Αρθρογραφια |

Έρευνα και Καινοτομία στην Ελλάδα

Η νέα έρευνα της διαΝΕΟσις καταγράφει την εικόνα αλλά και τις αλλαγές στο πεδίο της καινοτομίας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και προτείνει λύσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή του.

Στον δημόσιο διάλογο, συχνά η καινοτομία αναφέρεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για πιο γρήγορη και καλύτερης ποιότητας οικονομική ανάπτυξη. Εν πολλοίς, η «υπόσχεση» αυτή είναι ρεαλιστική. Όμως, το να φτάσει μια οικονομία να δρέψει τελικώς τα σχετικά οφέλη αποτελεί μια πιο σύνθετη υπόθεση. Στην πραγματικότητα, η ικανότητα μιας χώρας να παράγει νέα γνώση και να τη μετατρέπει σε προϊόντα, σε υπηρεσίες και τελικά σε ευημερία εξαρτάται από ένα ολόκληρο σύστημα: πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, επιχειρήσεις ή κρατικοί φορείς που επενδύουν ενεργά στη γνώση που παράγεται και, τέλος, μέτρα πολιτικής από το κράτος, τα οποία καθορίζουν το οικονομικό περιβάλλον. Ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων συνθέτει αυτό που η διεθνής βιβλιογραφία ονομάζει Εθνικό Σύστημα Καινοτομίας, όπου όλα τα μέρη του επικοινωνούν, συνεργάζονται και τελικά αποδίδουν τα όποια οφέλη συνολικά.

Ποια είναι η κατάσταση αυτού του συστήματος στην Ελλάδα σήμερα και πώς μπορεί να βελτιωθεί; Η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις ασχολείται με αυτά τα ερωτήματα. Οι τρεις συγγραφείς από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο –ο καθηγητής Άγγελος Τσακανίκας, η επίκουρη καθηγήτρια Αιμιλία Πρωτόγερου και ο μεταδιδακτορικός ερευνητής Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος– επικαιροποιούν μια παλιότερη μελέτη με το ίδιο θέμα, του 2021, με συντονιστή τότε τον ομότιμο καθηγητή του ΕΜΠ, Γιάννη Καλογήρου. Η νέα μελέτη παραθέτει αναλυτικά στοιχεία και δείκτες που αποτυπώνουν τη σημερινή κατάσταση σε έξι σημαντικά πεδία που ορίζουν τα συστήματα καινοτομίας διεθνώς. Επιπλέον, καταγράφει αναλυτικά τα μέτρα που έχουν λάβει, κυρίως μετά το 2021, το ελληνικό κράτος, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλοι φορείς και επηρεάζουν το τοπικό οικοσύστημα της καινοτομίας.

Η συνολική εικόνα, όπως την αποτυπώνει και η έρευνα, αναδεικνύει ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα διαθέτει υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό με αξιοσημείωτες ακαδημαϊκές επιτυχίες, καθώς και ένα δραστήριο δίκτυο νεοφυών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η χώρα δυσκολεύεται να εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματα αυτά και να τα μετατρέψει σε απτά οφέλη για την οικονομία. Τέλος, παρά τα σημαντικά βήματα των τελευταίων ετών, πολλές παθογένειες παραμένουν: αποσπασματικές πρωτοβουλίες και μέτρα, γραφειοκρατία, χάσμα δεξιοτήτων, αλλά και ισχνή ζήτηση για καινοτομία από τον ίδιο τον δημόσιο τομέα.

 

1. Έρευνα και Τεχνολογική Ανάπτυξη

Ένας απαραίτητος πυλώνας κάθε συστήματος καινοτομίας είναι ασφαλώς η έρευνα, δηλαδή η παραγωγή νέας γνώσης. Η εικόνα σε αυτό πεδίο στην Ελλάδα μοιάζει ελπιδοφόρα. Οι συνολικές δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) έφτασαν το 2024 τα 3,66 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 1,54% του ΑΕΠμια αύξηση κατά 1,3 δισ. σε σχέση με το 2019. Αντιστοίχως, η χώρα ανέβηκε από τη 16η στη 13η θέση της ΕΕ (των 27) σε ένταση ερευνητικών δαπανών. Ακόμα, οι επιχειρήσεις σχεδόν διπλασίασαν τη δική τους ερευνητική δαπάνη, η οποία, παρότι παραμένει χαμηλή, έφτασε το 0,85% του ΑΕΠ.

Η γενικότερη αυτή βελτίωση συμπίπτει επιπλέον με τη σχετικά πρόσφατη εισαγωγή κάποιων αξιοσημείωτων και αρκετά αποτελεσματικών θεσμών. Για παράδειγμα, το 2016 ιδρύθηκε το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ), που χρηματοδοτεί την ερευνητική δραστηριότητα στη χώρα. Αντιστοίχως, η δράση «Ερευνώ-Καινοτομώ» υποστηρίζει τη συνεργασία επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων. Παράλληλα, εφαρμόστηκαν φορολογικά κίνητρα για τις δαπάνες Ε&Α των επιχειρήσεων, όπως αυτά των Ν. 4712/2020 και 5162/2024. Τέλος, οι Έλληνες ερευνητές διακρίνονται στα ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως το Horizon Europe, και στις διεθνείς επιστημονικές δημοσιεύσεις, με τα ποσοστά συνεργασίας με ξένους φορείς να αυξάνονται σταθερά από τη δεκαετία του 2000 και να είναι πλέον κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ωστόσο, όπως διαπιστώνει και η μελέτη, κάτι «κολλάει» στη διαδικασία της μετάβασης από τη γνώση στην αγορά. Η Ελλάδα υστερεί στις αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας: Καταγράφει μόλις 10,3 αιτήσεις ανά εκατομμύριο κατοίκους στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνιών, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ-27 είναι υπερπολλαπλάσιος, στις 152,2. Η έρευνα καταγράφει κάποιες από τις δομικές παθογένειες πίσω από αυτή την εικόνα: Το ερευνητικό σύστημα παραμένει κατακερματισμένο, με περιορισμένες συνέργειες ανάμεσα σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Ταυτόχρονα, η γραφειοκρατία, ειδικά στους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ), εξακολουθεί να δυσχεραίνει τη διαχείριση των έργων. Η μελέτη προτείνει να ενισχυθεί συστηματικά η χρηματοδότηση των ΑΕΙ και των ερευνητικών κέντρων από τον τακτικό προϋπολογισμό, με παράλληλη αξιοποίηση έκτακτων και αναπτυξιακών πόρων, και να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη, μακροχρόνια Εθνική Στρατηγική Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας.

 

2. Ανθρώπινο δυναμικό και εκπαίδευση

Ένα άλλο πεδίο που χαρακτηρίζει το σύστημα καινοτομίας μιας χώρας είναι η εκπαίδευση, τόσο των ίδιων των εργαζομένων αλλά και ευρύτερα. Φαίνεται ότι μεγάλο μέρος των προβλημάτων αρχίζει ήδη από το σχολείο. Η Ελλάδα εμφανίζει σταθερά χαμηλότερες επιδόσεις από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στο πρόγραμμα PISA, και μάλιστα σε όλες τις δεξιότητες που αυτό διερευνά. Η υποχρηματοδότηση της παιδείας είναι επίσης διαχρονική: Το 2023, η δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση ανήλθε μόλις στο 4% του ΑΕΠ, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (4,7%), γεγονός που φέρνει τη χώρα 24η μεταξύ των 27.

Παρότι αρχίζουν εκεί, τα προβλήματα δεν σταματούν στο σχολείο. Η έρευνα αναδεικνύει επίσης ένα έντονο χάσμα δεξιοτήτων: Πολλοί απόφοιτοι πανεπιστημίων εργάζονται σε θέσεις κατώτερες σε σχέση με τα προσόντα τους (36,6% των νέων αποφοίτων 25-34 ετών, έναντι 23% του κοινοτικού μέσου όρου). Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν στελέχη με σύγχρονες ψηφιακές, τεχνικές ή ήπιες δεξιότητες (soft skills). Ωστόσο, διστάζουν επίσης να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους. Χαρακτηριστικά, μόνο περίπου το 13% των ελληνικών επιχειρήσεων παρέχει εκπαίδευση για τη βελτίωση των ψηφιακών δεξιοτήτων των εργαζομένων, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου στο 22%. Στα προγράμματα διά βίου μάθησης (που περιλαμβάνουν επίσης ψηφιακές δεξιότητες), η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη: 18% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα επένδυσαν σε αυτά το 2020, έναντι ενός υπερτριπλάσιου ευρωπαϊκού μέσου όρου, στο 67%.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν και θετικά στοιχεία. Για παράδειγμα, η χώρα διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό υψηλών προσόντων: Το 45% του πληθυσμού ηλικίας 25-34 ετών ήταν απόφοιτοι Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης το 2023 (43,1% στην ΕΕ), ποσοστό που μάλιστα αυξάνεται από το 2011, ενώ επίσης και η αναλογία νέων διδακτόρων σε τομείς STEM ανά 1.000 κατοίκους είναι πλέον σχεδόν ίση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (0,7 έναντι 0,8). Επιπλέον, η έρευνα καταγράφει μερικές θετικές εξελίξεις των τελευταίων ετών: Στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση προχώρησαν πρωτοβουλίες εξωστρέφειας, όπως τα αγγλόφωνα και διπλά προγράμματα σπουδών σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια, ενώ στις χαμηλότερες βαθμίδες τα «Εργαστήρια Δεξιοτήτων» εισάγουν στοιχεία δημιουργικής και τεχνολογικής εκπαίδευσης στη σχολική καθημερινότητα.

 

3. Δικτύωση και αλληλεπιδράσεις

Διαχρονικά, ένα από τα πιο αδύναμα σημεία του Ελληνικού Συστήματος Καινοτομίας ήταν η απόσταση μεταξύ «δυο κόσμων»: του πανεπιστημίου και της αγοράς εργασίας. Με βάση την έκθεση Global Innovation Index 2024, η χώρα μας κατατάσσεται 106η ανάμεσα σε 133 χώρες αναφορικά με τον δείκτη συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και πανεπιστημίων για Έρευνα και Ανάπτυξη. Επιπλέον, με βάση τον ίδιο δείκτη η Ελλάδα υστερεί, διαχρονικά επίσης, στη χρηματοδότηση από επιχειρήσεις ερευνητικών δαπανών των πανεπιστημίων και δημόσιων ερευνητικών κέντρων. Όμως, φαίνεται ότι οι επιχειρήσεις δεν δυσκολεύονται να συνεργαστούν μόνο με τα πανεπιστήμια, αλλά και μεταξύ τους. Η Ελλάδα σημειώνει πολύ χαμηλή επίδοση και ως προς τη δημιουργία συστάδων επιχειρήσεων (clusters): Βρίσκεται στη 118η θέση μεταξύ 133 χωρών.

Εν τούτοις, η μελέτη αναγνωρίζει κάποια βήματα προόδου τα τελευταία χρόνια, ειδικά όσον αφορά τη σύνδεση των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων με την αγορά. Ιδρύθηκαν και ενισχύθηκαν Γραφεία Μεταφοράς Τεχνολογίας στα ΑΕΙ, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν δέκα Κέντρα Ικανοτήτων, δηλαδή θεματικές συμπράξεις ερευνητικών φορέων και επιχειρήσεων σε στρατηγικούς τομείς (αγροδιατροφή, βιομηχανικά υλικά, ψηφιακή υγεία, ημιαγωγοί κλπ.). Ενισχύθηκε επίσης η δυνατότητα εκπόνησης βιομηχανικών διδακτορικών διατριβών.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας. Από τα μέσα της περασμένης δεκαετίας, μια σειρά από πολυεθνικές επιχειρήσεις εγκατέστησαν στην Ελλάδα Κέντρα Αριστείας, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και προωθώντας τη διεθνοποίηση του τοπικού οικοσυστήματος. Ωστόσο, η συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας παραμένει περιορισμένη, ειδικά σε παραγωγικά δίκτυα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, ο εξαγωγικός προσανατολισμός τους σε προϊόντα μέσης και υψηλής τεχνολογίας παραμένει χαμηλός. Για παράδειγμα, η αξία των εξαγωγών μέσης και υψηλής τεχνολογίας ως ποσοστό των συνολικών εξαγωγών παραμένει σταθερά κάτω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου (24% έναντι 62% το 2023).

 

4. Καινοτόμος επιχειρηματικότητα

Ένα από τα πιο αισιόδοξα κεφάλαια της μελέτης αφορά την ανάπτυξη του ελληνικού οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων (start-ups). Η έρευνα περιγράφει ένα ζωντανό, οργανωμένο οικοσύστημα, το οποίο μάλιστα έχει κατακτήσει επιπλέον σαφή θεσμική αναγνώριση.

Αφενός, από το 2017 και έπειτα ιδρύονται γενικώς περισσότερες επιχειρήσεις στη χώρα από όσες κλείνουν, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΓΕΜΗ. Στη μελέτη Global Entrepreneurship Monitor (πραγματοποιείται στην Ελλάδα από το ΙΟΒΕ), το ποσοστό των εγχειρημάτων υψηλής ή μέτριας τεχνολογικής έντασης ανέβηκε στο 7,6% το 2023 από 4,4% το 2019. Με αυτό τον τρόπο ξεπέρασε τον μέσο όρο των χωρών μεσαίου εισοδήματος (6,6%), αλλά παρουσιάζει ακόμα μικρή υστέρηση σε σχέση με την ομάδα χωρών υψηλού εισοδήματος, που έχει μέσο όρο 7,9%. Ακόμα, το ποσοστό των εγχειρημάτων που προσφέρουν έξι ή περισσότερες θέσεις εργασίας –πλην των ιδρυτών– κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας τους είναι στο 17% το 2023, αυξημένο κατά έξι μονάδες από το αντίστοιχο του 2019. Τέλος, στην ίδια έρευνα έχει αυξηθεί το ποσοστό όσων έχουν πελάτες και εκτός της χώρας (39,6% το 2023 από 30,4% το 2019), και μάλιστα είναι μεγαλύτερο τόσο από τους μέσους όρους των χωρών μεσαίου όσο και υψηλού εισοδήματος.

Η έρευνα καταγράφει κάποιες πρωτοβουλίες που τεκμηριώνουν τη θετική αυτή εικόνα στον χώρο των start-ups. Για παράδειγμα, το εθνικό μητρώο «Elevate Greece», το οποίο πιστοποιεί επίσημα τις καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις και παρέχει υποστήριξη. Αξιοσημείωτα ήταν και τα φορολογικά κίνητρα: Ο Ν. 4712/2020 και ο πιο πρόσφατος Ν. 5162/2024 εισήγαγαν έκπτωση φόρου έως και 50% για επενδύσεις «επιχειρηματικών αγγέλων» (business angels) σε καταχωρισμένες νεοφυείς επιχειρήσεις, καθώς και ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση για stock options προς εργαζομένους.

Ωστόσο, παρά την πρόοδο, η μεγέθυνση των start-ups παραμένει ζητούμενο. Οι ελληνικές εταιρείες δυσκολεύονται να μεγαλώσουν και να αποκτήσουν παγκόσμια εμβέλεια. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Η μελέτη εισηγείται τη δημιουργία ημικρατικών θεσμών χρηματοδότησης κατά το πρότυπο του αμερικανικού SBIR (Small Business Innovation Research), την αξιοποίηση εργαλείων όπως το European Innovation Council, καθώς και την περαιτέρω ενίσχυση της ελληνικής αγοράς Private Equity και Venture Capitals.

 

5. Καινοτομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων

Αν το start-up οικοσύστημα αποτελεί μια θετική εξέλιξη, η μεγάλη εικόνα της καινοτομίας στις «παραδοσιακές» ελληνικές επιχειρήσεις, κυρίως τις μικρομεσαίες, παραμένει προβληματική. Στο European Innovation Scoreboard (EIS), το βασικό ευρωπαϊκό συγκριτικό πλαίσιο αξιολόγησης της καινοτομικής επίδοσης των κρατών-μελών της ΕΕ, η Ελλάδα κατατάσσεται στην ομάδα των «μέτρια καινοτόμων» χωρών, με επίδοση αισθητά χαμηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

 

Αντιστοίχως, ο δείκτης DESI (Digital Economy and Society Index) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνει επίσης ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις υστερούν στην ενσωμάτωση σύγχρονων ψηφιακών τεχνολογιών στη δραστηριότητά τους. Όσον αφορά ειδικότερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μόνο το 43,3% παρουσίαζαν τουλάχιστον βασικό επίπεδο ενσωμάτωσης ψηφιακής τεχνολογίας το 2024, που αντιστοιχεί στην 24η θέση μεταξύ των 27. Όμως, ακόμα και οι επιχειρήσεις που έχουν κάποια καινοτομική δραστηριότητα (οι οποίες είναι αισθητά αυξημένες από το 2016 έως το 2022, σύμφωνα με την Community Innovation Survey της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) δαπανούν αισθητά λιγότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για αυτό τον σκοπό.

 

6. Καινοτομία στο Δημόσιο

Ίσως η πιο υποτιμημένη διάσταση της συζήτησης για το σύστημα καινοτομίας είναι η δημόσια ζήτηση, δηλαδή το κατά πόσο το ίδιο το Δημόσιο ενσωματώνει χαρακτηριστικά καινοτομίας στη λειτουργία του. Το ελληνικό Δημόσιο, με το μέγεθός του, θα μπορούσε να ενισχύσει καθοριστικά τα καινοτόμα προϊόντα που παράγονται στη χώρα, προτιμώντας τα για τις δημόσιες προμήθειες και λειτουργώντας έτσι ευρύτερα ως καταλύτης για το τοπικό σύστημα καινοτομίας. Αυτή είναι η λογική των λεγόμενων Δημόσιων Προμηθειών για Καινοτομία (Public Procurement for Innovation).

Στην πιο πρόσφατη αξιολόγηση των εθνικών πλαισίων πολιτικής στο ζήτημα των δημόσιων προμηθειών για καινοτομία που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2024), η Ελλάδα κατέλαβε τη 16η θέση ανάμεσα σε 30 ευρωπαϊκές χώρες (ΕΕ-27, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Ελβετία), με βαθμολογία ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο. Όμως, η ανάλυση των επιμέρους δεικτών της ίδιας έρευνας αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή απόσταση μεταξύ του σχεδιασμού και της εφαρμογής. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη κατηγορία διεθνώς όσον αφορά τις ψηφιακές πολιτικές (ΤΠΕ), με βαθμολογία 100% έναντι 63% του ευρωπαϊκού μέσου όρου – χάρη κυρίως στη Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού 2021-2025. Έχει επίσης εξαιρετικές επιδόσεις στους «επίσημους ορισμούς» (71%) και στις «οριζόντιες πολιτικές» (71%). Από την άλλη πλευρά, «καθηλώνεται» στο 0% σε τρεις κρίσιμους πρακτικούς δείκτες: δεν υπάρχει αυτόνομο σχέδιο δράσης για τις καινοτόμες προμήθειες, δεν έχει τεθεί στόχος δαπανών, και δεν λειτουργεί σύστημα παρακολούθησης. Επιπλέον, τα μέτρα υποστήριξης και οικοδόμησης ικανοτήτων στους δημόσιους οργανισμούς βαθμολογούνται μόλις με 11%. Στην πράξη, και παρά το επαρκές πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί, φαίνεται ότι οι διαγωνισμοί για τις δημόσιες προμήθειες συνεχίζουν να λειτουργούν με λογική «χαμηλότερης τιμής» παρά «καλύτερης, πιο αποτελεσματικής λύσης».

Εν τούτοις, δύο πρόσφατες θετικές πρωτοβουλίες ξεχωρίζουν. Η πρώτη είναι το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Καινοτομία στον Δημόσιο Τομέα (ΕΣΔΚ), που επιχειρεί να ενσωματώσει την καινοτόμο σκέψη στη λειτουργία των υπουργείων και των οργανισμών του Δημοσίου. Η δεύτερη είναι η ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), με στόχο να προωθήσει την καινοτομία στον τομέα της Άμυνας.

 

Συμπεράσματα και κατευθύνσεις

Το ελληνικό Εθνικό Σύστημα Καινοτομίας, όπως το καταγράφει η έρευνα της διαΝΕΟσις, φαίνεται ότι βρίσκεται σε μια φάση σταδιακού μετασχηματισμού. Πολλά από τα μέτρα τα οποία αναφέρει αναλυτικά η έρευνα έχουν ήδη θεσπιστεί ή και εφαρμοστεί, και κάποια αποτελέσματά τους θα φανούν με μεγαλύτερη σαφήνεια τα επόμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, όμως, οι διαχρονικές αδυναμίες παραμένουν σοβαρές και απαιτούν αντιμετώπιση.

Για το μέλλον, οι συγγραφείς προτείνουν τρεις κεντρικές κατευθύνσεις:

  • Τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης Εθνικής Στρατηγικής Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΑΚ), με μακροχρόνιους στόχους, με «αποστολές» (missions), δηλαδή συγκεκριμένες στρατηγικές προτεραιότητες για την αντιμετώπιση σημαντικών προκλήσεων με μετρήσιμα ορόσημα. Η στρατηγική αυτή προβλέπεται νομικά, αλλά δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί με τη μορφή που απαιτεί ένα σύγχρονο σύστημα καινοτομίας.
  • Τη θεσμική ενοποίηση του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας, ενδεχομένως με τη δημιουργία ενός ενιαίου Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας. Αυτή η παρέμβαση εκτιμάται ότι θα εξαλείψει τη σημερινή διχοτόμηση αρμοδιοτήτων και θα διευκολύνει τον συντονισμό των πολιτικών, σε συνδυασμό όμως με τη συστηματική ενίσχυση της έρευνας από τον κρατικό προϋπολογισμό.
  • Την επιχειρησιακή αναβάθμιση του συστήματος: μείωση της γραφειοκρατίας στους ΕΛΚΕ, τυποποίηση των διαδικασιών, καλλιέργεια κουλτούρας λελογισμένου ρίσκου στους δημόσιους οργανισμούς και σαφείς μηχανισμοί μεταφοράς καλών πρακτικών.