ως δύναμηδημοκρατίας, ατομικών δικαιωμάτων, κοινωνικής πρόνοιας και εξωστρέφειας. Αν κάτι έχει αλλάξει, αυτό είναι οι διεθνείς συσχετισμοί στο παγκόσμιο σύστημα, όπως διαφαίνεται από τις επιλογές ισχυρών ηγεσιών κρατών με αυξημένη επιρροή.

Θα στενοχωρηθούν, βεβαίως, όσοι είχαν την ψευδαίσθηση ότι με ρηχά συνθήματα, την αλληλουχία ορισμένων εξελίξεων και την προσδοκία των χειρότερων σεναρίων η ΕΕ θα προσαρμοζόταν στις δικές τους παραμορφωτικές αναλύσεις. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα και πολιτική δράση προϋποθέτουν την υπέρβαση των ιδεολογικών παρωπίδων, των οπισθοδρομικών αναλύσεων και την κατανόηση της δυναμικής κατάστασης, όπως διαμορφώνεται από την προβολή των εθνικών συμφερόντων παράλληλα με την προάσπιση του ευρωπαϊκού κοινού συμφέροντος.

Οι σημερινές γενιές της Ευρώπης καλούνται να λάβουν τις δικές τους αποφάσεις για τους σκοπούς της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τους οποίους προκρίνουν. Είναι προφανές ότι η προηγούμενη θεσμική και πολιτική διαδρομή προκαθορίζει ορισμένες επιλογές. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι η πλειοψηφία της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης εξακολουθεί να θεωρεί την ΕΕ το αυτονόητο πλαίσιο για την επιδίωξη της ευημερίας και της πολιτικής συνεργασίας. Ακόμη και εάν εκφράζει επιμέρους επιφυλάξεις και κριτική, το αίτημα για "ever closer union" ενδεχομένως να αποτυπωθεί σε νέες δυναμικές θεσμικές πρωτοβουλίες και στόχους ευρωπαϊκών πολιτικών. Όπως είχαμε επισημάνει σε κοινή δήλωσή μας με τους συναδέλφους ευρωβουλευτές Έλμαρ Μπροκ και Iωάννη Κασουλίδη σχετικά με την Ευρώπη και την ελληνική κρίση, "στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης καλούμαστε όλοι να διατηρήσουμε το κεκτημένο της συνεργασίας, της αλληλεγγύης και της αμοιβαιότητας". Η ευρωπαϊκή περιπέτεια θα πρέπει να οδηγήσει στο μέλλον σε μια πραγματικά ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, στην υποχώρηση του διακυβερνητισμού και στην ενίσχυση της κοινοτικής μεθόδου και των κοινών επιδιώξεων των Ευρωπαίων πολιτών. Η ευθύνη ανήκει σε όλους μας.


Παραπομπές

1 "Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης". Διαθέσιμο εδώ.